Ατομική έκθεση φωτογραφίας Δημήτρη Θεοδόση

Πειραιάς (Δεν βρίσκω άλλο λιμάνι)

Γεννήθηκα στον Πειραιά, κάπου στην Ευαγγελίστρια. Η αλμύρα του νοτισμένου καλοκαιρινού αέρα με συντροφεύει από τότε διά βίου.

Ο Πειραιάς είναι πολλά πράγματα. Είναι η κόρνα του πλοίου της γραμμής σαν μπαίνει στο λιμάνι, είναι ο κρότος από τα σφυριά στα μηχανουργεία της περιοχής Παπαστράτου, είναι οι φωνές των μαθητών στο Πασαλιμάνι, είναι η φανέλα του Ολυμπιακού πού φοράει ο Σύρος πρόσφυγας στην θύρα Ε5 του λιμανιού. Είναι και άλλα, πολλά άλλα.

Αυτά τα βασικά, αλλά κυρίως τα άλλα, είναι πού αναζητώ σε αυτό το φωτογραφικό οδοιπορικό μου σε ένα από τα πιο εμβληματικά λιμάνια της Μεσογείου. Η ένταση στην ματιά μου είναι μεγαλύτερη, οι αισθήσεις μου σε μόνιμη επαγρύπνηση, η μνήμη μου οξυμένη. Όταν σε καλεί ο γενέθλιος τόπος σου δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για ολιγωρία.

Ο Πειραιάς έχει αξία ιδιαίτερη. Έχει ειδικό βάρος. Αυτό προσπαθώ να αναδείξω μέσα από την δουλειά μου. Προσπαθώ να ξαναανακαλύψω την πόλη εφαλτήριο, την πόλη των ελπίδων. Γιατί όσο κι αν ψάχνω δεν βρίσκω άλλο λιμάνι…

Πειραιάς 2017 Δημήτρης Θεοδόσης

Η ατομική έκθεση φωτογραφίας του Δημήτρη Θεοδόση με τίτλο «Πειραιάς (δεν βρίσκω άλλο λιμάνι)» στην Art Prisma Gallery στην οδό Κουντουριώτου 187 στον Πειραιά θα εγκαινιαστεί στις 10 Νοεμβρίου και θα έχει διάρκεια ένα μήνα.

Βιογραφικό Δημήτρη Θεοδόση

Ο Δημήτρης Θεοδόσης γεννήθηκε στον Πειραιά. Είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστήμιου Πειραιά. Ασχολείται με την φωτογραφία πάνω από 30 χρόνια.

Την διετία 1982-1983 δούλεψε στο Φωτογραφικό Κέντρο Αθήνας, όπου συνεργάστηκε και επηρεάστηκε με μερικούς από τους πλέον εμβληματικούς φωτογράφους της εποχής, όπως ο Γιώργος Δεπόλας και ο Στέφανος Πάσχος.

Η φωτογραφία τον ενδιαφέρει σε όλες της τις εκφάνσεις, χωρίς κατηγοριοποιήσεις και αφορισμούς. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό πού δικαιώνει τον καλλιτέχνη και το νόημα πού δίνει στις καταστάσεις.

Ατομικές εκθέσεις

Αθήνα,2005 gallery Manifactura «Όλα είναι δρόμος» (φωτογραφία και κολάζ)

Αθήνα,2007 gallery FNAC «Το street art στην Αθήνα»

Αθήνα 2007, gallery Spilioti Projects «Το street art στην Αθήνα»

Θεσσαλονίκη, 2008 Art House «Stencil in Athens»

Κορυδαλλός, 2009 Πνευματικό Κέντρο «Κορυδαλλός, στιγμές και τόπος»
Βερολίνο,2009 Tacheles «Berlin in one day»

Κορυδαλλός, 2010 Festival μεταναστευτικών κοινοτήτων «Μετανάστες, οι νέοι Αθηναίοι»

Αθήνα,2010 Γαλλικό Ινστιτούτο «Αστικές μορφές τέχνης στους δρόμους της Αθήνας»

Αθήνα ,2010 Κεραμείο «Αθηναϊκά παράδοξα»

Αθήνα,2012 Hair Studio The Box «Το κούρεμα»

Κορυδαλλός,2012 Κοινωνικός χώρος Pasamontana «Από τον Δεκέμβρη του 2008 στα μνημόνια»

Montpellier Γαλλία,2012 gallery Expo 1 «Greece in crisis»

Αθήνα, 2013 I.P.P.O. «Ο τυφλός φωτογράφος»

Ζάκυνθος,2013 Φώσκολος «Η Ζάκυνθος με κυριεύει»

Πειραιάς,2013 πολυχώρος Κ. Κωσταράκος «Το Ελληνικό σοκ»

Ζάκυνθος, 2014 χώρος τέχνης Ίριδα «Καθημερινός Ζακυνθινός σουρεαλισμός»

Πειραιάς,2014 Πολυχώρος Κ. Κωσταράκος «Για την δημόσια υγεία»

Αθήνα,2014 ΣΚΟΡΔ-ART «Το street art στην ΣΚΟΡΔ-ΑΡΤ»

Αθήνα,2015 Booze Cooperativa «Στην έρημο της μνήμης»

Αθήνα,2015 Θέατρο Εμπρός «Στην έρημο της μνήμης», στο πλαίσιο του αντιφασιστικού festival

Αθήνα 2016 Booze Cooperativa «Αναζητώντας τον θάνατο»

Ομαδικές εκθέσεις

Αθήνα,2002 gallery Σταύλος «Η Κούβα την ειδική περίοδο»

Αθήνα,2006 Ευρωπαϊκό Forum ενάντια στην παγκοσμιοποίηση «Το γυναικείο ζήτημα σήμερα» (φωτοκολάζ)

Αθήνα, 2007 Anti-art Athina.Αθήνα , 2007 Δημοτική αγορά Κυψέλης «Ματιές στην πόλη»

Αθήνα, 2007 Festival μεταναστών δήμου Βύρωνα

Αθήνα,2007 Κυψέλη, έκθεση Κ.Ε.Δ.Ε. «Κοινωνικός αποκλεισμός»

Αθήνα,2008 Κολωνός Festival Κυριακάτικου σχολείου μεταναστών
Κορυδαλλός Festival μεταναστών δήμου Κορυδαλλού

Αθήνα, 2008 Κυψέλη Festival νεολαίας Συνασπισμού «Ζώντας στην Ελλάδα των 700 ευρώ» (slide show)

Αθήνα,2008 gallery OBI «Πτυχώσεις»

Αθήνα, 2009 Festival μεταναστών δήμου Κορυδαλλού

Αθήνα, 2010 gallery Manifactura «Samples of art»

Αθήνα 2010, Φάληρο , ART ATINA στο περίπτερο του arteshop.gr .Αθήνα,2011 ομαδική arteshop.gr

Αθήνα, 2011 Πάντειο Πανεπιστήμιο Festival Κυριακάτικου σχολείου μεταναστών

Αθήνα, 2011 Photovision έκθεση Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας «Η είδηση υπό διωγμό»

Αθήνα ,2012 Γεωπονική Σχολή, Festival Αναιρέσεις, «Από τον Δεκέμβρη
του 2008 στα μνημόνια» (slide show)

2013 Gallery Boo «Το ποδήλατο»

2013 Βρυξέλλες Βέλγιο, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση Ε.Φ.Ε. «Η είδηση υπό διωγμό»

2016.Αθήνα, χώρος τέχνης Fokianou 24/7, Δημήτρης Θεοδόσης / Αλεξία Λιακουνάκου «Σε επαφή»

2016 Στέκι Μεταναστών, Εξάρχεια, «blank(A)expressions»

2016 Αθήνα, Σύλλογος Αρχαιολόγων Ελλάδας «Το βιβλίο ως έργο τέχνης»

2017 ΗΠΑ, Νέα Υόρκη ΑΑΑ3Α «Huan Rulfo turns one hundred»

Εκδόσεις

Το 2007 οι εκδόσεις ΟΞΥ εξέδωσαν το φωτογραφικό του λεύκωμα «Τοιχοδρομίες – το street art στην Αθήνα». Το 2008 και το 2009 από τον ίδιο Οίκο εκδόθηκαν τα λευκώματα του «Stencil in Athens», «Το νέο χρώμα της πόλης». Το 2014 εξέδωσε σε συνεργασία με τον ποιητή Ζαχαρία Στουφή το λεύκωμα «Στην έρημο της μνήμης». Το 2016, επίσης σε συνεργασία με τον Ζαχαρία Στουφή, εξέδωσε το λεύκωμα «Αναζητώντας τον θάνατο». Το 2016 το, εκτός εμπορίου, λεύκωμα ACTION ΕΣΤΙ, με φωτογραφίες και κείμενά του.

Συνεργασίες

Συνεργάστηκε, για περίπου 10 χρόνια και μέχρι το κλείσιμό της, με την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ και τα περιοδικά της Ε και Γεωτρόπιο. Είναι ο βασικός φωτογράφος του ενημερωτικού site http://www.tvxs.gr Φωτογραφίες και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και sites.

Advertisements

Για τη θεατρική παράσταση «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων»

Πριν λίγο καιρό διάβασα στο διαδίκτυο μια ανακοίνωση απ’ τη θεατρική ομάδα «πείρα(γ)μα». Η ομάδα αναζητούσε εθελοντές για τη θεατρική παράσταση «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων». Το θεατρικό έργο αναφέρεται στην εκτέλεση απ’ τους ναζί διακοσίων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και ειδικότερα στη ζωή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και βασίζεται στο ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημα του Σπύρου Τζόκα.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909. Το 1922 ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα ως πρόσφυγας και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Σε νεαρή ηλικία οργανώθηκε στο Κ.Κ.Ε. και συμμετείχε ενεργά στους εργατικούς αγώνες της εποχής αν και ο ίδιος είχε μια αρκετά καλοπληρωμένη δουλειά. Συνελήφθη το 1936 και εξορίστηκε στον Άη Στράτη, στη συνέχεια φυλακίστηκε σε διάφορες φυλακές για να καταλήξει στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και από κει στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών διατάχθηκε απ’ τους κατακτητές σαν αντίποινα για την εκτέλεση απ’ τον Ε.Λ.Α.Σ. λίγες μέρες πριν την Πρωτομαγιά του 1944 του στρατιωτικού διοικητή Πελοποννήσου και των συνοδών του στους Μολάους Λακωνίας. Ο τόπος και ο χρόνος της εκτέλεσης δεν επιλέχθηκαν τυχαία. Η Καισαριανή ήταν ανταρτομάνα και η Πρωτομαγιά είναι η μέρα της εργατικής τάξης. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης είχε την ευκαιρία να σώσει τη ζωή του. Επειδή γνώριζε γερμανικά εκτελούσε χρέη διερμηνέα στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Όταν επιλέχθηκαν οι διακόσιοι κρατούμενοι για την εκτέλεση ο διοικητής του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ διαπίστωσε ότι ανάμεσά τους βρισκόταν και εκείνος. Επειδή δεν υπήρχε κάποιος άλλος κατάλληλος για διερμηνέας ο Φίσερ του πρότεινε να εκτελεστεί κάποιος άλλος στη θέση του. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε λέγοντας ότι αγαπάει τη ζωή και αγωνίζεται για αυτή αλλά δεν δέχεται να πεθάνει κάποιος σύντροφός του για να ζήσει ο ίδιος και θεώρησε την πρόταση του Φίσερ προσβλητική.

Διαβάζοντας λοιπόν αυτή την ανακοίνωση θεώρησα ότι ήταν μια ευκαιρία να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων που θυσίασαν τη ζωή τους για να είμαστε σήμερα ελεύθεροι και έτσι δήλωσα συμμετοχή. Σε λίγες μέρες συναντηθήκαμε στο Σκοπευτήριο για την πρώτη πρόβα. Πάνω από εκατό άνθρωποι συνεργαστήκαμε αρμονικά και το αποτέλεσμα δικαίωσε τους κόπους μας. Η παράσταση είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και την παρακολούθησαν πάνω από χίλιοι θεατές.

Η σκηνοθεσία και η διασκευή του έργου ήταν της Αγγελικής Κασσόλα. Τον διοικητή του στρατοπέδου Χαϊδαρίου ερμήνευσε ο Γεράσιμος Γεννατάς, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ο Γιάννης Καρούνης και τη σύντροφό του Χαρά Λιουδάκη η Ειρήνη Μελά. Δεκάδες εθελοντές και εθελόντριες, ανάμεσά τους συγγενείς των πεσόντων, ερμήνευσαν τους εκτελεσμένους κομμουνιστές και τις συγγενείς τους. Τραγούδησαν η Φωτεινή Βελεσιώτου, η Νατάσα Παπαδοπούλου – Τζαβέλλα και η Κατερίνα Κατσίγιαννη. Η σκηνοθεσία και όλες οι ερμηνείες ήταν εξαιρετικές ενώ πολύτιμη ήταν η συμβολή της Μαρίας Μανάβη, της Ευτυχίας – Μαρίας Ροδοπούλου και της Αιμιλίας Κούβελα.

Η εμπειρία που αποκόμισα απ’ τη συμμετοχή μου σ’ αυτή την προσπάθεια ήταν συγκλονιστική. Θα κουβαλάω για πάντα μέσα μου το σπαρακτικό τραγούδι με τίτλο «Μάνα η πέτρα βαριά» για τους εκτελεσμένους που τραγούδησε ο Διονύσης Χριστακόπουλος, γιος του εκτελεσμένου κομμουνιστή Διομήδη Χριστακόπουλου, την εκπληκτική ερμηνεία του «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» απ’ τη Φωτεινή Βελεσιώτου (είμαι σίγουρος πως αν την άκουγε ο Γιάννης Ρίτσος θα ήταν περήφανος), την πομπή με τις μαυροφορεμένες γυναίκες, το βροντερό «παρών» από εκατοντάδες στόματα στο άκουσμα του τελευταίου ονόματος που ακούστηκε σε όλη την Καισαριανή, τις ιαχές «αθάνατοι», τις υψωμένες γροθιές και τα συνθήματα των θεατών.

Υ.Γ. Το χώμα της Καισαριανής όπως και όλης της Ελλάδας είναι ποτισμένο απ’ το αίμα χιλιάδων αγωνιστών, μελών του Ε.Α.Μ., του Ε.Λ.Α.Σ. και του Κ.Κ.Ε. Χωρίς τη θυσία αυτών των ανθρώπων η μοίρα του ελληνικού λαού θα ήταν πολύ διαφορετική. Όσες προσπάθειες κι αν κάνουν κάποιοι μοιράζοντας «ιστορικά» βιβλία που δεν αξίζουν ούτε το μελάνι που ξοδεύτηκαν για να γραφτούν, με σκοπό να συκοφαντήσουν την ιστορία της εαμικής εθνικής αντίστασης δεν πρόκειται να καταφέρουν τίποτα. Τις αθλιότητες που αναπαράγουν δεν τις πίστεψε ο λαός ούτε στις συνθήκες της πιο άγριας τρομοκρατίας γιατί ξέρει πολύ καλά ποιοι πολέμησαν τους κατακτητές και ποιοι συνεργάστηκαν μαζί τους. Τα «ιστορικά» τους πονήματα λοιπόν σύντομα θα καταλήξουν εκεί που είναι η θέση τους: στα σκουπίδια.

Μαύρη θάλασσα

Και ξαφνικά η θάλασσα βάφτηκε μαύρη για να ταιριάξει με το κλίμα της εποχής. Μέσα σε λίγες ώρες προκλήθηκε μια τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή και θα χρειαστούν χρόνια για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειές της. Δεν ήταν η «κακιά στιγμή» όπως συνηθίζεται να λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα. Όταν σαπιοκάραβα που θα έπρεπε προ πολλού να έχουν γίνει παλιοσίδερα ταξιδεύουν στη θάλασσα, είναι ζήτημα χρόνου να βυθιστούν σκορπώντας τον όλεθρο. Πέρα απ’ τις ευθύνες της πλοιοκτήτριας εταιρείας, τις πολιτικές ευθύνες και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις αυτό που μένει είναι η ευκολία με την οποία καταστρέφουν οι οικονομικά ισχυροί απ’ τις θάλασσες και τα δάση μέχρι ανθρώπινες ζωές αρκεί να δουν τα κέρδη τους να αυξάνονται, αλλά και η αποξένωση απ’ τον κόσμο που τους περιβάλλει, αφού καταστρέφουν τον πλανήτη σαν να μη ζουν οι ίδιοι σ’ αυτόν.

Η πετρελαιοκηλίδα που μόλυνε τον Σαρωνικό δεν προκάλεσε ζημιά μόνο στην αλιεία και τον τουρισμό αλλά επηρέασε γενικότερα τις ζωές μας. Η υποβάθμιση που επέφερε στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της Αττικής έχει και μια άλλη, ταξική, διάσταση. Οι κοντινές παραλίες ήταν για τους κατοίκους της Αθήνας και του Πειραιά που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε διακοπές η μοναδική διέξοδος για να κάνουν ένα μπάνιο και να ξεφύγουν λίγο απ’ την καθημερινότητα. Και οι φωνές αυτών των ανθρώπων που πονάνε πραγματικά τη θάλασσα δεν ακούστηκαν καθόλου.

Μετά από κάθε οικολογική καταστροφή ακούμε για τον άνθρωπο που με την απληστία του καταστρέφει το περιβάλλον. Δεν είναι ο άνθρωπος γενικά και αόριστα που καταστρέφει το περιβάλλον, αλλά συγκεκριμένοι άνθρωποι που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Ο πιο εύκολος τρόπος για να απαλλάξεις κάποιον απ’ τις ευθύνες του είναι να τις μοιράσεις σε όλους τους υπόλοιπους.

Ψηφιακό μίσος

Το μίσος είναι ένα συναίσθημα που υπάρχει σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Άλλοτε εκδηλώνεται με λόγια και πράξεις και άλλοτε μένει κρυφό. Σαν ανθρώπινο συναίσθημα λοιπόν το μίσος δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ το διαδίκτυο. Λόγω μάλιστα της ανωνυμίας που κυριαρχεί σ’ αυτό και της ασφάλειας που αισθάνονται οι χρήστες του πίσω απ’ την οθόνη του υπολογιστή τους, καθίσταται προνομιακό πεδίο έκφρασης μίσους. Το να μισεί κάποιος συνανθρώπους του λόγω της καταγωγής τους, της θρησκείας τους ή της ομάδας που υποστηρίζουν είναι κάτι αποτρόπαιο, το οποίο όμως μπορεί εύκολα να εξηγηθεί και να αποδοθεί στην έλλειψη παιδείας, στο οικογενειακό περιβάλλον και σε άλλους παράγοντες. Όπως επίσης το να μισεί κάποιος αυτούς που του κατέστρεψαν τη ζωή ή δράστες εγκλημάτων με αθώα θύματα είναι κάτι που άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μπορεί εύκολα να δικαιολογηθεί.

Αυτό όμως που προκαλεί μεγάλη έκπληξη στους ανυποψίαστους επισκέπτες του αχανούς σύμπαντος του διαδικτύου είναι ότι το μίσος που βλέπουν να μοιράζεται απλόχερα είναι κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εντελώς αναίτιο. Κύριοι αποδέκτες του διαδικτυακού μίσους είναι άνθρωποι που είτε δεν έχουν κάνει τίποτα μεμπτό, είτε ακόμα κι αν έχουν κάνει είναι εντελώς δυσανάλογο με το μίσος που δέχονται. Παίκτες τηλεπαιχνιδιών, παρουσιαστές τηλεοπτικών επομπών, μουσικοί που δημοσιεύουν βίντεο με τραγούδια τους, κωμικοί που δημοσιεύουν χιουμοριστικά βίντεο γίνονται αποδέκτες ενός ασύλληπτα χυδαίου υβρεολογίου ανάμεικτου με κατάρες. Προσπαθώντας να κατανοήσω αυτό το φαινόμενο το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω όταν σαν παιδί πήγα για πρώτη φορά, με έναν μεγαλύτερο φίλο μου, στο γήπεδο. Εκεί ακούγοντας τις βρισιές των οπαδών ακόμα και για τους παίκτες της δικής τους ομάδας ρώτησα τον φίλο μου γιατί συμβαίνει αυτό. Η απάντησή του ήταν: «Όταν όλη τη βδομάδα είσαι με το μάλιστα κάπου πρέπει να ξεσπάσεις». Στην προκειμένη περίπτωση οι ποδοσφαιριστές ήταν ο εύκολος στόχος της καταπιεσμένης οργής των οπαδών.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Αυτοί που βρίζουν, για παράδειγμα, κάποιον παίκτη ενός reality και εύχονται να πάθει καρκίνο, στην πραγματικότητα δεν μισούν τον αποδέκτη των βρισιών αλλά τη ζωή τους. Όσα λένε εναντίον μιας τηλεπερσόνας ή ενός μουσικού είναι όσα θα ήθελαν να πουν στο αφεντικό τους, στον προϊστάμενό τους, στους καθηγητές τους ή στον σπιτονοικοκύρη τους. Αισθανόμενοι αδύναμοι να αντιδράσουν στην καταπίεση που βιώνουν καθημερινά ξεσπούν βρίζοντας ανθρώπους που δεν τους έχουν κάνει τίποτα. Μεγάλο ρόλο παίζει και η ψευδαίσθηση που έχουν πολλοί άνθρωποι πως όσα γράφονται στο διαδίκτυο δεν έχουν κανέναν αντίκτυπο. Βρίζουν τα αγαπημένα πρόσωπα κάποιου σαν να αλλάζουν κανάλι στην τηλεόραση, χωρίς να νιώθουν ότι κάνουν κάτι κακό. Το χειρότερο είναι ότι το να μοιράζουν βρισιές και κατάρες το θεωρούν αυτονόητο δικαίωμά τους. Ταυτίζουν τον λεκτικό τραμπουκισμό με την ελευθερία έκφρασης. Πρόκειται για ανθρώπους δυστυχισμένους που η μόνη τους ευχαρίστηση είναι να προσβάλλουν αναίτια τους άλλους μέσα απ’ την ασφάλεια του σπιτιού τους και πολύ συχνά κρυμμένοι πίσω απ’ την ανωνυμία. Και είναι ακριβώς η απόσταση και η ανωνυμία που τους δίνει το θράσος να παριστάνουν τους νταήδες. Είναι σίγουρο πως αν είχαν μπροστά τους τους ανθρώπους που βρίζουν διαδικτυακά δεν θα τολμούσαν να πουν λέξη. Όπως δεν τολμούν να πουν λέξη για τις αιτίες της οργής τους.

Δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι εξοικοιωμένο με αυτή την αθλιότητα και τη θεωρεί απόλυτα φυσιολογική. Συχνά ακούμε εκφράσεις του τύπου: «Όταν εκτίθεσαι πρέπει να δέχεσαι και την κριτική» όπου κριτική εννοούν το υβρεολόγιο χαμαιτυπείου. Και δεν θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν άνθρωποι που λούζουν με βρισιές κάποιον επειδή δεν τους αρέσει μια φωτογραφία που ανέβασε, σε περίπτωση που αυτοκτονήσει κάποια έφηβη επειδή δεν μπορεί να αντέξει τον διαδικτυακό τραμπουκισμό αποτίουν φόρο τιμής στη μνήμη της και ξιφουλκούν ενάντια στο bullying. Δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε ιστολόγια με μεγάλη επισκεψιμότητα όπου μεγάλο ποσοστό της ύλης τους είναι σατιρικά κείμενα που τα δημοσιεύουν ως πραγματικές ειδήσεις και κουτσομπολιά. Εκεί κάτω από βίντεο με τίτλους όπως: «Ο ηλίθιος της χρονιάς» θα δείτε δακρύβρεχτα άρθρα για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Περί νοσταλγίας

Πολύ συχνά οι άνθρωποι νοσταλγούν το παρελθόν. Στην πραγματικότητα αυτό που νοσταλγούν δεν είναι μια συγκεκριμένη εποχή για παράδειγμα η δεκαετία του ’60 ή του ’70 αλλά τα νιάτα τους και τα παιδικά τους χρόνια. Μαζί με τη νοσταλγία συνήθως έρχεται και ο εξωραϊσμός του παρελθόντος ίσως γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να θυμούνται ό,τι τους κάνει να αισθάνονται ευχάριστα. Έτσι, πολλές φορές θα ακούσουμε για το πόσο ωραία ήταν η Αθήνα παλιότερα με λιγότερες πολυκατοικίες και περισσότερο πράσινο, όμως σχεδόν ποτέ δεν θα ακούσουμε ότι παλιότερα οι δημόσιες συγκοινωνίες ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση σε σχέση με σήμερα και ότι για να πάει κάποιος απ’ τη μια περιοχή της Αθήνας στην άλλη έπρεπε να κάνει ολόκληρο ταξίδι. Στο πλαίσιο λοιπόν της ωραιοποίησης του παρελθόντος εκφράζεται και η άποψη ότι παλιότερα υπήρχε περισσότερη αγνότητα και τιμιότητα απ’ ό,τι σήμερα. Ότι υπήρχε αθωότητα που τώρα πια έχει χαθεί. Και παρόλο που θα μπορούσε μια τέτοια άποψη να είναι συζητήσιμη, ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται με εκφράσεις του τύπου «Παλιά οι άνθρωποι ήταν τίμιοι και αγνοί, τώρα κοιτάνε όλοι να σε κλέψουν» την καθιστά πολύ προβληματική. Πέρα απ’ την αφέλεια και τον ρατσισμό που κρύβει μια τέτοια άποψη που θεωρεί ότι οι ανθρώπινες αρετές συναντώνται σε συγκεκριμένες εποχές σαν να είναι κάποια μόδα, δείχνει και παντελή άγνοια της πραγματικότητας. Εκτός απ’ το ότι παραγνωρίζει κάτι αυτονόητο ότι δηλαδή σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο υπάρχουν καλοί και κακοί, τίμιοι και άτιμοι, αγνοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι, δείχνει να αγνοεί ότι σε εποχές που υποτίθεται άνθιζαν η αγνότητα και η τιμιότητα και όλοι ήταν αθώοι υπήρχαν και σκάνδαλα και εγκλήματα και ένα πολύ πλούσιο αστυνομικό δελτίο, αλλά και φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού όπου κάποιοι επιτήδειοι πλούτισαν αγοράζοντας σπίτια για έναν τενεκέ λάδι.

Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε κάποια κοινωνικά φαινόμενα που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν καθημερινά και σήμερα αν δεν έχουν εκλείψει παντελώς, όταν εκδηλώνονται προκαλούν αποτροπιασμό. Αυτά τα φαινόμενα δείχνουν ότι οι εποχές που κάποιοι νοσταλγούν κάθε άλλο παρά αθώες ήταν. Μέχρι πριν περίπου τριάντα χρόνια λοιπόν πολλά παιδιά ξυλοκοπούνταν ανελέητα απ’ τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Ο ξυλοδαρμός ανυπεράσπιστων παιδιών εκτός από καθημερινό φαινόμενο με σχεδόν καθολική αποδοχή ήταν και μέθοδος σωφρονισμού. Η παροιμία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» εκφράζει εύγλωττα και ξεδιάντροπα τις αντιλήψεις περασμένων εποχών γύρω απ’ τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αλλά τα παιδιά δεν ήταν τα μόνα που υπέφεραν από τέτοιες συμπεριφορές. Σε αυτές τις «αγνές» και «αθώες» εποχές στις οποίες αναφέρομαι οι ψυχικά ασθενείς (ο περίφημος «τρελός του χωριού» ή «τρελός της γειτονιάς») τραμπουκίζονταν και εξευτελίζονταν καθημερινά χωρίς κανένα λόγο, έτσι απλώς για να περνάει η ώρα. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμία ουσιαστική κρατική μέριμνα για αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν τους προστάτευε κανείς αλλά ακόμα και οι οικογένειές τους ντρέπονταν για αυτούς. Μαζί με όλα αυτά μια πολύ δημοφιλής διασκέδαση για τα παιδιά περασμένων εποχών ήταν ο βασανισμός και η θανάτωση δύστυχων ζώων. Γάτες, σκυλιά και πουλιά που είχαν την ατυχία να βρεθούν στον δρόμο βαριεστημένων παιδιών και εφήβων κυνηγιούνταν με πέτρες, κλωτσούνταν και θανατώνονταν σαν να ήταν άψυχα αντικείμενα. Οι πρωταγωνιστές αυτής της φρίκης μάλιστα επαίρονταν για τα «κατορθώματά» τους. Η νεοελληνική λογοτεχνία βρίθει από τέτοιες αναφορές.

Για να μη μακρηγορήσω δεν θα αναφερθώ στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση που υφίσταντο πολλοί άνθρωποι λόγω επαγγέλματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, προσωπικών επιλογών ή κάποιας ασθένειας. Όσα ήδη αναφέρθηκαν πιστεύω πως είναι αρκετά ενδεικτικά. Επίσης δεν θα αναφερθώ σε ακόμα παλιότερες εποχές που οι καταδικασμένοι σε θάνατο εκτελούνταν δημόσια και πλήθος κόσμου παρακολουθούσε ανθρώπους να πεθαίνουν σαν να ήταν θεατρική παράσταση, ιθαγενείς απ’ τις αποικίες των μεγάλων δυνάμεων παρουσιάζονταν σαν εκθέματα σε θεματικά πάρκα όπως τα ζώα στους ζωολογικούς κήπους ή πωλούνταν ως σκλάβοι. Η γνώμη μου είναι ότι παλιότερα υπήρχε πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα και λιγότερη ανθρωπιά σε σχέση με σήμερα. Λόγω των πολέμων, της παιδικής θνησιμότητας αλλά και θανάτου από αρρώστιες που σήμερα είναι ιάσιμες, οι άνθρωποι ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με τον θάνατο ενώ η μεγαλύτερη εξαθλίωση που υπήρχε ευνοούσε φαινόμενα όπως η παιδική εργασία. Επίσης το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού ήταν πολύ χαμηλότερο και σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούσαν η αμάθεια και ο σκοταδισμός. Απ’ την άλλη λόγω βλακωδών κοινωνικών αντιλήψεων ήταν πολύ δύσκολο να εκφραστούν συναισθήματα καθ’ όλα αγνά και ανθρώπινα. Όσο για την τιμιότητα ας σκεφτούμε σε εποχές που ο αναλφαβητισμός έκανε θραύση πόσοι άνθρωποι γίνονταν θύματα επιτήδειων και έχαναν την περιουσία τους. Αν κάτι έχουμε να ζηλέψουμε από παλιότερες εποχές αυτό σίγουρα δεν είναι η αθωότητα.

Οι εναπομείναντες

Αυτή την εποχή αδειάζουν οι πόλεις και γεμίζουν οι παραλίες. Ακούμε συνεχώς ευχές για «Καλό καλοκαίρι» και «Καλές διακοπές» και τα βράδια επικρατεί ησυχία. Οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν και πολλά καταστήματα κλείνουν για λίγες εβδομάδες. Είναι η εποχή που όσοι έχουν τη δυνατότητα πηγαίνουν κάπου να ξεκουραστούν και να ξεφύγουν απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητας. Επιστρέφοντας απ’ τις διακοπές θα έχουν ανακτήσει δυνάμεις και θα έχουν κάτι ευχάριστο να θυμούνται τον χειμώνα. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που αυτή την περίοδο δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή τους. Το μόνο διαφορετικό είναι τα κουνούπια και η ανυπόφορη ζέστη. Συνεχίζουν να περιμένουν το λεωφορείο, να αναζητούν λύσεις σε αμέτρητα προβλήματα, να τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους, να αγωνιούν για το αύριο. Περνάει το καλοκαίρι χωρίς να έχουν πάρει ανάσα. Οι διακοπές για αυτούς τους ανθρώπους είναι μια μακρινή ανάμνηση. Παραμένουν στην πόλη και περιμένουν να έρθει το φθινόπωρο για να δροσίσει λίγο ο καιρός.

Το καλοκαίρι όντας μια μεταβατική περίοδος είναι φορτωμένο με ελπίδες και προσδοκίες. Κάθε φθινόπωρο είναι και μια καινούργια αρχή. Είναι η εποχή που ανταμείβονται κόποι και θυσίες, εκπληρώνονται όνειρα, επιτυγχάνονται στόχοι. Καμιά φορά χρησιμεύει και σαν δικαιολογία για την αναβλητικότητα και την απραξία. Άλλες φορές πάλι λόγω ματαιώσεων, απογοητεύσεων και διαψεύσεων το φθινόπωρο μοιάζει μια εποχή σαν όλες τις άλλες. Που δεν ελπίζεις τίποτα, φοβάσαι πολλά και αισθάνεσαι όλο και λιγότερο ελεύθερος. Που δεν σηματοδοτεί τίποτα παρά μόνο ένα ακόμα χαμένο καλοκαίρι. Και για να επιστρέψουμε στο καλοκαίρι αυτό που για κάποιους είναι χαλάρωση και ξεγνοιασιά για κάποιους άλλους είναι η άσφαλτος που καίει, τα τσιμέντα που βράζουν και ο θόρυβος του ανεμιστήρα. Και πικρία. Και περισσότερη μοναξιά. Μεγαλώσαμε. Κάποτε το καλοκαίρι μετρούσαμε τα μπάνια που έχουμε κάνει και τα παγωτά που έχουμε φάει. Τώρα μετράμε τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν και τις δόσεις της εφορίας.

Η γυναίκα του Καίσαρα

Συχνά ακούμε ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Για πολλούς αυτό θεωρειται αυταπόδεικτη αλήθεια που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει. Επίσης συμπληρωματικά με την παραπάνω άποψη λέγεται ότι πρέπει να σεβόμαστε τις αποφάσεις της. Το παράλογο εδώ είναι ότι άνθρωποι που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τη Δημοκρατία θεωρούν έναν κρατικό θεσμό υπεράνω κριτικής. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποδίδεται στη Δικαιοσύνη είναι η αμεροληψία, με τη γνωστή φράση «Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή». Το ότι η Δικαιοσύνη είναι τυφλή είναι εν μέρει σωστό. Σε πολλές περιπτώσεις η Δικαιοσύνη είναι όχι μόνο τυφλή αλλά και κουφή. Όταν ο Γιάννης Καυκάς μεταφέρθηκε ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο απ’ τα χτυπήματα αστυνομικών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, όταν ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος έχασε την ακοή του από χειροβομβίδα κρότου – λάμψης, όταν διαδηλωτής έχασε το μάτι του από δακρυγόνο στη διαδήλωση για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν βασανίστηκαν οι συλληφθέντες της αντιφασιστικής μοτοπορείας στον Άγιο Παντελεήμονα η Δικαιοσύνη δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα. Οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των εγκλημάτων κυκλοφορούν ανάμεσά μας συνεχίζοντας την εγκληματική τους δράση. Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, όχι μόνο δεν κλήθηκαν καν να δώσουν εξηγήσεις, αλλά δεν μάθαμε ούτε τα ονόματά τους.

Η Δικαιοσύνη λοιπόν όπως λέγεται είναι ανεξάρτητη. Για την οικονομία της συζήτησης ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε μια ταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι και η Δικαιοσύνη ταξική και ας εξετάσουμε μόνο κάποια γεγονότα των τελευταίων ετών. Ας μιλήσουμε δηλαδή για τη Δικαιοσύνη με βάση αυτά που βλέπουμε, γιατί σύμφωνα με την παροιμία η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια αλλά και να φαίνεται. Με μια γρήγορη ματιά βλέπουμε ότι η Δικαιοσύνη είναι εξαιρετικά επιεικής με αυτούς που κατέκλεψαν δημόσιο χρήμα ενώ απ’ την άλλη εξαντλεί την αυστηρότητά της σε διαδηλωτές και ανθρώπους που υπερασπίζονται τον τόπο τους απ’ την καταστροφή, όπως στις Σκουριές. Επίσης μια σειρά αποφάσεών της είναι ευνοϊκές για τους εργοδότες την ίδια στιγμή που απεργίες κηρύσσονται παράνομες. Την ίδια επιείκεια που δείχνει η Δικαιοσύνη στους καταχραστές δημοσίου χρήματος δείχνει και απέναντι σε αστυνομικούς και ακροδεξιούς. Ανεξάρτητα απ’ τις κατηγορίες οι παραπάνω τις περισσότερες φορές τη γλυτώνουν με μερικούς μήνες με αναστολή, όταν δεν αθωώνονται. Και αυτό τη στιγμή που έχουν προφυλακιστεί άνθρωποι που απλώς περνούσαν από κάποιο σημείο που γίνονταν συγκρούσεις και η εμφάνισή τους δεν άρεσε στους αστυνομικούς ή απλώς έκαναν συλλήψεις στον σωρό. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Μάριου Ζέρβα και του Θοδωρή Ηλιόπουλου, τελευταίου κρατούμενου του Δεκέμβρη που αποφυλακίστηκε μετά από πολυήμερη απεργία πείνας.

Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η Δικαιοσύνη θυμίζει κυριολεκτικά καφκικό εφιάλτη. Ο Τάσος Θεοφίλου καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη για τη ληστεία στην Πάρο και τη δολοφονία του Δημήτρη Μίχα με μοναδικό στοιχείο δείγμα D.N.A. του σε ένα καπέλο το οποίο δεν υπήρχε στην πρώτη έκθεση ευρημάτων. Μάταια πάσχιζαν ο ίδιος, οι συνήγοροί του και πλήθος επιστημόνων να αποδείξουν το αυτονόητο: Ότι δηλαδή ένα δείγμα D.N.A. σε κινητό αντικείμενο δεν συνιστά στοιχείο. Δεν τον αναγνώρισε κανένας μάρτυρας, ενώ την ίδια στιγμή δεκάδες μάρτυρες βεβαίωναν ότι ήταν μαζί του στην Αθήνα τη μέρα της ληστείας. Δεν υπήρχε κανένα απολύτως στοιχείο, καμία απόδειξη, ούτε καν ένδειξη και παρά ταύτα καταδικάστηκε και πέρασε άδικα πέντε χρόνια απ’ τη ζωή του στη φυλακή μέχρι να αθωωθεί σε δεύτερο βαθμό. Το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται στην περίπτωση της Ηριάννας και του Περικλή. Και οι δυο καταδικάστηκαν σε δεκατρία χρόνια φυλακή για συμμετοχή στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς με μοναδικό στοιχείο μισό δείγμα D.N.A. τους. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς στοιχεία, χωρίς αποδείξεις. Ενάντια σε κάθε έννοια δικαίου και λογικής. Όπως βλέπουμε λοιπόν με βάση τα γεγονότα η Δικαιοσύνη δεν είναι, ούτε φαίνεται ανεξάρτητη. Αντίθετα μια Δικαιοσύνη που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές με το έτσι θέλω είναι ασύδοτη και θύματα της ασυδοσίας της μπορούμε να είμαστε όλοι. Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή μας αφορά όλους, γιατί όταν ποινικοποιούνται οι προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις και αθώοι άνθρωποι φυλακίζονται χωρίς στοιχεία κανείς δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος.

Είμαστε ξένοι

Σας θυμάμαι μια ζωή
με μια γλώσσα πιο μεγάλη απ’ το μπόι σας,
να λέτε ότι σήμερα δεν υπάρχουν ιδανικά
και ότι ο καθένας κοιτάει την πάρτη του,
για να δικαιολογήσετε τον τομαρισμό σας

Αλλοίμονο, την ίδια στιγμή
κάποιοι σαπίζανε στις φυλακές
για αυτά που λέμε ιδανικά,
άλλοι πάλι βρίσκονταν στο κατώφλι του θανάτου
μετά από δυο μήνες απεργίας πείνας

Σας θυμάμαι να φτύνετε στους τάφους
αυτών που δώσαν τη ζωή τους και το αίμα τους
για το ψωμί σας και την ελευθερία σας
Μικροί άνθρωποι με φτωχό μυαλό

Σας θυμάμαι να αποβλακώνεστε
μπροστά στο χαζοκούτι,
γιατί τα βιβλία σας πέφτανε βαριά,
και να νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα
ενώ δεν ξέρετε τίποτα

Σας θυμάμαι να χλευάζετε
ό,τι δεν μπορείτε να καταλάβετε
Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τρελούς
όσους θυσιάζουν τη ζωή τους
για πράγματα που το μυαλό σας αδυνατεί να συλλάβει,
γιατί εσείς δεν θα θυσιάζατε
ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό του καναπέ σας
Σας θυμάμαι να κάνετε ασπίδα τα παιδιά σας,
ότι δήθεν πουλήσατε την ψυχή σας για αυτά
και το μέλλον τους,
σαν να είστε οι μόνοι που έχουν παιδιά
Ξέρετε υπάρχουν γονείς
που ποτέ δεν σκύψαν το κεφάλι,
ούτε λύγισαν τη μέση,
για να μπορούν να κοιτάζουν τα παιδιά τους στα μάτια

Σας θυμάμαι να κατηγορείτε τους φτωχούς
για τη φτώχεια τους,
εσείς που μεγαλώσατε με τρύπια παπούτσια
Σας θυμάμαι να μιλάτε με περιφρόνηση
για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες,
εσείς παιδιά προσφύγων και μεταναστών
Σας θυμάμαι να λέτε με σιγουριά
ότι σαν μεγαλώσει ο άνθρωπος
ξεχνάει τα όνειρα της νιότης
και γίνεται γρανάζι
Χιλιάδες είναι αυτοί που σας διαψεύδουν
με τη ζωή και τον θάνατό τους

Σας θυμάμαι να αγανακτείτε
για τις μολότοφ και τα γκαζάκια,
όταν οι νατοϊκές βόμβες σκότωναν αμάχους
και οι σφαίρες της αστυνομίας δεκαπεντάχρονα παιδιά

Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τους καταληψίες αλήτες,
εσείς που ψηφίζετε εγκληματίες
του κοινού ποινικού δικαίου
Σας θυμάμαι να μιλάτε με θαυμασμό
για αυτούς που σακατεύουν τους συναδέλφους σας,
που παλεύουν για το δικό σας δίκιο
Σας θυμάμαι να χειροκροτάτε τους εκμεταλλευτές σας
Σας θυμάμαι να αναρωτιέστε με αγανάκτηση
«Πού είναι το κράτος;»την ίδια στιγμή
που χτίζατε εξοχικό στα καμένα

Σας θυμάμαι με αηδία να λέτε
«Καλά να πάθει», «Πήγαινε γυρεύοντας»,
«Ας καθόταν στα αυγά του»
Σας θυμάμαι να μιλάτε για πολιτισμό,
εσείς που καταντήσατε τις νύχτες με πανσέληνο
τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια
Σας θυμάμαι να παριστάνετε τους τιμητές ιερών και οσίων,
εσείς που δεν σέβεστε ούτε τη μνήμη των νεκρών

Θυμάμαι τις χειραψίες σας με βουλευτές
και τα τραπεζώματα με τους γραμματείς των υπουργείων,
για έναν διορισμό, για μια απευθείας ανάθεση,
για μια θέση στον ήλιο

Μόνο που για να δεις τον ήλιο
πρέπει να σηκώσεις το κεφάλι
Σας θυμάμαι να λέτε ότι έτσι κάνουν όλοι
γιατί έτσι είναι ο κόσμος

Έτσι είναι ο δικός σας κόσμος
Πέρα απ’ αυτόν υπάρχει ένας κόσμος
γεμάτος φως

Σας θυμάμαι σαν ένα μαύρο σύννεφο
σε ανοιξιάτικο μεσημέρι
Ντρέπομαι που αναπνέουμε τον ίδιο αέρα
Είμαστε ξένοι
Ό,τι πιο όμορφο έχω δει
είναι οι υψωμένες γροθιές
στα παράθυρα των κελιών
που μ’ έκαναν να κλάψω από χαρά
Αυτή τη χαρά εσείς δεν θα τη νιώσετε ποτέ
Σας λυπάμαι

Ο ύπνος του δικαίου

Τους τρομάζουν οι φωνές εκείνες
που μιλούν για πράγματα
που αδυνατούν να καταλάβουν
γιατί τους λείπει η ψυχή

Τους τρομάζουν οι σκέψεις
που δεν μπορούν να ελέγξουν
Τους τρομάζουν τα βλέμματα
που κοιτούν πέρα
απ’ τον μίζερο μικρόκοσμό τους

Τους φοβίζουν οι πράξεις
που θέτουν σε κίνδυνο
τον σάπιο κόσμο
που υπερασπίζονται

Τους φοβίζουν τα γραπτά
που προκαλούν σκέψεις
και συναισθήματα

Ύστερα είναι και η καριέρα τους
χτισμένη πάνω στον τάφο της δικαιοσύνης
Ας πάνε στη φυλακή χίλιοι αθώοι
Ας πάνε στα κομμάτια το σύνταγμα και οι νόμοι
Ας πάνε στα κομμάτια η λογική και η επιστήμη
αρκεί να πει το αφεντικό ότι έκαναν καλή δουλειά

Ξέρουν ότι έχουν άδικο
για αυτό δεν μαθαίνουμε ποτέ
τα ονόματά τους,
τα κρύβουν όπως κάποτε
οι δήμιοι κρύβαν το πρόσωπό τους με κουκούλα
Ξέρουν ότι δεν έχουν στοιχεία,
ούτε αποδείξεις, ούτε μάρτυρες

Σε άλλες εποχές θα έλεγαν ευθέως:
«Σε καταδικάζω γιατί δεν μ’ αρέσουν οι φίλοι σου,
σε καταδικάζω γιατί τολμάς να ονειρεύεσαι,
γιατί αντιστέκεσαι, γιατί αγωνίζεσαι,
σε μισώ γιατί πολεμάς την αδικία,
γιατί δεν κάθεσαι στον καναπέ σου,
γιατί δεν κάθεσαι στα αυγά σου,
γιατί δεν βλέπω στα μάτια σου φόβο,
σου στερώ την ελευθερία γιατί σού είναι πολύτιμη,
ποινικοποιώ την αλληλεγγύη
γιατί είναι απ’ τις βασικές αξίες της ζωής σου,
ποινικοποιώ τις ανθρώπινες σχέσεις
γιατί για μένα υπάρχουν μόνο σχέσεις εξουσίας
και συμφέροντος,
ποινικοποιώ τις ιδέες σου
γιατί αμφισβητούν την αυθεντία μου,
σε καταδικάζω γιατί εν πάση περιπτώσει
είμαι ο νόμος και η τάξη,
κάνω ό,τι θέλω
και δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν»

Τώρα όμως πρέπει να κρατήσουν τα προσχήματα
Έτσι, κρύβονται
πίσω από ανώνυμα τηλεφωνήματα χαφιέδων
και χαλκευμένα στοιχεία
και καταστρέφουν ζωές και χτίζουν φυλακές
και χτίζουν καριέρες

Σήμερα ο Τάσος και η Ηριάννα
αύριο εσύ, εγώ, όσοι μιλούν,
όσοι σκέφτονται, όσοι κοιτάζουν μακριά,
όσοι πράττουν, όσοι γράφουν,
όσοι διαβάζουν, όσοι αναπνέουν,
όσοι στέκονται ακόμα στα δυο τους πόδια

Φίλια πυρά

Σταμάτησε για μια στιγμή και έφερε το χέρι στο τραυματισμένο του πόδι. Τα βήματά του γίνονταν όλο και πιο βαριά. Σχεδόν σερνόταν. Παρόλο που πολλές φορές είχε υπερβεί τα όριά του και είχε εκπλαγεί με την αντοχή του, αυτή τη φορά ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τώρα βάδιζε σχεδόν αδιάκοπα, με ελάχιστη ξεκούραση και ελάχιστο νερό, χωρίς τροφή και χωρίς ύπνο. Όλες αυτές τις μέρες δεν είχε ακούσει ανθρώπινη φωνή. Χωρίς πυξίδα και χωρίς κάποιο μέσο επικοινωνίας δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε πού πήγαινε. Το τοπίο γύρω του παρέμενε ίδιο κι απαράλλαχτο όλες αυτές τις μέρες, σαν να περνούσε χιλιάδες φορές απ’ το ίδιο σημείο. Όταν νύχτωνε συνέχιζε να περπατάει στο βαθύ σκοτάδι. Έξι μήνες τώρα πολεμούσε χωρίς να έχει καταλάβει το γιατί. Οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά του ήταν συγκεχυμένες. Οι διαταγές που έπαιρναν κάθε μέρα απ’ το αρχηγείο ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους και να αναμένουν νεότερα. Είχαν ξεκινήσει να υποστηρίξουν τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί. Μετά από πολύ καιρό χωρίς να έχουν βρει κάποιο ίχνος τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είτε προχώρησαν είτε έχουν αποδεκατιστεί. Οι διαταγές όμως παρέμεναν οι ίδιες. Ακούγονταν φήμες ότι τους παραπλανούν για κάποιο λόγο που κανείς δεν γνώριζε.

Ένα πρωί άκουσε έναν συριχτό ήχο που συνοδεύτηκε από μια έκρηξη. Δεν πρόλαβε να καλυφθεί και έτσι κάποια θραύσματα της οβίδας τον τραυμάτισαν στο πόδι. Το τραύμα ήταν επιφανειακό και επιπόλαιο αλλά αρκετό για να τον αφήσει πίσω. Η διμοιρία του αφού ανασυντάχτηκε συνέχισε την πορεία της αδιαφορώντας για την τύχη του. Έτσι, έμεινε μόνος του με ακόμα περισσότερα αναπάντητα ερωτηματικά. Μέσα στον πανικό έχασε σχεδόν τα πάντα. Την πυξίδα του, το ρολόι του, τον φακό του, τον αναπτήρα του. Έμεινε μόνο με το όπλο του, δυο σφαίρες και ένα μισογεμάτο παγούρι. Έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του ξεκίνησε να προχωράει προς την κατεύθυνση που του φαινόταν σωστή βασιζόμενος μόνο στο ένστικτο. Αυτή η μοναχική πορεία ήταν σαν μια μικρογραφία της ζωής του. Πορευόταν μόνος, προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς να ξέρει ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι οι εχθροί του. Κάθε φορά που πήγαινε να πέσει στεκόταν όρθιος την τελευταία στιγμή χωρίς να ξέρει αν αυτό είναι η σωτηρία του ή η καταστροφή του. Στα εικοσιπέντε χρόνια του δεν είχε ακόμα αποφασίσει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, πώς θέλει να ζήσει. Πάνω που πήγαινε να βρει μια άκρη ήρθε ο πόλεμος.

Ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν. Η κούραση τον είχε καταβάλλει σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να έχει βαρίδια στα πόδια. Κάθε βήμα απαιτούσε μια τεράστια προσπάθεια. Για να νικήσει την αϋπνία κρατούσε διαρκώς το μυαλό του απασχολημένο. Σκεφτόταν τα πιο πιθανά και απίθανα πράγματα. Ανέσυρε ξεχασμένες αναμνήσεις, έκανε τον απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής του, αναθεωρούσε αποφάσεις, αναζητούσε απαντήσεις. Μετά από τρεις μέρες και νύχτες μοναχικής πορείας είχε πια φτάσει σε οριακό σημείο. Αν συνέχιζε έτσι σύντομα θα κατέρρεε. Σταμάτησε για να πάρει μια απόφαση. Τελικά αποφάσισε να συνεχίσει μέχρι να ξημερώσει. Τότε θα έβρισκε ένα σχετικά ασφαλές σημείο και θα κοιμόταν. Μετά ξεκούραστος πια θα σκεφτόταν αν πρέπει να ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση. Ήπιε δυο γουλιές νερό και συνέχισε παρά την εξάντληση τον δρόμο του. Μόλις είχε διανύσει μερικά μέτρα είδε κάτι που τον έκανε να ξεχάσει την κούραση και την αϋπνία. Μακριά, στο βάθος φαινόταν ένα φως. Ήταν αδύναμο και θαμπό αλλά φαινόταν καθαρά. Νόμιζε πως ονειρευόταν. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και τα ξανάνοιξε. Το φως ήταν ακόμα εκεί. Είχε σωθεί.

Μπορεί να ήταν από κάποια πόλη ή από κάποιο χωριό. Μπορεί η διμοιρία του να αποφάσισε να γυρίσει πίσω για να τον βρει. Μπορεί να ήταν απ’ τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί και είχε διαταγή να υποστηρίξει η διμοιρία του. Έπρεπε πρώτα να διαπιστώσει αν η πηγή του φωτός ήταν σταθερή ή κινούταν. Σταμάτησε και είδε το φως να μεγαλώνει σιγά σιγά. Κάποιοι έρχονταν προς το μέρος του. Σκέφτηκε να φωνάξει για να αντιληφθούν την παρουσία του και να επιταχύνουν το βήμα τους αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Αν αυτοί που έρχονταν δεν είχαν φιλικές διαθέσεις; Αν ήταν απ’ τα εχθρικά στρατεύματα; Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Κράτησε ακόμα και την αναπνοή του για να ακούσει έστω έναν ψίθυρο. Απόλυτη σιωπή. Σκέφτηκε να αρχίσει να κινείται προς άλλη κατεύθυνση για να μην τον βρουν, αν όμως αυτοί που έρχονταν δεν ήταν εχθροί θα είχε χάσει τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας. Προσπάθησε να διακρίνει κάποιο σημάδι που να μαρτυράει την ταυτότητά τους. Το μόνο που φαινόταν ήταν το φως. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε.