Περί νοσταλγίας

Πολύ συχνά οι άνθρωποι νοσταλγούν το παρελθόν. Στην πραγματικότητα αυτό που νοσταλγούν δεν είναι μια συγκεκριμένη εποχή για παράδειγμα η δεκαετία του ’60 ή του ’70 αλλά τα νιάτα τους και τα παιδικά τους χρόνια. Μαζί με τη νοσταλγία συνήθως έρχεται και ο εξωραϊσμός του παρελθόντος ίσως γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να θυμούνται ό,τι τους κάνει να αισθάνονται ευχάριστα. Έτσι, πολλές φορές θα ακούσουμε για το πόσο ωραία ήταν η Αθήνα παλιότερα με λιγότερες πολυκατοικίες και περισσότερο πράσινο, όμως σχεδόν ποτέ δεν θα ακούσουμε ότι παλιότερα οι δημόσιες συγκοινωνίες ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση σε σχέση με σήμερα και ότι για να πάει κάποιος απ’ τη μια περιοχή της Αθήνας στην άλλη έπρεπε να κάνει ολόκληρο ταξίδι. Στο πλαίσιο λοιπόν της ωραιοποίησης του παρελθόντος εκφράζεται και η άποψη ότι παλιότερα υπήρχε περισσότερη αγνότητα και τιμιότητα απ’ ό,τι σήμερα. Ότι υπήρχε αθωότητα που τώρα πια έχει χαθεί. Και παρόλο που θα μπορούσε μια τέτοια άποψη να είναι συζητήσιμη, ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται με εκφράσεις του τύπου «Παλιά οι άνθρωποι ήταν τίμιοι και αγνοί, τώρα κοιτάνε όλοι να σε κλέψουν» την καθιστά πολύ προβληματική. Πέρα απ’ την αφέλεια και τον ρατσισμό που κρύβει μια τέτοια άποψη που θεωρεί ότι οι ανθρώπινες αρετές συναντώνται σε συγκεκριμένες εποχές σαν να είναι κάποια μόδα, δείχνει και παντελή άγνοια της πραγματικότητας. Εκτός απ’ το ότι παραγνωρίζει κάτι αυτονόητο ότι δηλαδή σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο υπάρχουν καλοί και κακοί, τίμιοι και άτιμοι, αγνοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι, δείχνει να αγνοεί ότι σε εποχές που υποτίθεται άνθιζαν η αγνότητα και η τιμιότητα και όλοι ήταν αθώοι υπήρχαν και σκάνδαλα και εγκλήματα και ένα πολύ πλούσιο αστυνομικό δελτίο, αλλά και φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού όπου κάποιοι επιτήδειοι πλούτισαν αγοράζοντας σπίτια για έναν τενεκέ λάδι.

Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε κάποια κοινωνικά φαινόμενα που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν καθημερινά και σήμερα αν δεν έχουν εκλείψει παντελώς, όταν εκδηλώνονται προκαλούν αποτροπιασμό. Αυτά τα φαινόμενα δείχνουν ότι οι εποχές που κάποιοι νοσταλγούν κάθε άλλο παρά αθώες ήταν. Μέχρι πριν περίπου τριάντα χρόνια λοιπόν πολλά παιδιά ξυλοκοπούνταν ανελέητα απ’ τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Ο ξυλοδαρμός ανυπεράσπιστων παιδιών εκτός από καθημερινό φαινόμενο με σχεδόν καθολική αποδοχή ήταν και μέθοδος σωφρονισμού. Η παροιμία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» εκφράζει εύγλωττα και ξεδιάντροπα τις αντιλήψεις περασμένων εποχών γύρω απ’ τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αλλά τα παιδιά δεν ήταν τα μόνα που υπέφεραν από τέτοιες συμπεριφορές. Σε αυτές τις «αγνές» και «αθώες» εποχές στις οποίες αναφέρομαι οι ψυχικά ασθενείς (ο περίφημος «τρελός του χωριού» ή «τρελός της γειτονιάς») τραμπουκίζονταν και εξευτελίζονταν καθημερινά χωρίς κανένα λόγο, έτσι απλώς για να περνάει η ώρα. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμία ουσιαστική κρατική μέριμνα για αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν τους προστάτευε κανείς αλλά ακόμα και οι οικογένειές τους ντρέπονταν για αυτούς. Μαζί με όλα αυτά μια πολύ δημοφιλής διασκέδαση για τα παιδιά περασμένων εποχών ήταν ο βασανισμός και η θανάτωση δύστυχων ζώων. Γάτες, σκυλιά και πουλιά που είχαν την ατυχία να βρεθούν στον δρόμο βαριεστημένων παιδιών και εφήβων κυνηγιούνταν με πέτρες, κλωτσούνταν και θανατώνονταν σαν να ήταν άψυχα αντικείμενα. Οι πρωταγωνιστές αυτής της φρίκης μάλιστα επαίρονταν για τα «κατορθώματά» τους. Η νεοελληνική λογοτεχνία βρίθει από τέτοιες αναφορές.

Για να μη μακρηγορήσω δεν θα αναφερθώ στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση που υφίσταντο πολλοί άνθρωποι λόγω επαγγέλματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, προσωπικών επιλογών ή κάποιας ασθένειας. Όσα ήδη αναφέρθηκαν πιστεύω πως είναι αρκετά ενδεικτικά. Επίσης δεν θα αναφερθώ σε ακόμα παλιότερες εποχές που οι καταδικασμένοι σε θάνατο εκτελούνταν δημόσια και πλήθος κόσμου παρακολουθούσε ανθρώπους να πεθαίνουν σαν να ήταν θεατρική παράσταση, ιθαγενείς απ’ τις αποικίες των μεγάλων δυνάμεων παρουσιάζονταν σαν εκθέματα σε θεματικά πάρκα όπως τα ζώα στους ζωολογικούς κήπους ή πωλούνταν ως σκλάβοι. Η γνώμη μου είναι ότι παλιότερα υπήρχε πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα και λιγότερη ανθρωπιά σε σχέση με σήμερα. Λόγω των πολέμων, της παιδικής θνησιμότητας αλλά και θανάτου από αρρώστιες που σήμερα είναι ιάσιμες, οι άνθρωποι ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με τον θάνατο ενώ η μεγαλύτερη εξαθλίωση που υπήρχε ευνοούσε φαινόμενα όπως η παιδική εργασία. Επίσης το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού ήταν πολύ χαμηλότερο και σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούσαν η αμάθεια και ο σκοταδισμός. Απ’ την άλλη λόγω βλακωδών κοινωνικών αντιλήψεων ήταν πολύ δύσκολο να εκφραστούν συναισθήματα καθ’ όλα αγνά και ανθρώπινα. Όσο για την τιμιότητα ας σκεφτούμε σε εποχές που ο αναλφαβητισμός έκανε θραύση πόσοι άνθρωποι γίνονταν θύματα επιτήδειων και έχαναν την περιουσία τους. Αν κάτι έχουμε να ζηλέψουμε από παλιότερες εποχές αυτό σίγουρα δεν είναι η αθωότητα.

Οι εναπομείναντες

Αυτή την εποχή αδειάζουν οι πόλεις και γεμίζουν οι παραλίες. Ακούμε συνεχώς ευχές για «Καλό καλοκαίρι» και «Καλές διακοπές» και τα βράδια επικρατεί ησυχία. Οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν και πολλά καταστήματα κλείνουν για λίγες εβδομάδες. Είναι η εποχή που όσοι έχουν τη δυνατότητα πηγαίνουν κάπου να ξεκουραστούν και να ξεφύγουν απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητας. Επιστρέφοντας απ’ τις διακοπές θα έχουν ανακτήσει δυνάμεις και θα έχουν κάτι ευχάριστο να θυμούνται τον χειμώνα. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που αυτή την περίοδο δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή τους. Το μόνο διαφορετικό είναι τα κουνούπια και η ανυπόφορη ζέστη. Συνεχίζουν να περιμένουν το λεωφορείο, να αναζητούν λύσεις σε αμέτρητα προβλήματα, να τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους, να αγωνιούν για το αύριο. Περνάει το καλοκαίρι χωρίς να έχουν πάρει ανάσα. Οι διακοπές για αυτούς τους ανθρώπους είναι μια μακρινή ανάμνηση. Παραμένουν στην πόλη και περιμένουν να έρθει το φθινόπωρο για να δροσίσει λίγο ο καιρός.

Το καλοκαίρι όντας μια μεταβατική περίοδος είναι φορτωμένο με ελπίδες και προσδοκίες. Κάθε φθινόπωρο είναι και μια καινούργια αρχή. Είναι η εποχή που ανταμείβονται κόποι και θυσίες, εκπληρώνονται όνειρα, επιτυγχάνονται στόχοι. Καμιά φορά χρησιμεύει και σαν δικαιολογία για την αναβλητικότητα και την απραξία. Άλλες φορές πάλι λόγω ματαιώσεων, απογοητεύσεων και διαψεύσεων το φθινόπωρο μοιάζει μια εποχή σαν όλες τις άλλες. Που δεν ελπίζεις τίποτα, φοβάσαι πολλά και αισθάνεσαι όλο και λιγότερο ελεύθερος. Που δεν σηματοδοτεί τίποτα παρά μόνο ένα ακόμα χαμένο καλοκαίρι. Και για να επιστρέψουμε στο καλοκαίρι αυτό που για κάποιους είναι χαλάρωση και ξεγνοιασιά για κάποιους άλλους είναι η άσφαλτος που καίει, τα τσιμέντα που βράζουν και ο θόρυβος του ανεμιστήρα. Και πικρία. Και περισσότερη μοναξιά. Μεγαλώσαμε. Κάποτε το καλοκαίρι μετρούσαμε τα μπάνια που έχουμε κάνει και τα παγωτά που έχουμε φάει. Τώρα μετράμε τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν και τις δόσεις της εφορίας.

Η γυναίκα του Καίσαρα

Συχνά ακούμε ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Για πολλούς αυτό θεωρειται αυταπόδεικτη αλήθεια που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει. Επίσης συμπληρωματικά με την παραπάνω άποψη λέγεται ότι πρέπει να σεβόμαστε τις αποφάσεις της. Το παράλογο εδώ είναι ότι άνθρωποι που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τη Δημοκρατία θεωρούν έναν κρατικό θεσμό υπεράνω κριτικής. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποδίδεται στη Δικαιοσύνη είναι η αμεροληψία, με τη γνωστή φράση «Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή». Το ότι η Δικαιοσύνη είναι τυφλή είναι εν μέρει σωστό. Σε πολλές περιπτώσεις η Δικαιοσύνη είναι όχι μόνο τυφλή αλλά και κουφή. Όταν ο Γιάννης Καυκάς μεταφέρθηκε ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο απ’ τα χτυπήματα αστυνομικών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, όταν ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος έχασε την ακοή του από χειροβομβίδα κρότου – λάμψης, όταν διαδηλωτής έχασε το μάτι του από δακρυγόνο στη διαδήλωση για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν βασανίστηκαν οι συλληφθέντες της αντιφασιστικής μοτοπορείας στον Άγιο Παντελεήμονα η Δικαιοσύνη δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα. Οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των εγκλημάτων κυκλοφορούν ανάμεσά μας συνεχίζοντας την εγκληματική τους δράση. Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, όχι μόνο δεν κλήθηκαν καν να δώσουν εξηγήσεις, αλλά δεν μάθαμε ούτε τα ονόματά τους.

Η Δικαιοσύνη λοιπόν όπως λέγεται είναι ανεξάρτητη. Για την οικονομία της συζήτησης ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε μια ταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι και η Δικαιοσύνη ταξική και ας εξετάσουμε μόνο κάποια γεγονότα των τελευταίων ετών. Ας μιλήσουμε δηλαδή για τη Δικαιοσύνη με βάση αυτά που βλέπουμε, γιατί σύμφωνα με την παροιμία η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια αλλά και να φαίνεται. Με μια γρήγορη ματιά βλέπουμε ότι η Δικαιοσύνη είναι εξαιρετικά επιεικής με αυτούς που κατέκλεψαν δημόσιο χρήμα ενώ απ’ την άλλη εξαντλεί την αυστηρότητά της σε διαδηλωτές και ανθρώπους που υπερασπίζονται τον τόπο τους απ’ την καταστροφή, όπως στις Σκουριές. Επίσης μια σειρά αποφάσεών της είναι ευνοϊκές για τους εργοδότες την ίδια στιγμή που απεργίες κηρύσσονται παράνομες. Την ίδια επιείκεια που δείχνει η Δικαιοσύνη στους καταχραστές δημοσίου χρήματος δείχνει και απέναντι σε αστυνομικούς και ακροδεξιούς. Ανεξάρτητα απ’ τις κατηγορίες οι παραπάνω τις περισσότερες φορές τη γλυτώνουν με μερικούς μήνες με αναστολή, όταν δεν αθωώνονται. Και αυτό τη στιγμή που έχουν προφυλακιστεί άνθρωποι που απλώς περνούσαν από κάποιο σημείο που γίνονταν συγκρούσεις και η εμφάνισή τους δεν άρεσε στους αστυνομικούς ή απλώς έκαναν συλλήψεις στον σωρό. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Μάριου Ζέρβα και του Θοδωρή Ηλιόπουλου, τελευταίου κρατούμενου του Δεκέμβρη που αποφυλακίστηκε μετά από πολυήμερη απεργία πείνας.

Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η Δικαιοσύνη θυμίζει κυριολεκτικά καφκικό εφιάλτη. Ο Τάσος Θεοφίλου καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη για τη ληστεία στην Πάρο και τη δολοφονία του Δημήτρη Μίχα με μοναδικό στοιχείο δείγμα D.N.A. του σε ένα καπέλο το οποίο δεν υπήρχε στην πρώτη έκθεση ευρημάτων. Μάταια πάσχιζαν ο ίδιος, οι συνήγοροί του και πλήθος επιστημόνων να αποδείξουν το αυτονόητο: Ότι δηλαδή ένα δείγμα D.N.A. σε κινητό αντικείμενο δεν συνιστά στοιχείο. Δεν τον αναγνώρισε κανένας μάρτυρας, ενώ την ίδια στιγμή δεκάδες μάρτυρες βεβαίωναν ότι ήταν μαζί του στην Αθήνα τη μέρα της ληστείας. Δεν υπήρχε κανένα απολύτως στοιχείο, καμία απόδειξη, ούτε καν ένδειξη και παρά ταύτα καταδικάστηκε και πέρασε άδικα πέντε χρόνια απ’ τη ζωή του στη φυλακή μέχρι να αθωωθεί σε δεύτερο βαθμό. Το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται στην περίπτωση της Ηριάννας και του Περικλή. Και οι δυο καταδικάστηκαν σε δεκατρία χρόνια φυλακή για συμμετοχή στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς με μοναδικό στοιχείο μισό δείγμα D.N.A. τους. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς στοιχεία, χωρίς αποδείξεις. Ενάντια σε κάθε έννοια δικαίου και λογικής. Όπως βλέπουμε λοιπόν με βάση τα γεγονότα η Δικαιοσύνη δεν είναι, ούτε φαίνεται ανεξάρτητη. Αντίθετα μια Δικαιοσύνη που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές με το έτσι θέλω είναι ασύδοτη και θύματα της ασυδοσίας της μπορούμε να είμαστε όλοι. Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή μας αφορά όλους, γιατί όταν ποινικοποιούνται οι προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις και αθώοι άνθρωποι φυλακίζονται χωρίς στοιχεία κανείς δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος.

Είμαστε ξένοι

Σας θυμάμαι μια ζωή
με μια γλώσσα πιο μεγάλη απ’ το μπόι σας,
να λέτε ότι σήμερα δεν υπάρχουν ιδανικά
και ότι ο καθένας κοιτάει την πάρτη του,
για να δικαιολογήσετε τον τομαρισμό σας

Αλλοίμονο, την ίδια στιγμή
κάποιοι σαπίζανε στις φυλακές
για αυτά που λέμε ιδανικά,
άλλοι πάλι βρίσκονταν στο κατώφλι του θανάτου
μετά από δυο μήνες απεργίας πείνας

Σας θυμάμαι να φτύνετε στους τάφους
αυτών που δώσαν τη ζωή τους και το αίμα τους
για το ψωμί σας και την ελευθερία σας
Μικροί άνθρωποι με φτωχό μυαλό

Σας θυμάμαι να αποβλακώνεστε
μπροστά στο χαζοκούτι,
γιατί τα βιβλία σας πέφτανε βαριά,
και να νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα
ενώ δεν ξέρετε τίποτα

Σας θυμάμαι να χλευάζετε
ό,τι δεν μπορείτε να καταλάβετε
Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τρελούς
όσους θυσιάζουν τη ζωή τους
για πράγματα που το μυαλό σας αδυνατεί να συλλάβει,
γιατί εσείς δεν θα θυσιάζατε
ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό του καναπέ σας
Σας θυμάμαι να κάνετε ασπίδα τα παιδιά σας,
ότι δήθεν πουλήσατε την ψυχή σας για αυτά
και το μέλλον τους,
σαν να είστε οι μόνοι που έχουν παιδιά
Ξέρετε υπάρχουν γονείς
που ποτέ δεν σκύψαν το κεφάλι,
ούτε λύγισαν τη μέση,
για να μπορούν να κοιτάζουν τα παιδιά τους στα μάτια

Σας θυμάμαι να κατηγορείτε τους φτωχούς
για τη φτώχεια τους,
εσείς που μεγαλώσατε με τρύπια παπούτσια
Σας θυμάμαι να μιλάτε με περιφρόνηση
για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες,
εσείς παιδιά προσφύγων και μεταναστών
Σας θυμάμαι να λέτε με σιγουριά
ότι σαν μεγαλώσει ο άνθρωπος
ξεχνάει τα όνειρα της νιότης
και γίνεται γρανάζι
Χιλιάδες είναι αυτοί που σας διαψεύδουν
με τη ζωή και τον θάνατό τους

Σας θυμάμαι να αγανακτείτε
για τις μολότοφ και τα γκαζάκια,
όταν οι νατοϊκές βόμβες σκότωναν αμάχους
και οι σφαίρες της αστυνομίας δεκαπεντάχρονα παιδιά

Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τους καταληψίες αλήτες,
εσείς που ψηφίζετε εγκληματίες
του κοινού ποινικού δικαίου
Σας θυμάμαι να μιλάτε με θαυμασμό
για αυτούς που σακατεύουν τους συναδέλφους σας,
που παλεύουν για το δικό σας δίκιο
Σας θυμάμαι να χειροκροτάτε τους εκμεταλλευτές σας
Σας θυμάμαι να αναρωτιέστε με αγανάκτηση
«Πού είναι το κράτος;»την ίδια στιγμή
που χτίζατε εξοχικό στα καμένα

Σας θυμάμαι με αηδία να λέτε
«Καλά να πάθει», «Πήγαινε γυρεύοντας»,
«Ας καθόταν στα αυγά του»
Σας θυμάμαι να μιλάτε για πολιτισμό,
εσείς που καταντήσατε τις νύχτες με πανσέληνο
τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια
Σας θυμάμαι να παριστάνετε τους τιμητές ιερών και οσίων,
εσείς που δεν σέβεστε ούτε τη μνήμη των νεκρών

Θυμάμαι τις χειραψίες σας με βουλευτές
και τα τραπεζώματα με τους γραμματείς των υπουργείων,
για έναν διορισμό, για μια απευθείας ανάθεση,
για μια θέση στον ήλιο

Μόνο που για να δεις τον ήλιο
πρέπει να σηκώσεις το κεφάλι
Σας θυμάμαι να λέτε ότι έτσι κάνουν όλοι
γιατί έτσι είναι ο κόσμος

Έτσι είναι ο δικός σας κόσμος
Πέρα απ’ αυτόν υπάρχει ένας κόσμος
γεμάτος φως

Σας θυμάμαι σαν ένα μαύρο σύννεφο
σε ανοιξιάτικο μεσημέρι
Ντρέπομαι που αναπνέουμε τον ίδιο αέρα
Είμαστε ξένοι
Ό,τι πιο όμορφο έχω δει
είναι οι υψωμένες γροθιές
στα παράθυρα των κελιών
που μ’ έκαναν να κλάψω από χαρά
Αυτή τη χαρά εσείς δεν θα τη νιώσετε ποτέ
Σας λυπάμαι

Ο ύπνος του δικαίου

Τους τρομάζουν οι φωνές εκείνες
που μιλούν για πράγματα
που αδυνατούν να καταλάβουν
γιατί τους λείπει η ψυχή

Τους τρομάζουν οι σκέψεις
που δεν μπορούν να ελέγξουν
Τους τρομάζουν τα βλέμματα
που κοιτούν πέρα
απ’ τον μίζερο μικρόκοσμό τους

Τους φοβίζουν οι πράξεις
που θέτουν σε κίνδυνο
τον σάπιο κόσμο
που υπερασπίζονται

Τους φοβίζουν τα γραπτά
που προκαλούν σκέψεις
και συναισθήματα

Ύστερα είναι και η καριέρα τους
χτισμένη πάνω στον τάφο της δικαιοσύνης
Ας πάνε στη φυλακή χίλιοι αθώοι
Ας πάνε στα κομμάτια το σύνταγμα και οι νόμοι
Ας πάνε στα κομμάτια η λογική και η επιστήμη
αρκεί να πει το αφεντικό ότι έκαναν καλή δουλειά

Ξέρουν ότι έχουν άδικο
για αυτό δεν μαθαίνουμε ποτέ
τα ονόματά τους,
τα κρύβουν όπως κάποτε
οι δήμιοι κρύβαν το πρόσωπό τους με κουκούλα
Ξέρουν ότι δεν έχουν στοιχεία,
ούτε αποδείξεις, ούτε μάρτυρες

Σε άλλες εποχές θα έλεγαν ευθέως:
«Σε καταδικάζω γιατί δεν μ’ αρέσουν οι φίλοι σου,
σε καταδικάζω γιατί τολμάς να ονειρεύεσαι,
γιατί αντιστέκεσαι, γιατί αγωνίζεσαι,
σε μισώ γιατί πολεμάς την αδικία,
γιατί δεν κάθεσαι στον καναπέ σου,
γιατί δεν κάθεσαι στα αυγά σου,
γιατί δεν βλέπω στα μάτια σου φόβο,
σου στερώ την ελευθερία γιατί σού είναι πολύτιμη,
ποινικοποιώ την αλληλεγγύη
γιατί είναι απ’ τις βασικές αξίες της ζωής σου,
ποινικοποιώ τις ανθρώπινες σχέσεις
γιατί για μένα υπάρχουν μόνο σχέσεις εξουσίας
και συμφέροντος,
ποινικοποιώ τις ιδέες σου
γιατί αμφισβητούν την αυθεντία μου,
σε καταδικάζω γιατί εν πάση περιπτώσει
είμαι ο νόμος και η τάξη,
κάνω ό,τι θέλω
και δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν»

Τώρα όμως πρέπει να κρατήσουν τα προσχήματα
Έτσι, κρύβονται
πίσω από ανώνυμα τηλεφωνήματα χαφιέδων
και χαλκευμένα στοιχεία
και καταστρέφουν ζωές και χτίζουν φυλακές
και χτίζουν καριέρες

Σήμερα ο Τάσος και η Ηριάννα
αύριο εσύ, εγώ, όσοι μιλούν,
όσοι σκέφτονται, όσοι κοιτάζουν μακριά,
όσοι πράττουν, όσοι γράφουν,
όσοι διαβάζουν, όσοι αναπνέουν,
όσοι στέκονται ακόμα στα δυο τους πόδια

Φίλια πυρά

Σταμάτησε για μια στιγμή και έφερε το χέρι στο τραυματισμένο του πόδι. Τα βήματά του γίνονταν όλο και πιο βαριά. Σχεδόν σερνόταν. Παρόλο που πολλές φορές είχε υπερβεί τα όριά του και είχε εκπλαγεί με την αντοχή του, αυτή τη φορά ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τώρα βάδιζε σχεδόν αδιάκοπα, με ελάχιστη ξεκούραση και ελάχιστο νερό, χωρίς τροφή και χωρίς ύπνο. Όλες αυτές τις μέρες δεν είχε ακούσει ανθρώπινη φωνή. Χωρίς πυξίδα και χωρίς κάποιο μέσο επικοινωνίας δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε πού πήγαινε. Το τοπίο γύρω του παρέμενε ίδιο κι απαράλλαχτο όλες αυτές τις μέρες, σαν να περνούσε χιλιάδες φορές απ’ το ίδιο σημείο. Όταν νύχτωνε συνέχιζε να περπατάει στο βαθύ σκοτάδι. Έξι μήνες τώρα πολεμούσε χωρίς να έχει καταλάβει το γιατί. Οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά του ήταν συγκεχυμένες. Οι διαταγές που έπαιρναν κάθε μέρα απ’ το αρχηγείο ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους και να αναμένουν νεότερα. Είχαν ξεκινήσει να υποστηρίξουν τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί. Μετά από πολύ καιρό χωρίς να έχουν βρει κάποιο ίχνος τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είτε προχώρησαν είτε έχουν αποδεκατιστεί. Οι διαταγές όμως παρέμεναν οι ίδιες. Ακούγονταν φήμες ότι τους παραπλανούν για κάποιο λόγο που κανείς δεν γνώριζε.

Ένα πρωί άκουσε έναν συριχτό ήχο που συνοδεύτηκε από μια έκρηξη. Δεν πρόλαβε να καλυφθεί και έτσι κάποια θραύσματα της οβίδας τον τραυμάτισαν στο πόδι. Το τραύμα ήταν επιφανειακό και επιπόλαιο αλλά αρκετό για να τον αφήσει πίσω. Η διμοιρία του αφού ανασυντάχτηκε συνέχισε την πορεία της αδιαφορώντας για την τύχη του. Έτσι, έμεινε μόνος του με ακόμα περισσότερα αναπάντητα ερωτηματικά. Μέσα στον πανικό έχασε σχεδόν τα πάντα. Την πυξίδα του, το ρολόι του, τον φακό του, τον αναπτήρα του. Έμεινε μόνο με το όπλο του, δυο σφαίρες και ένα μισογεμάτο παγούρι. Έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του ξεκίνησε να προχωράει προς την κατεύθυνση που του φαινόταν σωστή βασιζόμενος μόνο στο ένστικτο. Αυτή η μοναχική πορεία ήταν σαν μια μικρογραφία της ζωής του. Πορευόταν μόνος, προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς να ξέρει ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι οι εχθροί του. Κάθε φορά που πήγαινε να πέσει στεκόταν όρθιος την τελευταία στιγμή χωρίς να ξέρει αν αυτό είναι η σωτηρία του ή η καταστροφή του. Στα εικοσιπέντε χρόνια του δεν είχε ακόμα αποφασίσει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, πώς θέλει να ζήσει. Πάνω που πήγαινε να βρει μια άκρη ήρθε ο πόλεμος.

Ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν. Η κούραση τον είχε καταβάλλει σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να έχει βαρίδια στα πόδια. Κάθε βήμα απαιτούσε μια τεράστια προσπάθεια. Για να νικήσει την αϋπνία κρατούσε διαρκώς το μυαλό του απασχολημένο. Σκεφτόταν τα πιο πιθανά και απίθανα πράγματα. Ανέσυρε ξεχασμένες αναμνήσεις, έκανε τον απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής του, αναθεωρούσε αποφάσεις, αναζητούσε απαντήσεις. Μετά από τρεις μέρες και νύχτες μοναχικής πορείας είχε πια φτάσει σε οριακό σημείο. Αν συνέχιζε έτσι σύντομα θα κατέρρεε. Σταμάτησε για να πάρει μια απόφαση. Τελικά αποφάσισε να συνεχίσει μέχρι να ξημερώσει. Τότε θα έβρισκε ένα σχετικά ασφαλές σημείο και θα κοιμόταν. Μετά ξεκούραστος πια θα σκεφτόταν αν πρέπει να ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση. Ήπιε δυο γουλιές νερό και συνέχισε παρά την εξάντληση τον δρόμο του. Μόλις είχε διανύσει μερικά μέτρα είδε κάτι που τον έκανε να ξεχάσει την κούραση και την αϋπνία. Μακριά, στο βάθος φαινόταν ένα φως. Ήταν αδύναμο και θαμπό αλλά φαινόταν καθαρά. Νόμιζε πως ονειρευόταν. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και τα ξανάνοιξε. Το φως ήταν ακόμα εκεί. Είχε σωθεί.

Μπορεί να ήταν από κάποια πόλη ή από κάποιο χωριό. Μπορεί η διμοιρία του να αποφάσισε να γυρίσει πίσω για να τον βρει. Μπορεί να ήταν απ’ τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί και είχε διαταγή να υποστηρίξει η διμοιρία του. Έπρεπε πρώτα να διαπιστώσει αν η πηγή του φωτός ήταν σταθερή ή κινούταν. Σταμάτησε και είδε το φως να μεγαλώνει σιγά σιγά. Κάποιοι έρχονταν προς το μέρος του. Σκέφτηκε να φωνάξει για να αντιληφθούν την παρουσία του και να επιταχύνουν το βήμα τους αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Αν αυτοί που έρχονταν δεν είχαν φιλικές διαθέσεις; Αν ήταν απ’ τα εχθρικά στρατεύματα; Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Κράτησε ακόμα και την αναπνοή του για να ακούσει έστω έναν ψίθυρο. Απόλυτη σιωπή. Σκέφτηκε να αρχίσει να κινείται προς άλλη κατεύθυνση για να μην τον βρουν, αν όμως αυτοί που έρχονταν δεν ήταν εχθροί θα είχε χάσει τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας. Προσπάθησε να διακρίνει κάποιο σημάδι που να μαρτυράει την ταυτότητά τους. Το μόνο που φαινόταν ήταν το φως. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε.

Σαν τα σύννεφα που φέρνουν βροχή

Κοιμόμαστε με τον φόβο,
ξυπνάμε με την αγωνία
και στο ενδιάμεσο λέμε ότι ζούμε
μήπως και το πιστέψουμε
Μαζευόμαστε στη γωνιά μας
και τη ζωή όλο την αναβάλλουμε

Κι είναι κάτι στιγμές που η ψυχή μας
θέλει να ξεχυθεί στους δρόμους
και να ξαναδώσει νόημα στις λέξεις
μα πάντα κάτι την κρατάει

Ανασαίνουμε εγκλωβισμένοι σ’ έναν κόσμο
που οι άνθρωποι κοιτάζουν το κενό
και δεν γελούν ποτέ
Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ
μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει

Ο παντογνώστης

Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου που οι περισσότεροι είχαμε την ατυχία να γνωρίσουμε στον εργασιακό μας χώρο ή σε κάποιο φιλικό κύκλο. Είναι αυτός που ξέρει ελάχιστα και νομίζει ότι ξέρει τα πάντα. Πάντοτε έχει κάποιον ξάδελφο ή κάποιον φίλο που έχει κάποια πολύ σπουδαία θέση στην τάδε ή στη δείνα εταιρεία, σε κάποια υπηρεσία ή οργανισμό και ξέρει από πρώτο χέρι όλα τα σκοτεινά μυστικά και όσα όλοι οι υπόλοιποι αγνοούν. Τα καθήκοντα που έχει ο περιβόητος ξάδελφος ή φίλος είναι πάντα ασαφή πάντως η θέση του είναι πολύ σπουδαία. Μιλάει με απόλυτη βεβαιότητα για το βιοτικό επίπεδο, τους μισθούς, τα ενοίκια και το εκπαιδευτικό σύστημα χωρών που δεν ξέρει καν πού βρίσκονται. Δεν έχει περάσει ούτε απ’ έξω από ελληνικό πανεπιστήμιο και τη Γερμανία την έχει δει μόνο στον χάρτη, ξέρει όμως ότι τα γερμανικά πανεπιστήμια είναι καλύτερα απ’ τα ελληνικά. Το σύμπλεγμα ραγιαδισμού απ’ το οποίο διακατέχεται τον κάνει να πιστεύει ότι στις άλλες χώρες τα πάντα είναι καλύτερα.

Είναι ζήτημα αν έχει πάει δυο φορές όλες κι όλες στη ζωή του στο θέατρο αλλά ξέρει ότι στον χώρο του θεάτρου υπάρχουν κυκλώματα, ξέρει επίσης πώς λειτουργούν και ποιοι συμμετέχουν σ’ αυτά. Δεν διαβάζει λογοτεχνία ξέρει όμως με βεβαιότητα ότι τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει εμφανιστεί κανένας αξιόλογος συγγραφέας. Όπως ξέρει ότι τα λογοτεχνικά βραβεία απονέμονται με αδιαφανή τρόπο και οι συγγραφείς που έχουν τιμηθεί με κάποιο βραβείο δεν το αξίζουν. Ξέρει ακόμα ότι ο κόσμος δεν διαβάζει και αν κάποιος του μιλήσει για τους εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους που υπάρχουν στην Ελλάδα, τα δεκάδες λογοτεχνικά περιοδικά, τις εκθέσεις βιβλίου, τις λογοτεχνικές ιστοσελίδες, τα φεστιβάλ και bazaar βιβλίου που προσελκύουν πλήθος κόσμου θα απαντήσει ότι κάποτε διάβασε μια έρευνα σύμφωνα με την οποία ο κόσμος δεν διαβάζει. Δεν έχει καμία σχέση με τον κινηματογράφο ξέρει όμως ότι οι μεγάλοι σκηνοθέτες δεν αξίζουν και ότι τους προώθησε κάποιο κύκλωμα. Και δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να εξοργιστεί ή να κλάψει απ’ τα γέλια όταν πιάνει στο στόμα του διεθνώς καταξιωμένους σκηνοθέτες που σπουδαίοι ομότεχνοί τους υποκλίνονται μπροστά στο ταλέντο τους.

Ξέρει ότι όλοι οι δικηγόροι είναι απατεώνες γιατί κάποτε χρειάστηκε νομικές υπηρεσίες και ο δικηγόρος στον οποίο απευθύνθηκε ζήτησε να πληρωθεί για τη δουλειά του. Ξέρει ότι οι γιατροί είναι όλοι χασάπηδες και πήραν το πτυχίο τους με μέσο γιατί κάπου, κάποτε άκουσε ότι η θεία κάποιου μπήκε στο νοσοκομείο για εγχείρηση ρουτίνας και πέθανε. Γενικά πιστεύει ότι όλοι οι επιστήμονες είναι υποταγμένοι σε μεγάλα συμφέροντα και όποιος απ’ αυτούς τολμήσει να σπάσει την ομερτά βρίσκεται νεκρός. Δεν έχει αγωνιστεί ποτέ, ξέρει όμως ότι οι αγώνες είναι μάταιοι και όσοι αγωνίζονται εξαργυρώνουν τους αγώνες τους. Αν αναφέρει κάποιος μια νικηφόρα απεργία, για παράδειγμα, θα ρωτήσει με δυσπιστία “Πότε έγινε αυτό;” και αφού βεβαιωθεί ότι είναι αλήθεια θα αρχίσει τις ιστορίες για αγρίους ή θα πει “Κι εγώ γιατί δεν το άκουσα;” επιρρίπτοντας στους άλλους την ευθύνη για τη δική του άγνοια. Ενώ αν του μιλήσουν για χιλιάδες ανθρώπους που έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους με αξιοπρέπεια και δεν πρόδωσαν ούτε εξαργύρωσαν τους αγώνες τους, θα καταφύγει σε κάποιο συνωμοσιολογικό σενάριο.

Αμφισβητεί με θράσος όσους έχουν ασχοληθεί για χρόνια με κάποιο αντικείμενο και αφού στριμωχτεί λέει “Αυτή είναι η άποψή μου” νομίζοντας ότι αυτό είναι άλλοθι για την κάθε ανοησία. Όταν θέλει να κάνει τους άλλους να νιώσουν ενοχές για τα δικά του ελαττώματα μιλάει σε πρώτο πληθυντικό. Όταν δε βρίσκεται σε κρίση μισανθρωπίας ξεστομίζει γκεμπελίστικες αθλιότητες του τύπου “Έχουμε τη λαμογιά στο αίμα μας” με αφορμή κάποια είδηση απ’ το αστυνομικό δελτίο. Όταν κάποιος αισθανθεί προσβεβλημένος και του ζητήσει τον λόγο, σαν θρασύδειλος που είναι καταφεύγει σε ανοησίες του τύπου “Γενικά μιλάω, μην το παίρνεις προσωπικά”. Προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τσιτάτα που αλίευσε από δω κι από κει τα οποία πάντα αποδίδει σε λάθος πρόσωπο. Παριστάνει τον βαθιά σκεπτόμενο άνθρωπο αναμασώντας χιλιοειπωμένα κλσέ του τύπου “Η παιδεία μας πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο” ενώ ποτέ δεν υποστηρίζει αυτά που λέει με επιχειρήματα. Είναι πολύ δειλός για να ζητήσει συγγνώμη και πολύ μικροπρεπής για να παραδεχτεί το λάθος του, αλλά αρκετά θρασύς για να απαξιώσει ανθρώπους που θεωρούνται αυθεντίες στον τομέα τους. Ποτέ δεν θα πει καλή κουβέντα για άνθρωπο και τις επιτυχίες των άλλων τις αποδίδει στην τύχη ή σε κάποια σκοτεινά κέντρα που προωθούν τους δικούς τους και κλείνουν τις πόρτες στους πραγματικά άξιους. Όταν μιλάει πονάνε τα αυτιά μας απ’ τα εκφραστικά και συντακτικά λάθη που κάνει αλλά χαρακτηρίζει τους άλλους αμόρφωτους.

Ο παντογνώστης φυσικά έχει άποψη και για την κρίση. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είναι λίγο μπερδεμένος. Απ’ τη μία πιστεύει ότι υπεύθυνοι για την κρίση είναι οι ξένοι που μας ζηλεύουν για τον πολιτισμό μας, αλλά απ’ την άλλη πιστεύει ότι η οικονομική κρίση είναι αποτελέσμα της πολιτισμικής κρίσης που μας ταλανίζει εδώ και δεκαετίες. Έτσι, υποστηρίζει πότε τη μία πότε την άλλη άποψη ανάλογα με τη διάθεσή του. Κάνει αυθαίρετες γενικεύσεις και όταν η πραγματικοτητα δεν τον βολεύει επινοεί επί τόπου μια ιστορία που υποτίθεται πως υποστηρίζει την άποψή του. Μεμψιμοιρεί και μιλάει ισοπεδωτικά και για αυτόν τα πράγματα είναι πάντα “άσπρο” ή “μαύρο” σαν να μην υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις.

Όταν οι άλλοι αρνούνται να δεχτούν τις ασυναρτησίες του σαν απόλυτη αλήθεια τούς κατηγορεί ότι δεν σέβονται τη γνώμη του. Ενίοτε μπορεί να γίνει διασκεδαστικός, επειδή όμως αυτό είναι σπάνιο συνήθως οι γύρω του ξεκινούν μεταξύ τους συζητήσεις για άλλα θέματα και τον αφήνουν να αγορεύει μόνος του. Όντας εριστικός, αγενής και επηρμένος πολλές φορές απομονώνεται και τότε μονολογεί συνεχώς για την κακία των ανθρώπων. Γιατί όπως προανέφερα για τον παντογνώστη όλα είναι “άσπρο” ή “μαύρο” οπότε εφόσον δεν αναγνωρίζετα η μεγαλοφυΐα του, όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί.

Ίχνη πάνω στην άμμο

Ίχνη πάνω στην άμμο
στις ακτές της Μεσογείου
Η ιστορία του κόσμου
είναι ίχνη πάνω στην άμμο
που τα σβήνουν τα κύματα

Αν βρείτε κάποτε πάνω στην άμμο
μικροσκοπικά ίχνη που ίσα που φαίνονται
μην προσπεράσετε βιαστικά
σαν να είναι κάτι που δεν σας αφορά
Εκεί κοντά μπορεί να βρείτε
κάποιο μεταναστευτικό πουλί
που έσπασε το φτερό του,
έχασε το σμήνος του κι απόμεινε μονάχο

Μην πείτε πως σας είναι άγνωστο,
κάτι πρωτόγνωρο που δεν έχετε ξαναδεί
Μην ψάξετε τη συνομοταξία και την τάξη του
μέσα σε βιβλία σκονισμένα
Μόνο θυμηθείτε τις ιστορίες που έλεγαν οι παλιοί
πως κάποια μέρα έφτασαν σε μια ακτή κυνηγημένοι
και πάνω στα συντρίμμια ξαναχτίσαν τη ζωή τους

Προκεχωρημένο φυλάκιο

Γεννήθηκα το 1912. Μπορεί και να ήταν το 1914. Όχι, το 1913 ήταν. Ο πατέρας μου πέθανε πριν γεννηθώ κι εγώ πήρα το όνομά του. Μια μέρα του 1924… Όχι δεν ήταν το 1924. Ούτε το 1922. Πρέπει να ήταν το 1923. Το 1923 λοιπόν ήρθε στο σπίτι ένας άντρας με στολή και μας είπε ότι σε λίγο καιρό έπρπε να μαζέψουμε τα πράγματά μας, όσα δηλαδή μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας, και να φύγουμε. Για να διασφαλιστεί, λέει, η ειρήνη και η ευημερία της ανθρωπότητας έπρεπε δυο εκατομμύρια άνθρωποι να ξεριζωθούν απ’ τη γη που έζησαν αυτοί και οι πρόγονοί τους για αιώνες. Δεν μπορούσαμε να επιλέξουμε πού θα πάμε. Έτσι, καταλήξαμε εδώ. Τυχαία. Στην αρχή μέναμε σε μια σκηνή μαζί με δυο άλλες οικογένειες. Μετά μας παραχώρησαν ένα οικόπεδο και χτίσαμε ένα σπίτι.

Ξεχνάω. Ξεχνάω ονόματα, χρονολογίες, γεγονότα. Ξεχνάω κάθε μέρα και πιο πολύ. Χάνω το μυαλό μου. Χάνω τον εαυτό μου. Η ζωή μου είναι σαν μια φωτογραφία που κάθε μέρα ξεθωριάζει. Και φοβάμαι ότι μια μέρα θα γίνει κάτασπρη σαν το χιόνι. Σαν το χιόνι που ό,τι κι αν γράψεις πάνω του μετά από λίγο σβήνεται. Μπορεί να χάνω το μυαλό μου αλλά έχω ακόμα την καρδιά μου. Μπορώ ακόμα να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι, να νοσταλγώ, να ελπίζω. Ελπίζω ότι κάποτε θα ξαναβρώ τον εαυτό μου. Αν και ξέρω ότι πια δεν υπάρχει επιστροφή. Όπως τότε που μας φέρανε εδώ. Ελπίζαμε ότι μια μέρα θα γυρίσουμε πίσω στον τόπο μας, όμως βαθιά μέσα μας ξέραμε ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Η ζωή μας δεν ήταν στα χέρια μας. Κάποιοι άλλοι είχαν αποφασίσει ότι ανήκουμε εδώ. Κάποιοι που ποτέ δεν νιώσαν τον πόνο μας και λογαριάζουν τους ανθρώπους σαν άψυχα αντικείμενα και πετούν όσους περισσεύουν. Αυτοί λοιπόν οι μεγάλοι, οι δυνατοί αποφάσισαν ότι έτσι έπρεπε να γίνει κι εμείς δεχτήκαμε τη μοίρα μας. Ήμασταν οι ηττημένοι ενός πολέμου στον οποίο ποτέ δεν πήραμε μέρος. Ενός πολέμου που όπως όλοι οι πόλεμοι έχει καταστροφικές συνέπειες. Αλλά και η ειρήνη τους είναι το ίδιο σκληρή κι απάνθρωπη όσο ο πόλεμός τους.

Όσα χρόνια κι αν περάσαν ποτέ δεν ρίζωσα σ’ αυτό τον τόπο. Ήμουν πάντα ξένος. Άλλωστε είχαν φροντίσει να μου το δείξουν απ’ την πρώτη στιγμή. Στην ηλικία που τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα, εγώ έμαθα πόσο μικρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Κάποτε προσπαθούσα να ξεχάσω αυτά που με πλήγωναν, όπως τώρα προσπαθώ να θυμηθώ. Κι ήταν κάτι στιγμές τα βράδια, όταν έχει τόση ησυχία που ακούς ακόμα και τον χτύπο της καρδιάς σου, που όλα αυτά που προσπαθούσα να σβήσω ξαναζωντάνευαν σαν να είχαν γίνει χτες. Και τότε καταλάβαινα ότι κάποια πράγματα είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μας. Τώρα ακούω πάλι καμιά φορά τον χτύπο της καρδιάς μου και τότε καταλαβαίνω ότι είμαι ζωντανός. Εξακολουθώ να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι και να νοσταλγώ τα ίδια πράγματα. Να αγαπάω τη ζωή και τους ανθρώπους. Να μισώ την αδικία. Να φοβάμαι όταν ακούω να μιλούν για διακρατικές συμφωνίες και συνθήκες ειρήνης. Να νοσταλγώ την ευτυχία.

Όταν χάνεις κάτι που αγαπάς προσπαθείς να αναπληρώσεις το κενό. Από τότε που έχασα την πατρίδα μου, πατρίδα μου έγινε η μνήμη. Όσα είχα αφήσει πίσω μου, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, τα κουβαλούσα μέσα μου και δεν μπορούσε κανείς να μου τα πάρει. Ήταν σαν ένα μπουκάλι κρασί που το φυλάς σε μια σκοτεινή γωνιά του σπιτιού για μια ξεχωριστή περίσταση. Μπορεί ο ήλιος να είναι ίδιος σε κάθε γωνιά της γης, το χώμα μετά τη βροχή να έχει την ίδια μυρωδιά, ο ουρανός και η θάλασσα να έχουν παντού το ίδιο χρώμα, ο άνεμος όταν φυσάει να κάνει τον ίδιο ήχο, αλλά όταν έρθει η ώρα να πάρεις τον δρόμο της προσφυγιάς θυμάσαι τον ουρανό, τη θάλασσα, τον ήλιο και το χώμα της πατρίδας σου και καταλαβαίνεις ότι ήταν μοναδικά γιατί ήταν δικά σου.

Τώρα πια που η αρρώστια και ο χρόνος σβήνουν τη μνήμη μου, χάνω για δεύτερη φορά την πατρίδα μου μαζί με κάθε κομμάτι του εαυτού μου. Τελευταία γραμμή άμυνας είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο. Όταν ήμουν μικρός, λίγο καιρό πριν φύγουμε, είχα χτυπήσει το πόδι μου στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Από τότε κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός αυτή η παλιά πληγή με πονάει. Και ο πόνος φέρνει στον νου μου την εικόνα του σπιτιού μου και την αυλή με τα δέντρα και τα λουλούδια και τον δρόμο που περνούσε μπροστά απ’ το σπίτι και τους γείτονες που ποτέ δεν μάθαμε τι απέγιναν.

Η ζωή μου δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν μια συνηθισμένη ζωή όπως οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που για τα βιβλία της ιστορίας είναι απλοί αριθμοί. Κάποτε διαβάζεις ότι χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν, εκτοπίστηκαν, βασανίστηκαν, έμειναν ανάπηροι, πέθαναν απ’ την πείνα και τις κακουχίες. Ήταν άνθρωποι όπως εσύ, όπως αυτοί που αγαπάς. Αλλά δεν άκουσες ποτέ τις κραυγές τους, δεν είδες ποτέ τα δάκρυά τους, δεν ένιωσες ποτέ την αγωνία και το παράπονό τους. Η ζωή μου λοιπόν ήταν μια απλή, συνηθισμένη ζωή. Αγωνίστηκα και μόχθησα πολύ, χάρηκα λίγο, δεν ταξίδεψα παρά μόνο μια φορά, αν μπορεί να θεωρηθεί ταξίδι το να έρχονται στη ζωή σου τα πάνω κάτω. Τώρα φοβάμαι ότι πλησιάζει η ώρα για το μεγάλο ταξίδι. Αυτή τη φορά χωρίς αποσκευές και διαβατήριο. Όταν φύγαμε απ’ τον τόπο μας έπρεπε να χωρέσουμε όλη τη ζωή μας σε μια βαλίτσα. Όταν έρθει η ώρα να αφήσω αυτόν τον κόσμο πρέπει να χωρέσω όλη μου τη ζωή σε μια φράση. Σε μια φράση που θα δείχνει ότι ούτε ο χρόνος ούτε η αρρώστια κατάφεραν να με νικήσουν. Θα πω λοιπόν σ’ αυτόν που θα με οδηγήσει απέναντι ότι είμαι ένα μαύρο ρόδο που ξερίζωσαν απ’ τη γη της Ιωνίας και από τότε δεν μπόρεσε να ριζώσει σε άλλη γη.

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο http://www.nakasbookhouse.gr/blog