Από ξένο τόπο

Τις τελευταίες εβδομάδες στο λιμάνι του Πειραιά έχει γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος. Ένα κόσμος ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Η τραγωδία των προσφύγων έχει φέρει ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης στους χώρους που φιλοξενούνται πρόσφυγες με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν όπως μπορούν. Η προσφορά σε τρόφιμα και ρούχα από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και ηλικίας έχει ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Οι πρώτες εικόνες που αντικρίζει κανείς όταν έρχεται για πρώτη φορά είναι πρωτόγνωρες. Πρόσφυγες στοιβαγμένοι στους κλειστούς χώρους του λιμανιού και σε σκηνές και εθελοντές να τρέχουν ασταμάτητα. Τα πρώτα συναισθήματα είναι αντιφατικά. Θλίψη για τον Γολγοθά αυτών των ανθρώπων αλλά και χαρά και αισιοδοξία γιατί κανείς δεν είναι μόνος του. Οτιδήποτε κι αν χρειαστεί κάποιος πρόσφυγας οι εθελοντές θα κάνουν ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να βοηθήσουν. Μαζί μ’ αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα γεννιούνται και τα πρώτα ερωτήματα. Πώς μπορεί να χωρέσει ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου σε μια βαλίτσα; Πώς χωράει τόσος πόνος μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα; Πού βρίσκουν τη δύναμη να χαμογελάνε;

Ο χρόνος συμπυκνώνεται. Όσα δεν έχει ζήσει κανείς μια ζωή τα ζει εδώ σε λίγες ώρες. Μέσα σε μερικές μέρες γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους που αν δεν τους είχα γνωρίσει από κοντά δεν θα πίστευα ότι υπάρχουν. Που μου φέρθηκαν με απέραντη καλοσύνη, σαν αδελφικοί φίλοι, αν και είχαμε γνωριστεί λίγες ώρες πριν. Που για αυτούς η αλληλεγγύη σε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη είναι αυτονόητη. Και έρχεται κάποια στιγμή που τα δικά σου προβλήματα σού φαίνονται μικρά. Γυρίζεις στο σπίτι και αγωνιάς. Για το αν θα βρεθεί σκηνή για τον πρόσφυγα που η μητέρα του είναι άρρωστη. Για το αν θα βρεθεί καρότσι για την οικογένεια με το μωρό. Οι ανάγκες δεν σταματούν ποτέ, όπως δεν σταματάει ποτέ και ο αγώνας για την κάλυψή τους. Όμως ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά από ένα παιδί σε κάνουν να ξεχνάς την κούραση. Και στο τέλος της μέρας αυτά που έχεις πάρει είναι περισσότερα απ’ αυτά που έχεις δώσει. Η ευγνωμοσύνη που βλέπεις στα μάτια ανθρώπων που έχεις βοηθήσει έστω και λίγο είναι κάτι που δεν ξεπληρώνεται με τίποτα. Η αγάπη που έχεις πάρει είναι τόση που στην ερώτηση αν θα είσαι και την επόμενη μέρα εκεί η απάντηση είναι αυτονόητη.

Σε κάποια απ’ τις δραστηριότητες για τα παιδιά τα προσφυγόπουλα έχουν μαζευτεί γύρω από κάποιον που παίζει με το ακορντεόν έναν μικρασιάτικο σκοπό: “Από ξένο τόπο κι από αλαργινό ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ”. Από ξένο τόπο φαίνεται να είναι και όλοι αυτοί οι μισάνθρωποι που εκτοξεύουν λάσπη και χολή εναντίον κατατρεγμένων ανθρώπων γιατί ξαφνικά ξέχασαν τι σημαίνει προσφυγιά. Που χαίρονται όταν πνίγονται παιδιά. Που μέσα στην ανοησία τους νομίζουν ότι οι πρόσφυγες ευθύνονται για τα προβλήματά τους. Από ξένο τόπο, στον οποίο απουσιάζει κάθε ανθρώπινη αξία, μοιάζουν να είναι κι αυτοί που αποφασίζουν για τις τύχες όλων μας. Αντιμετωπίζουν με σαδιστική αναλγησία την προσφυγική τραγωδία αρνούμενοι να κάνουν έστω και τα στοιχειώδη για να ανακουφίσουν τον πόνο αυτών των ανθρώπων, τον πόνο που οι ίδιοι προκάλεσαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους.

Μέχρι να γίνω μια αγκαλιά από κόκκινα γαρύφαλλα

Έχω ένα σκοτωμένο όνειρο,
μια αιματοβαμμένη μνήμη
και μια καρδιά
που θα ‘ναι δεν θα ‘ναι δέκα χρονών
Έχω πολλές πατρίδες,
έχω χιλιάδες ονόματα,
έχω χιλιάδες πληγές
Είμαι απ’ την Παλαιστίνη,
απ’ τη Συρία,
απ’ το Ιράκ,
απ’ το Αφγανιστάν,
απ’ το Βιετνάμ,
απ’ την Ιρλανδία,
απ’ την Κορέα,
απ’ την Ουκρανία

Με εξόρισαν στη χώρα των κολασμένων
η γη της είναι άγονη,
ο ουρανός της γκρίζος
και η θάλασσά της κόκκινη
Τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν θραύσματα από βόμβες,
η πρώτη λέξη που άκουσα ήταν θάνατος,
τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο κατώφλι του Άδη,
τα πρώτα μου βήματα τα έκανα
σε έναν δρόμο σπαρμένο με νάρκες
και συρματοπλέγματα
κι από τότε δεν σταμάτησα να βαδίζω

Ταξιδεύω στους αιώνες,
μέχρι να ξαναβρώ το χάδι της μάνας μου,
μέχρι να γίνω μια αγκαλιά
από χιλιάδες κόκκινα γαρύφαλλα
που θα στολίσουν τον κόσμο

Η αιώνια μοναξιά των άστρων

Όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν μα κουράστηκαν ήδη
και με παράπονο κινήσαν για το μεγάλο ταξίδι
επιστρέφουν μια μέρα κοντά μας και πάλι
γιατί η πίκρα στην ψυχή τους είν’ όσο ο κόσμος μεγάλη

Κάποιοι θα ‘ρθουν σαν σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής
κάτι απογεύματα του Απρίλη που ‘ναι ο ουρανός βαρύς
να ποτίσουν τη γη που ποτέ δεν τους δέχτηκε
να ξεπλύνουν το αίμα που τόσο άδικα ξοδεύτηκε

Άλλοι έρχονται σαν του πελάγους αφρισμένα κύματα
τα μεσημέρια του Σεπτέμβρη κι ακολουθούν τα βήματα
των ηττημένων, των ηρώων και των μοναχικών
τραγουδούν το τραγούδι των χαμένων αδελφών

Όσοι ονειρεύτηκαν πολύ μα τα όνειρά τους προδόθηκαν
και είναι αμέτρητες εκείνες οι φορές που πληγώθηκαν
επιστρέφουν σαν όνειρα και γυρίζουν στον ύπνο μας
σαν τριαντάφυλλα άγρια που φυτρώνουν στον κήπο μας

Και όσοι φύγαν με το πιο μεγάλο παράπονο
γίνονται αστέρια, τα πιο φωτεινά στον ουρανό,
πολεμούν το σκοτάδι και φωτίζουν τις νύχτες μας
η αιώνια μοναξιά τους στεφανώνει τις νίκες μας

Κλεφτές ματιές στον ουρανό

Η Κυριακή είναι ανάσες ελευθερίας,
κλεφτές ματιές στον ουρανό,
τα αργά βήματα
και οι περιπλανήσεις
χωρίς προορισμό,
η ήρεμη θάλασσα
κάτω απ’ τα φτερά των γλάρων,
οι ήσυχες πρωινές στιγμές στη λιακάδα,
οι συζητήσεις γύρω απ’ το τραπέζι
και η μυρωδιά του καφέ

Η Κυριακή είναι ένα δέντρο
ποτισμένο με αίμα,
μια σφιγμένη γροθιά,
ένα κόκκινο γαρύφαλλο,
μια σημαία με τα χρώματα της ζωής,
ο αγώνας του ανθρώπου να σταθεί όρθιος,
μια σελίδα της δικής μας ιστορίας,
η ανάμνηση πως τίποτα δεν χαρίζεται,
ένα ανεξίτηλο σημάδι
στο μέρος της καρδιάς,
μια στάλα δικαιοσύνης
σε έναν άδικο κόσμο
Η Κυριακή είναι η άρνηση
όσων αναπνέουν στο φως
να επιστρέψουν στο σκοτάδι της δουλείας

Υ.Γ. Το παραπάνω ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο https://potekuriaki.wordpress.com/ στο πλαίσιο μια δράσης για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας.

Στίχοι στο κόκκινο της πληγής

Η ψυχή μου πληγωμένο αγρίμι
στο πιο βαθύ λαγούμι του δάσους
που μαζεμένο στη γωνιά του
βαριανασαίνει
και προβάλλει απειλητικά τα νύχια του
Τα ουρλιαχτά του ακούγονται
στο πιο βαθύ σκοτάδι της νύχτας
λίγο πριν ξημερώσει

Μετά σωπαίνει πάλι
και περιμένει να νυχτώσει
Όταν βγει απ’ τη φωλιά του
αφήνει ίχνη με το αίμα του
για να βρει τον δρόμο της επιστροφής

Όταν κρυώνει θυμάται
πως κάποτε άγγιξε τον ήλιο
Όταν πεινάει τρώει τις σάρκες του
κι αιμοραγεί μέχρι να χορτάσει

Τότε πέφτει σε νάρκη
κι όλο πετιέται λες και θα ξυπνήσει
κι όλο βυθίζεται περισσότερο
στον βαρύ κι ανήσυχο ύπνο του

Ξυπνάει με τα χελιδόνια,
κοιμάται με τα πρωτοβρόχια
Καχεκτικό κι αδύναμο στην όψη·
όμως φυλαχτείτε
Ένα αγρίμι που παλεύει για τη ζωή του
δεν έχει τίποτα να χάσει

Έτσι ξεκινήσαμε

Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε το ταξίδι,
άμαθοι απ’ τη ζωή,
με τα μάτια των παιδιών
που ανακαλύπτουν τον κόσμο
Δεν ξέραμε να μετράμε
όλα αυτά που κάποιοι θα λέγανε πολύτιμα,
μόνο αστέρια και όνειρα

Κάποτε σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα,
είχαν περάσει χρόνια κι είχαμε κουραστεί
Η καρδιά μας σκοτείνιασε και νιώσαμε
στο στήθος ένα βάρος
χωρίς να ξέρουμε καλά καλά γιατί
Γύρω μας μόνο σιωπή και ερημιά

Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
τώρα που πια το ξέρουμε
δεν μετανιώσαμε στιγμή για το ταξίδι
Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
και μείναμε να μετράμε όνειρα και αστέρια
Μα έχουμε ακόμα τα μάτια των παιδιών