Ποιητική συλλογή «Χειμερινή ισημερία»

Η ποιητική μου συλλογή «Χειμερινή ισημερία» κυκλοφορεί πλέον αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή. Μπορείτε να την κατεβάσετε ελεύθερα από εδώ https://www.openbook.gr/xeimerini-isimeria/ και από εδώ https://www.ebooks4greeks.gr/xeimerinh-ishmeria

Advertisements

Ας γελάσω

Το κύκνειο άσμα του Μ. Καραγάτση

Με τον όρο γενιά του ’30 αναφερόμαστε στους λογοτέχνες που γεννήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα και κατά τη δεκαετία του 1930 έφτασαν στη δημιουργική τους ακμή. Ήταν λογοτέχνες νέοι, μορφωμένοι, αστικής καταγωγής που επηρεάστηκαν απ’ τα λογοτεχνικά ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης, κυρίως της Γαλλίας. Αναζητώντας νέους δρόμους λογοτεχνικής έκφρασης θεμελίωσαν το σύγχρονο μυθιστόρημα. Η γενιά του ’30 δημιούργησε στη σκιά της Μικρασιατικής Καταστροφής και εν αναμονή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αγωνία των λογοτεχνών αυτής της γενιάς να εκφραστούν οδήγησε σε ένα πολύ γόνιμο διάλογο ανάμεσα σε εκπροσώπους διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων, καθώς και στην ίδρυση σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών. Αυτή η ανταλλαγή απόψεων και ιδεών ανακόπηκε απ’ την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας. Οι λογοτέχνες της γενιάς του ’30 αφήνουν πίσω τους τις παραδοσιακές φόρμες, συνεχίζοντας να εμπνέονται απ’ την παράδοση, αλλά αντιμετωπίζοντάς την σαν κάτι ζωντανό και όχι σαν μουσειακό είδος. Επιχειρούν να μιλήσουν για την ελληνικότητα στην οικουμενική της διάσταση, αφομοιώνοντας παράλληλα λογοτεχνικά ρεύματα του εξωτερικού. Στην πεζογραφία θέτουν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους τον σύγχρονο άνθρωπο, που είναι δημιούργημα των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών. Η καταλληλότερη φόρμα για να εκφραστούν οι νέες ιδέες είναι το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα, λόγω της μεγάλης του έκτασης, δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να σκιαγραφήσει τους ήρωες και το περιβάλλον τους σε όλη τους την έκταση. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30 είναι ο Γ.Θεοτοκάς, ο Σ. Μυριβίλης, ο Η. Τερζάκης και ο Μ. Καραγάτσης.

Ο Μ. Καραγάτσης γεννήθηκε το 1908. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Το ψευδώνυμο Καραγάτσης το πήρε απ’ το δέντρο καραγάτσι, στη σκιά του οποίου διάβαζε κατά την εφηβεία του. Όσο για το αρχικό Μ πιθανότατα να σημαίνει Μίτια, το όνομα Δημήτρης στα ρωσικά, παρατσούκλι με το οποίο τον αποκαλούσαν οι φίλοι του λόγω της αγάπης του για τον Ντοστογιέφσκι. Ο Καραγάτσης υπήρξε πολυγραφότατος. Με σπουδές νομικής, όπως πολλοί εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, και με βαθιά γνώση της ιστορίας άφησε πίσω του ένα πλούσιο έργο που περιλαμβάνει διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, κριτικές, θεατρικά έργα και ιστορικά δοκίμια. Ο Καραγάτσης εμφανίστηκε στα γράμματα με το μυθιστόρημα «Συνταγματάρχης Λιάπκιν». Ο ήρωας αυτού του μυθιστορήματος είναι ένας πρώην αξιωματικός του τσαρικού στρατού που μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση εγκαθίσταται στην Ελλάδα και προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Στο θέμα του ανθρώπου που προσπαθεί να ριζώσει σε ξένο τόπο ο Καραγάτσης επανέρχεται αργότερα και σε άλλα έργα του όπως «Η μεγάλη Χίμαιρα». Στο έργο του Καραγάτση κυριαρχούν οι λεπτομερείς περιγραφές που ζωντανεύουν τους ήρωες και φέρνουν μπροστά στα μάτια μας τον χώρο στον οποίο κινούνται σαν ζωγραφικό πίνακα. Αυτές οι περιγραφές όχι μόνο δεν κουράζουν τον αναγνώστη αλλά εντείνουν το ενδιαφέρον του. Κυρίαρχο ρόλο στο έργο του Καραγάτση παίζει επίσης το σεξουαλικό στοιχείο. Οι ήρωές του διακατέχονται απ’ την επιθυμία να ικανοποιήσουν τις γενετήσιες ορμές τους. Μιλούν για αυτό, το σκέφτονται χωρίς όμως να το συγχέουν με το συναίσθημα. Ίσως να πρόκειται για φροϋδική επιρροή, ίσως πάλι να οφείλεται στο ότι οι ήρωές του είναι ζωντανοί. Είναι άνθρωποι με πάθη και επιθυμίες. Κάποιοι ήρωες του Καραγάτση έχουν τραγικό τέλος. Μέσα από μια σειρά λάθος επιλογών και συγκρούσεων οδηγούνται στην καταστροφή και τον θάνατο. Ο Καραγάτσης όμως σπάνια αναφέρεται στη μοίρα, άλλωστε σε μια επιστολή του στο περιοδικό Πρωτοπόροι χαρακτηρίζει τον εαυτό του ματεριαλιστή και ρασιοναλιστή. Το ωριμότερο έργο του θεωρείται το μυθιστόρημα «Το 10». Αν και ημιτελές είναι ένα άρτιο λογοτεχνικά έργο. Ό,τι πρόλαβε να γράψει είναι τα τρία τέταρτα του πρώτου μέρους μιας τετραλογίας.

Στον αριθμό 10 της οδού Παρασάγγη στον Πειραιά, ένα πρώην εργοστάσιο οινοποιΐας έχει μετατραπεί σε λαϊκή πολυκατοικία. Παρακολουθούμε τις ιστορίες των ενοίκων της και κάποιων ενοίκων γειτονικών σπιτιών χωρίς να υπάρχει κάποια κεντρική πλοκή. Αυτές οι ιστορίες πολλές φορές διασταυρώνονται και ακολουθούν η μία την άλλη. Το πρώτο πρόσωπο που γνωρίζουμε είναι ο Μικές, ο ψαράς. Έχοντας δει τις κοπέλες να πηδάνε τις φωτιές κατά τη γιορτή του Κλήδονα, έχει αναστατωθεί και πηγαίνει να κατασιγάσει το πάθος του στο υπόγειο της Ελενάρας, πρώην πόρνης και νυν καθαρίστριας στο μέγαρο του εφοπλιστή Μαλανδρή. Ο Μικές αηδιασμένος απ’ τη συνεύρεση με την ηληκιωμένη Ελενάρα ξεκινάει για την ψαραγορά. Η Ελενάρα τινάζει την κουβέρτα της και ξυπνάει τον Ευάγγελο Νταηγιώργη, έναν απ’ τους ιδιοκτήτες του 10. Ακολουθεί ένας άγριος καβγάς φαινόμενο πολύ συνηθισμένο σ’ αυτή την πολυκατοικία. Έτσι, ο συγγραφέας απ’ τις πρώτες κιόλας σελίδες μας εισάγει στο κλίμα του έργου. Ο Ευάγγελος Νταηγιώργης, όπως προανέφερα, μαζί με τη σύζυγό του Δέσποινα είναι δυο απ’ τους ιδιοκτήτες του 10. Οι άλλοι ιδιοκτήτες είναι το ζεύγος Χαριτάκη. Πώς όμως πέρασε στα χέρια τους το 10; Η Ειρήνη Χαριτάκη υπήρξε ερωμένη και μακρινή ανιψιά του ιδιοκτήτη του 10 Αναστάση Καλογερά. Κάποια στιγμή ο Καλογεράς συνέταξε μια διαθήκη με την οποία καθιστούσε την Ειρήνη Χαριτάκη μοναδική κληρονόμο της περιουσίας του. Ερωμένη του Καλογερά όμως υπήρξε και η Δέσποινα Νταηγιώργη και μάλιστα με προτροπή του συζύγου της. Ο Ευάγγελος Νταηγιώργης αν και ήταν ανηψιός του Καλογερά ήξερε ότι δεν είχε πολλές ελπίδες να τον κληρονομήσει, γιατί δεν ήταν καθόλου συμπαθής στον θείο του. Έτσι έσπρωξε τη σύζυγό του στην αγκαλιά του ηλικιωμένου θείου του. Ο Καλογεράς στη συνέχεια συνέταξε δεύτερη διαθήκη με την οποία καθιστούσε μοναδική κληρονόμο του τη Δέσποινα. Όπως είναι γνωστό η τελευταία διαθήκη αναιρεί τις προηγούμενες. Η Δέσποινα όμως, που είχε ερωτευτεί πραγματικά τον Καλογερά έσκισε τη διαθήκη γιατί δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί την αγάπη του. Οπότε το 10 το κληρονόμησε το ζεύγος Χαριτάκη. Ο Νταηγιώργης απείλησε τους Χαριτάκηδες με δικαστήρια και διέσυρε την Ειρήνη Χαριτάκη. Έτσι αυτή για να γλιτώσει απ’ τις συκοφαντίες του Νταηγιώργη τού προτείνει να του παραχωρήσει ένα ποσοστό του 10 κι εκείνος δέχεται. Και κάπως έτσι οι οικογένειες Νταηγιώργη και Χαριτάκη έγιναν ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας.

Στη συνέχεια γνωρίζουμε τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου. Τα αδέλφια Νίκο και Μιχάλη Βάλβη που έχουν το μπακάλικο, το καφενείο και την ταβέρνα του 10. Η μεγαλύτερη έγνοια του Μιχάλη είναι να παντρέψει τις δυο αδελφές του για να μπορέσει να παντρευτεί την αγαπημένη του Άννα Λέφα. Τη λύση θα δώσει Κώστας Νταηγιώργης, ένας απ’ τους γιους του Ευάγγελου και της Δέσποινας, ο οποίος προσφέρεται να παντρευτεί τη μικρότερη απ’ τις αδελφές, την Αντωνία, για να βάλει στο χέρι την προίκα. Η μεγαλύτερη αδελφή Παναγιώτα θεωρείται μεγάλη για γάμο, οπότε δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο στην ευτυχία του Μιχάλη. Η Παναγιώτα αισθανόμενη ανεπιθύμητη αυτοκτονεί, η αυτοκτονία της στο βιβλίο απλώς υπαινίσσεται ενώ στην τηλεοπτική μεταφορά του, στην οποία θα αναφερθώ παρακάτω, αναφέρεται ευθέως. Γνωρίζουμε επίσης τον θρησκόληπτο κρεοπώλη Πολύκαρπο Κουρμπάνη, τον ομοφυλόφιλο μανάβη Αντρέα Φούφα που κλέβει στο ζύγι, τον χασικλή και άνθρωπο του υποκόσμου Γιώργο Λέφα, αδελφό της Άννας, αγαπημένης του Μιχάλη Βάλβη.

Άλλα σημαντικά πρόσωπα του έργου είναι ο Βλάσης Κορνούτος, μαρξιστής και διευθυντής δημοτικού σχολείου. Ο Κορνούτος αγωνίζεται για το κοινό καλό μέσα απ’ τη δουλειά του. Φροντίζει ώστε τα φτωχά παιδιά να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στην παιδεία. Με τον φίλο του Θανάση Κούγια κάνουν μακροσκελείς συζητήσεις για τα προβλήματα της κοινωνίας και την επίλυσή τους. Ο Θανάσης Κούγιας είναι ο γιατρός του Ι.Κ.Α. της περιοχής. Όλη μέρα εξετάζει ασθενείς και ζει με έναν πενιχρό μισθό. Όλοι τον αγαπούν και για την επιστημονική του επάρκεια και για την ηθική του ακεραιότητα. Ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο είναι ο Γιάννης ο Κουλός, ανάπηρος πολέμου και ιδιοκτήτης περιπτέρου. Ζει με τη σύντροφό του την Κατίνα και τα δυο ανίψια της Γιώργο και Άννα Λέφα, στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω. Δεν θα μπορούσα να παραλείψω την πολυμελή οικογένεια των παντοφλάδων, ίσως τη φτωχότερη οικογένεια του 10. Ασχολούνται με την κατασκευή παντοφλών εξ’ ου και το παρατσούκλι τους. Μια απ’ τις κόρες της οικογένειας, η Σοφούλα, θα πέσει θύμα βιασμού απ’ τον Γιώργο Λέφα και τον Αντρέα Φούφα. Επίσης άξιες αναφοράς είναι η Μαρίνα και η Ντόμενα, οι μεγάλες κουτσομπόλες του 10. Φαρμακόγλωσσες και αθυρόστομες, δεν αφήνουν άνθρωπο που να μη σχολιάσουν. Δυο ενδιαφέροντα πρόσωπα είναι ο Μιχάλης Φουντούκος και ο Βασίλης Νικολάου ή Λούσης. Ο πρώτος είναι πλασιέ και μετέπειτα βιομήχανος καλλυντικών. Έξυπνος και εργατικός, συμπαθητικός και φιλικός, έχει άριστες σχέσεις με όλη τη γειτονιά. Το μόνο του ελάττωμα είναι μια εμμονή. Πιστεύει ότι είναι προορισμένος να γίνει άρχων του κόσμου, έχει καταστρώσει μάλιστα και σχέδιο διακυβέρνησης. Η ιδέα του είναι πολύ απλή: Όλοι οι λαοί του κόσμου πρέπει να ενωθούν σε ένα κράτος με αρχηγό αυτόν. Ο Λούσης ζει κι αυτός στον δικό του ψεύτικο κόσμο. Το παρατσούκλι Λούσης το απέκτησε γιατί μιλούσε συνεχώς για την υποτιθέμενη αδελφή του Λούση, που δεν έχει δει κανείς. Ισχυρίζεται ότι είναι πολύ πλούσιος, κατάγεται απ’ την Αυστρία και το πραγματικό του όνομα είναι Βάλτερ Φίμπερ. Λέει μάλιστα ότι είχε δεκατρία παιδιά που πέθαναν όλα διαδοχικά από αρρώστιες και ατυχήματα. Το επάγγελμα του είναι ψευτοτεχνίτης. Κάνει δηλαδή διάφορα μερεμέτια. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο Στεφανής Δούκας, ναυτικός. Η κρίση της ναυτιλίας τον άφησε άνεργο, η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και έτσι καταλήγει στο 10 όπου νοικιάζει δωμάτιο. Η παράθεση όλων των προσώπων του έργου ξεφεύγει απ’ τον σκοπό και το πλαίσιο αυτού του κειμένου.

Το 2007 το «10» μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη απ’ τον τηλεοπτικό σταθμό ALPHA. Πρόκειται για μια εκπληκτική δουλειά, σπάνια για τα τηλεοπτικά δεδομένα. Το καστ αποτελούν ταλαντούχοι ηθοποιοί: Δημήτρης Καταλειφός, Ρένη Πιττακή, Ερρίκος Λίτσης, Μαρία Ναυπλιώτη, Γιάννης Χαραλαμπόπουλος κ.α. Η σκηνοθεσία της Πηγής Δημητρακοπούλου είναι εξαιρετική, όπως και η σκηνογραφία του Κώστα Παππά. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου συμπληρώνει αριστουργηματικά το σύνολο. Όπως είναι λογικό υπάρχουν κάποιες διαφορές σε σχέση με το βιβλίο. Η βασικότερη είναι ότι το σήριαλ μας γυρίζει αρκετά χρόνια πίσω. Ο Καλογεράς, ιδιοκτήτης του 10, είναι ακόμα εν ζωή και φυσικά όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα νέα. Επίσης, παραλείπεται εντελώς ένα πρόσωπο που στο βιβλίο καταλαμβάνει σχετικά σημαντικό χώρο. Το πρόσωπο αυτό είναι ο Στεφανής Δούκας.

Η γλώσσα του «10» και στην αφήγηση και στους διαλόγους είναι η γλώσσα των ανθρώπων του μόχθου, ενώ δεν λείπει και η αθυροστομία όπως και το καυστικό χιούμορ. Αν και ημιτελές, οι ήρωές του είναι ολοκληρωμένοι και αποδίδουν έξοχα την εποχή τους. Κάποιες ανακολουθίες ίσως να οφείλονται στο ότι το βιβλίο δεν ολοκληρώθηκε. Για παράδειγμα ο γιατρός Κούγιας σε ένα σημείο κερδίζει μόλις 1.500 δραχμές και με τις επισκέψεις σε σπίτια άλλα τόσα, ενώ σε άλλο σημείο κερδίζει πολύ περισσότερα και μάλιστα προσλαμβάνει νοσοκόμα. Όπως και σε άλλα έργα του Καραγάτση, σε κάποια σημεία υπάρχει αντικομμουνισμός, χωρίς όμως να είναι το κυρίαρχο στοιχείο του έργου. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Γιάννη του Κουλού στο «βουλγάρικο» πολυβόλο που του σακάτεψε το χέρι στο Σκρα, όπως επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ο αφηγητής αποκαλεί τον εμφύλιο πόλεμο συμμοριτοπόλεμο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Καραγάτσης ήταν ένας συντηρητικός αστός. Αυτό ωστόσο δεν τον εμποδίδει να σατιρίζει τη θρησκοληψία και την υποκρισία του Πολύκαρπου Κουρμπάνη, όπως και να στηλιτεύει την υποκρισία του εφοπλιστή Μαλανδρή.

Το «10» και οι ήρωές του απηχούν την ηθική της εποχής. Η εγκυμοσύνη εκτός γάμου θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα και μάλιστα χειρότερο απ’ τον βιασμό, τα παιδιά εκτός γάμου αποκαλούνται μπάσταρδα, το να αναζητά μια γυναίκα τον πλούσιο γαμπρό που θα της εξασφαλίσει μια άνετη ζωή θεωρείται απόλυτα θεμιτό, η χρήση κάνναβης παρουσιάζεται σαν έγκλημα και η ομοφυλοφιλία σαν κάτι μη φυσιολογικό. Αν παραβλέψει κανείς κάποια στοιχεία που σήμερα ξενίζουν και ίσως εκείνη την εποχή θεωρούνταν δικαιολογημένα, το βιβλίο αποπνέει μια φρεσκάδα και διαβάζεται ευχάριστα και σήμερα. Ο Καραγάτσης δεν αντιμετωπίζει τη φτωχολογιά με υπεροψία. Κάθε μέρα κατέβαινε στον Πειραιά για να μιλήσει και να παρατηρήσει ανθρώπους. Αναλύει την προσωπικότητα και τον ψυχισμό τον ηρώων του σε βάθος για αυτό και θυμίζουν ανθρώπους που θα μπορούσαμε να είχαμε γνωρίσει. Ωστόσο εντύπωση προκαλεί η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Απ’ τα δεκάδες πρόσωπα του έργου ούτε ένα δεν είναι πρόσφυγας και δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στους προσφυγικούς συνοικισμούς του Πειραιά. Απ’ ό,τι ξέρουμε ο Καραγάτσης σχεδίαζε να τελειώσει το «10» με μια πυρκαγιά που θα το κατέστρεφε ολοσχερώς. Ίσως αυτή η πυρκαγιά να έχει συμβολική σημασία. Ξεκίνησε τη συγγραφή του το 1958, ενώ είχε ήδη πρόβλημα με την καρδιά του. Πεθαίνοντας, το 1960, η τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει ήταν «Ας γελάσω». Η φράση αυτή ανήκει στον κομμουνιστή Μέντη Παυλόπουλου και αναφέρεται στον διορισμένο γραμματέα της Γ.Σ.Ε.Ε., κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης με τον Βλάση Κορνούτο για μια επικείμενη απεργία. Ποτέ δεν θα μάθουμε πώς κατέληξε αυτή η συζήτηση. Ίσως ο συγγραφέας θα ήθελε να αφήσουμε τη φαντασία μας ελεύθερη. Άλλωστε η φαντασία είναι βασικό στοιχείο του έργου του.

Πηγές

Μ. Καραγάτση, Το 10, έκδοση του βιβλιοπωλείου της Εστίας
Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, 2008
Σπανάκου Ζωή, Εισήγηση στο 1ο Συνέδριο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας «Καραγάτσεια 2007», Λάρισα 19 Μαιου 2007
Αντιγόνη Βλαβιανού, Μ. Καραγάτσης – Romain Gary Όταν η πολυώνυμη φαντασία συναντά μια ψευδώνυμη πραγματικότητα
Ελένη Μπερτσάτου, Διαβάζοντας τον Καραγάτση, Αθήνα 16/6/2008
Νίκος Σαραντάκος, Όταν ο Καραγάτσης συνομιλούσε με τους Πρωτοπόρους, 23/10/2016

Μεταμόρφωση

Υπάρχουν άνθρωποι που τους γνωρίζουμε χρόνια και τους συναναστρεφόμαστε σχεδόν καθημερινά. Φίλοι, γείτονες, συνάδελφοι. Αυτοί οι άνθρωποι είναι, κατά το κοινώς λεγόμενο, καλοί. Ευγενικοί, φιλικοί, πρόθυμοι να μας δώσουν τη βοήθειά τους όταν τη χρειαστούμε. Κάνουμε παρέα μαζί τους και περνάμε ευχάριστα. Επίσης πολλοί απ’ αυτούς είναι, αυτό που λέμε, δημοκρατικοί. Είναι αντίθετοι σε δικτατορίες, πραξικοπήματα και φασιστικά καθεστώτα. Όλα καλά λοπόν μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Συμβιώνουμε μαζί τους αρμονικά και ποτέ δεν μας έχουν δώσει δικαίωμα να σκεφτούμε κάτι αρνητικό για αυτούς. Ώσπου έρχεται ένα γεγονός όπως η προσφυγική κρίση ή η ανακίνηση κάποιου «εθνικού» θέματος και αυτοί οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε τέρατα. Από εκεί που ήταν πρόσχαροι, γενναιόδωροι και κοινωνικοί ξαφνικά γίνονται μισάνθρωποι, απάνθρωποι, φανατικοί, γεμάτοι κακία. Κατατρεγμένοι άνθρωποι ή κάποιος γειτονικός λαός γίνονται εχθρός τους. Χαίρονται για τον θάνατο αθώων ανθρώπων, ακόμα και μικρών παιδιών, ονειρεύονται πογκρόμ, στρατόπεδα συγκέντρωσης και πολέμους. Τους ακούμε να μιλάνε και αναρωτιόμαστε πού κρύβονταν τόσα χρόνια τόσο μίσος, τόση ασχήμια, τόση αμάθεια, τόση ανοησία. Η απάντηση είναι απλή. Όλα αυτά υπήρχαν μέσα τους και περίμεναν την αφορμή για να εκδηλωθούν. Είναι σαν κάτι ανθρώπους που δεν ενοχλούν ποτέ κανέναν και όταν πάρουν έστω και λίγη εξουσία στα χέρια τους, μετατρέπονται σε τυράννους.

Μια δύσκολη κατάσταση ή μια κοινωνική κρίση αποκαλύπτουν τον πραγματικό χαρακτήρα πολλών ανθρώπων. Και αυτή η αποκάλυψη είναι πολύ χρήσιμη γιατί μας αναγκάζει να πάρουμε θέση και να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας μαζί τους. Γιατί υπάρχουν αξίες όπως η ελευθερία, η ισότητα, η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη των λαών που είναι πάνω από οποιαδήποτε φιλία και οποιαδήποτε γνωριμία. Και οι άνθρωποι που πιστεύουν σ’ αυτές τις αξίες σίγουρα δεν έχουν τίποτα να πουν μ’ αυτούς που αλλόφρονες κραυγάζουν περί αίματος και φυλής. Όταν ηχούν οι σειρήνες του ρατσισμού, του πολέμου, του φυλετικού μίσους και της πατριδοκαπηλείας, οι μισάνθρωποι κάνουν την εμφάνισή τους σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Και τότε ξεχωρίζουμε τους φίλους απ’ τους εχθρούς. Οι φίλοι είναι όσοι αντιστέκονται σ’ αυτές τις σειρήνες. Αυτοί που διατηρούν την ανθρωπιά τους σε απάνθρωπους καιρούς.

Μιχάλης Κατσαρός. Είκοσι χρόνια από την αναχώρηση του σκοτεινού συνωμότη της ελληνικής ποίησης

Ο Μιχάλης Κατσαρός γεννήθηκε στην Κυπαρισσία το 1919. Πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση μέσα από τις γραμμές του Ε.Α.Μ. και το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το ποίημα «Μπαρμπερίνικο καράβι» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα γράμματα». Το 1949 εκδόθηκε το «Μεσολόγγι» η πρώτη του ποιητική συλλογή. Το 1953 αποτελεί σταθμό στη λογοτεχνική του πορεία καθώς εκδόθηκε το σημαντικότερο έργο του, η ποιητική συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων». Στο «Κατά Σαδδουκαίων» ο Μιχάλης Κατσαρός ασκεί κριτική στη σοβιετική γραφειοκρατία. Μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου έφερε ξανά στο προσκήνιο μέσα απ’ τα ποιήματά του το ζήτημα της επανάστασης, απευθυνόμενος παράλληλα στους συντρόφους του. Οι αναφορές του σε λεγεωνάριους, συγκλητικούς και γενικά στη ρωμαϊκή εποχή θυμίζουν την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Μεγαλέξαντρος», όπου ασκεί κριτική στον υπαρκτό σοσιαλισμό χρησιμοποιώντας μια προσωπικότητα της αρχαιότητας στη μυθική της διάσταση. Το «Κατά Σαδδουκαίων» προκάλεσε πλήθος συζητήσεων στους κόλπους της Αριστεράς της εποχής, ενώ συνεχίζει να επηρεάζει τον λόγο της Αριστεράς μέχρι σήμερα. Ακόμα και άνθρωποι που αγνοούν το έργο του σίγουρα έχουν διαβάσει στίχους του σε τοίχους, προκηρύξεις και πολιτικά έντυπα. Αναφέρομαι σε στίχους όπως: «Πάρτε μαζί σας νερό./ Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία», «Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν», «Κάτω/ στο βάθος/ τόσα πέλματα βαριά./ Ακούω νάρχεται καινούριο βήμα», «Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε/ όπως αυτός ο δραπέτης/ ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο/ απέναντί τους.».

Το 1950 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δημοκρατικός Τύπος» ένα ποίημά του, ίσως το πιο γνωστό του, που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων». Αν και ο Μιχάλης Κατσαρός ήταν τότε πολύ νέος το ποίημα έχει τον τίτλο «Η διαθήκη μου». Ακολουθεί το ποίημα:

Η διαθήκη μου

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

Το ποίημα αυτό λογοκρίθηκε, από προοδευτικό διανοούμενο κατά τον ποιητή. Συγκεκριμένα παραλείφθηκαν οι στίχοι:

στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο

σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες ατέλειωτες
τις παρελάσεις
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
στα θούρια

Ο Μιχάλης Κατσαρός διαμαρτυρήθηκε στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας με το ποίημα «Υστερόγραφο». Ακολουθεί το ποίημα:

Υστερόγραφο

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
-καθώς διαβάστηκε-
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

Το 1975 στίχοι απ’ το «Κατά Σαδδουκαίων» ακούστηκαν στην ταινία «Ο θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Τους απαγγέλει το μέλος του θιάσου με το προσωνύμιο ποιητής, όταν τον βρίσκουν οι παλιοί σύντροφοί του και του λένε ότι σκέφτονται να ξαναφτιάξουν τον θίασο και να βγουν στους δρόμους. Το 1977 η ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε σε δίσκο με μουσική του ίδιου του ποιητή. Το 1976 η συλλογή του «Οροπέδιο» μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ενώ το 1983 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Τα τραγούδια του νέου πατέρα» σε μουσική του ίδιου συνθέτη και ποίηση Μιχάλη Κατσαρού. Το 1983 επίσης το «Κατά Σαδδουκαίων» μελοποιήθηκε απ’ τον Μίκη Θεοδωράκη, μεταφράστηκε στα γερμανικά απ’ τον Dirk Mandel και παρουσιάστηκε στο Metropol – Theater Berlin του Βερολίνου. Το 1978 εκδόθηκαν δυο βιβλία με πολιτικές και οικονομικές μελέτες του. Στο πλαίσιο της τηλεοπτικής εκπομπής «Παρασκήνιο» έγιναν δυο αφιερώματα στον Κατσαρό. Το ένα το 1982 σε σκηνοθεσία του γιου του Στάθη Κατσαρού και το 1998 σε σκηνοθεσία Λευτέρη Ξανθόπουλου, ενώ το 1983 έγινε ένα αφιέρωμα στον ποιητή από την εκπομπή «Μονόγραμμα».

Παρότι η ποίησή του αναγνωρίστηκε από πολύ νωρίς ο Μιχάλης Κατσαρός έζησε όλη του τη ζωή μέσα στη φτώχεια. Σύχναζε σε λαϊκά καφενεία, συναναστρεφόταν με ανθρώπους του μόχθου, μετακινούταν με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ποτέ δεν ξεχώρισε τον εαυτό του απ’ το πλήθος. Για αυτό και η ποίησή του είναι απλή, κατανοητή, στην ουσία. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με βερμπαλισμούς και φληναφήματα. Είναι ευθύς, αιχμηρός και οι στίχοι του διατηρούν τη ζωντάνια που είχαν όταν γράφτηκαν. Έφυγε από τη ζωή στις 21 Νοεμβρίου 1998.

Καλώς ήρθατε στον πραγματικό κόσμο

Ζούμε σε έναν άδικο κόσμο γεμάτο ανισότητες. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά γύρω του για να το διαπιστώσει. Ζώντας, λοιπόν, κανείς σε έναν άδικο κόσμο αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να πάρει θέση. Προσωπικά έχω πάρει θέση ενάντια σε κάθε είδους αδικία εδώ και πολλά χρόνια. Έτσι λοιπόν όταν πνίγονται πρόσφυγες στο Αιγαίο, όταν κάποιοι μισάνθρωποι απαγορεύουν στα προσφυγόπουλα να μάθουν γράμματα, όταν δολοφονούνται αναίτια άνθρωποι και μετά συκοφαντούνται ως ληστές, όταν οι ρατσιστικές και φασιστικές επιθέσεις είναι σχεδόν καθημερινότητα, όπως σχεδόν καθημερινότητα είναι η αστυνομική βία και αυθαιρεσία, η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να γράφω για ανώδυνα θέματα. Θέματα όπως το προσφυγικό, ο ρατσισμός, ο φασισμός, η αστυνομική βία είναι βαθύτατα πολιτικά. Αν κάποιοι αδυνατούν να το αντιληφθούν είναι δικό τους πρόβλημα. Η άποψη ότι πολιτική είναι μόνο η βουλή και οι εκλογές είναι τόσο αφελής που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική.

Έχοντας πάρει θέση ενάντια στην αδικία εννοείται ότι δεν είμαι αντικειμενικός. Γιατί αντικειμενικότητα σε έναν άδικο κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν γίνεται να είσαι και με τους θύτες και με τα θύματα και με τους εκμεταλλευτές και με τους εκμεταλλευόμενους. Τέλος, θέλω να κάνω ένα σχόλιο για τη βία. Τα τελευταία χρόνια ακούμε συχνά την ανιστόρητη φράση «Καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται». Όλα στο ίδιο τσουβάλι λοιπόν. Η ναζιστική βία και το Ολοκαύτωμα με την αντίσταση στον ναζισμό, οι πέτρες της παλαιστινιακής αντίστασης με τα πυρά του ισραηλινού στρατού, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας με την ξένη κατοχή, ο αγώνας για έναν καλύτερο κόσμο με τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης. Λυπάμαι που βγάζω μερικούς απ’ τον βολικό τρόπο σκέψης τους, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Όταν εξισώνει κανείς τη βία του ισχυρού με τη βία των από κάτω, στην πραγματικότητα υποστηρίζει τη βία του ισχυρού.

Κάποιοι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν στον κόσμο τους. Να μην ασχολούνται με την πολιτική, να είναι αντικειμενικοί, να καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Ο πραγματικός κόσμος, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι άδικος. Όπως εξακολουθούν να υπάρχρουν άνθρωποι που αγωνίζονται ενάντια στην αδικία.

Η εαρινή εξέγερση των πουλιών

Η μέρα είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Τα δέντρα και τα λουλούδια, όσα είχαν απομείνει, είχαν αρχίσει να ανθίζουν. Πλησίαζε η άνοιξη. Στις τάξεις των πουλιών επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση. Είχαν αποφασίσει να μην επιτρέψουν την είσοδο των χελιδονιών στην πόλη. Τόσα χρόνια τώρα, όλο τον χειμώνα υπέμεναν το κρύο, τις βροχές και τα χιόνια, ενώ τα χελιδόνια χαίρονταν τον ήλιο και τη ζέστη σε κάποια χώρα του νότου. Τους ατέλειωτους κρύους μήνες του χρόνου, εξασφάλιζαν με δυσκολία την τροφή τους, την ώρα που τα χελιδόνια είχαν όση τροφή ήθελαν χωρίς κανένα κόπο. Και όταν επιτέλους ερχόταν η άνοιξη, έπρεπε να μοιραστούν με αυτά τα άπληστα πλάσματα τη γη, τον αέρα και την τροφή. Τα έβλεπαν να πετούν ανέμελα στον ανέφελο ουρανό, να χτίζουν τις φωλιές τους, να κάθονται στα ηλεκτροφόρα σύρματα και να πιάνουν ψιλή κουβέντα και τα κοιτούσαν με μίσος. Η πόλη ανήκει στα πουλιά που έχουν συνδέσει τη μοίρα τους μαζί της. Που ζουν όλη τους τη ζωή εκεί. Που δεν την εγκαταλείπουν ποτέ. Που είναι πάντα εκεί, στα εύκολα και στα δύσκολα. Τα πουλιά που ζουν σ’ αυτήν περιστασιακά είναι παρείσακτοι. Κάπως έτσι σκέφτονταν και κάποια στιγμή αποφάσισαν να περάσουν απ’ τις σκέψεις στις πράξεις.

«Θέλουμε την πόλη μας πίσω», «Τα χελιδόνια είναι προδότες. Με τα πρώτα κρύα, αντί να μείνουν εδώ και να αγωνιστούν, παίρνουν των οματιών τους και φεύγουν», «Είμαστε νοικοκύρηδες και οικογενειάρχες. Οι νομάδες που γυρίζουν από ‘δω κι από ‘κει δεν έχουν θέση ανάμεσά μας», «Ποιος ξέρει τι αρρώστιες κουβαλάνε από αυτές τις χώρες που ξεχειμωνιάζουν;», «Μας κλέβουν την τροφή, είναι κίνδυνος για τα παιδιά μας». Με αυτά τα λόγια προετοιμάζονταν να υπερασπιστούν την πόλη τους απ’ τους απρόσκλητους εισβολείς, όπως έλεγαν. Όσα πουλιά διαφωνούσαν μ’ αυτή την απόφαση, τα είχαν προειδοποιήσει να μην τολμήσουν να τα εμποδίσουν. Τα χελιδόνια ήταν ανεπιθύμητα. Δεν χωρούσαν στην πόλη. Αφού κατέστρεψαν όσες χελιδονοφωλιές είχαν βρει, τα πουλιά ήταν σε επιφυλακή περιμένοντας την άφιξη των χελιδονιών. Όταν τα πρώτα χελιδόνια άρχισαν να καταφτάνουν, τα πουλιά της πόλης σχημάτισαν ένα μεγάλο τείχος πάνω απ’ αυτήν. Ξεκαθάρισαν στα χελιδόνια ότι τους απαγορεύουν την είσοδο στην πόλη και για το δικό τους καλό τούς ζήτησαν να φύγουν αμέσως. Τα χελιδόνια δεν είχαν διάθεση για πόλεμο και έτσι έφυγαν, αναζητώντας αλλού έναν τόπο να εγκατασταθούν. Δυστυχώς όμως το μικρόβιο του μίσους και της εχθρότητας είχε μολύνει και τις γειτονικές περιοχές. Έτσι, συνάντησαν πολλά απροσπέλαστα τείχη και ήταν πολλές οι φορές που τα έδιωξαν. Μια μέρα όμως βρήκαν έναν φιλόξενο τόπο όπου συνέχισαν τη ζωή τους, ξεχνώντας γρήγορα το μίσος των άλλων πουλιών.

Τα πουλιά της πόλης γιόρταζαν τη νίκη τους. Επιτέλους, η πόλη τούς ανήκε. Οι ξένοι, οι παρείσακτοι, οι εισβολείς δεν λυμαίνονταν πια τον τόπο τους. Κανείς δεν απειλούσε τον τρόπο ζωής τους. Δεν ανησυχούσαν πια για τα παιδιά τους. Η τροφή ήταν όλη δική τους. Οι εισβολείς είχαν καταλάβει ότι δεν έχουν θέση στον τόπο τους, στον τόπο των προγόνων τους. Όταν πέρασε η ευφορία και η ζωή ξαναγύρισε στους κανονικούς της ρυθμούς, μια ανησυχία απλώθηκε πάνω απ’ την πόλη. Ο καιρός άλλαζε. Μια μεγάλη καταστροφή πλησίαζε. Τα πουλιά αν ήθελαν να σωθούν έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη. Όσο κι αν την αγαπούσαν, η ζωή τους προείχε. Άφησαν πίσω τους λοιπόν την πόλη αναζητώντας καινούργια πατρίδα. Για κακή τους τύχη βρήκαν μπροστά τους ό,τι είχαν σπείρει. Όταν έφτασαν σε μια ασφαλή περιοχή που δεν κινδύνευε απ’ την επικείμενη θεομηνία, βρέθηκαν αντιμέτωπα με αμέτρητα πουλιά που είχαν σχηματίσει ένα μεγάλο τείχος. Τους ξεκαθάρισαν ότι ήταν ανεπιθύμητα και για δικό τους καλό έπρεπε να φύγουν. Η φύση έχει τον τρόπο της να εκδικείται.

Πόντιοι Πιλάτοι

Στις εθνικές επετείους
κρεμάνε σημαίες στα μπαλκόνια
και τις Κυριακές πηγαίνουν στην εκκλησία
και φιλάνε το χέρι του παπά
και φιλάνε κατουρημένες ποδιές
και φυλάνε τα ρούχα τους
γιατί ζουν καθημερινά με τον φόβο
ότι κάποιος θα κλέψει τη μιζέρια τους

Κι έχουν γραμμένους στις παντόφλες τους
τους αγώνες για ελευθερία
και μεγαλώνουν τα παιδιά τους
με τα ιδεώδη του τομαρισμού
και της ρουφιανιάς
και ονειρεύονται μια μέρα να τα δουν
λαδωμένα γρανάζια της κρεατομηχανής

Μα τα παιδιά τους για να τους εκδικηθούν
που τα έθαψαν ζωντανά
τρυπάνε τις φλέβες τους
και πεθαίνουν
μέσα σε ετοιμόρροπα σπίτια
δίπλα σε σωρούς από σκουπίδια

Και τότε καταρρέει όλος ο κόσμος τους
όχι γιατί έχασαν τα παιδιά τους
αλλά γιατί αυτά πήραν τον κακό τον δρόμο

Έρωτες στον Άδη

Μια σατιρική ιστορία

Ξύπνησε αργά όπως κάθε μέρα, έφτιαξε καφέ και άνοιξε τον υπολογιστή. Μπήκε στο διαδίκτυο για να διαβάσει την ηλεκτρονική του αλληλογραφία. Στα εισερχόμενα δεν υπήρχε κανένα μήνυμα. Πριν από δέκα μέρες είχε στείλει δελτίο τύπου για το καινούργιο του βιβλίο σε δεκάδες λογοτεχνικές ιστοσελίδες και δεν είχε πάρει μέχρι στιγμής καμία απάντηση. Έκλεισε τη σελίδα και σήκωσε το τηλέφωνο. Σχημάτισε έναν αριθμό και περίμενε. Καλούσε αλλά δεν απαντούσε κανείς. Μετά από ένα λεπτό το έκλεισε. Είχε στείλει πριν τρεις μήνες σε ένα περιοδικό ένα διήγημά του. Αφού δεν απαντούσαν στα email του, αποφάσισε να τους τηλεφωνήσει για να πάρει μια απάντηση, έστω και αρνητική. Είχε τηλεφωνήσει πέντε φορές στα γραφεία του περιοδικού αλλά δεν το σήκωναν ποτέ. Ντύθηκε και βγήκε έξω. Ανοίγοντας το γραμματοκιβώτιο το είδε άδειο. Είχε δημοσιευτεί ένα διήγημά του σε ένα πολιτιστικό περιοδικό της επαρχίας πριν από ένα μήνα. Επειδή δεν μπορούσε να βρει το περιοδικό στην Αθήνα, είχε ζητήσει να του στείλουν ένα τεύχος ταχυδρομικώς. Είχε τηλεφωνήσει πέντε φορές και κάθε φορά τον διαβεβαίωναν ότι σύντομα θα του το στείλουν. Κατευθύνθηκε προς το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς του. Είχε αφήσει εκεί μερικά αντίτυπα του καινούργιου του βιβλίου και ήθελε να ρωτήσει πώς πάνε οι πωλήσεις. Η απάντηση που πήρε ήταν απογοητευτική. Τον τελευταίο μήνα δεν είχε πουληθεί ούτε ένα αντίτυπο. Χαιρέτησε τον βιβλιοπώλη και έφυγε. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα βιβλία του. Κανείς δεν σεβόταν τη δουλειά του.

Τα τελευταία πέντε χρόνια ασχολούταν συστηματικά με τη συγγραφή και είχε εκδώσει δυο βιβλία. Μια συλλογή διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα. Είχε κάνει κυριολεκτικά ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να τα προωθήσει, στο βαθμό βέβαια που του επέτρεπαν τα οικονομικά του, τα οποία ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είχε δημοσιεύσει διηγήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες, πήγαινε συχνά σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και είχε γνωριστεί με άλλους συγγραφείς, είχε πάρει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και μάλιστα είχε βραβευτεί δυο φορές, είχε βάλει διαφημιστικές καταχωρήσεις των βιβλίων του σε έντυπα και στο διαδίκτυο. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν είχε καταφέρει να τον κάνει γνωστό στο ευρύ κοινό, ούτε να βοηθήσει στις πωλήσεις των βιβλίων του. Αγόρασε μια εφημερίδα και κάθισε σε ένα καφενείο. Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα είδε στη στήλη με την κριτική βιβλίων τα βιβλία δυο γνωστών του. «Γιατί αυτοί και όχι εγώ; Τι πρέπει να κάνω επιτέλους για να με προσέξουν;» σκέφτηκε πικραμένος.

Τελευταία τριγύριζαν στο μυαλό του κάποιες ιδέες που κάποτε τις απέρριπτε χωρίς συζήτηση, τώρα όμως δεν του φαίνονταν άσχημες. Η μία απ’ αυτές τις ιδέες ήταν να προκαλέσει θόρυβο γύρω απ’ το όνομά του. Θα γραφόταν σε ιστοσελίδες με μεγάλη επισκεψιμότητα και θα έγραφε επίτηδες ασυναρτησίες για να τραβήξει την προσοχή του κόσμου, ενώ συχνά πυκνά θα έκανε αναφορές στα βιβλία του. Απ’ τους δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που θα διάβαζαν τις δημοσιεύσεις του, ακόμα και ένα μικρό ποσοστό να ενδιαφερόταν για τα βιβλία του, θα ήταν για αυτόν κέρδος. Γύρισε στο σπίτι για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Γράφτηκε σε τρεις ιστοσελίδες με εκατομμύρια μέλη και άρχισε να γράφει παραληρηματικά. Αυτά που έγραφε δεν είχαν κανένα ειρμό και δεν έβγαζαν νόημα. Δεν ήταν όμως ο στόχος του να αρθρώσει συγκροτημένο λόγο αλλά να κάνει θόρυβο. Δεν παρέλειπε φυσικά τις αναφορές στα βιβλία του. Οι αναγνώστες του παραληρήματός του αναρωτιούνταν αν ήταν ψυχικά διαταραγμένος ή τους κορόϊδευε. Αυτό κράτησε μερικές μέρες κατά τις οποίες ήταν για δεκαπέντε ώρες την ημέρα μπροστά στον υπολογιστή και έγραφε σχεδόν αδιάκοπα. Το αποτέλεσμα ήταν να διαγράψουν τους λογαριασμούς του μαζί με τις δημοσιεύσεις του. Το σχέδιο είχε αποτύχει πλήρως.

Χωρίς να πτοηθεί αποφάσισε αμέσως να υλοποιήσει τη δεύτερη ιδέα του. Θα έκανε προσωπικές επιθέσεις σε γνωστούς συγγραφείς, εκείνοι θα του απαντούσαν και έτσι οι εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες των συγγραφέων θα μάθαιναν το όνομά του και θα έψαχναν να βρουν ποιος είναι, έτσι θα ανακάλυπταν και τα βιβλία του. Δημιούργησε λοιπόν λογαριασμό σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ξεκίνησε τις επιθέσεις. Το κείμενο που έγραφε για κάθε συγγραφέα ήταν ίδιο, άλλαζε μόνο το όνομα. Έγραφε λοιπόν ότι ο τάδε είναι ατάλαντος αλλά τον προωθούν τα κυκλώματα, ότι αν δεν είχε μέσο δεν θα τον ήξερε κανείς, ότι υπάρχουν άλλοι πολύ καλύτεροι απ’ αυτόν που μένουν στην αφάνεια. Δυστυχώς όμως για αυτόν ήταν εντελώς προφανές ότι ήθελε να τραβήξει την προσοχή και κανείς δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί μαζί του. Δυο τρεις που έκαναν κάποια σχόλια για το κείμενό του δεν ανέφεραν καν το όνομά του. Είχε αποτύχει και αυτό το σχέδιο. Είχε φτάσει η ώρα να υλοποιήσει την τρίτη ιδέα, να θέσει σε εφαρμογή το μεγάλο σχέδιο.

Το σχέδιο αυτό βασιζόταν σε μια παλιά, δοκιμασμένη και πολύ επιτυχημένη συνταγή. Αυτή η συνταγή αν και επιτυχημένη δεν έπαυε να είναι ποταπή και αναξιοπρεπής. Η ουσία της συνταγής ήταν η πρόκληση. Γράφει κάποιος ένα βιβλίο που προκαλεί το κοινό αίσθημα, που προσβάλλει αυτά που για πολλούς ανθρώπους είναι ιερά, υποστηρίζει πράξεις που για κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο είναι ηθικά καταδικαστέες και έτσι ασχολείται όλος ο κόσμος μαζί του. Το ότι ασχολείται μαζί του με αρνητικό τρόπο δεν τον απασχολεί, αφού ο στόχος του είναι η επιτυχία και όχι να γίνει συμπαθής. Αν το βιβλίο εκτός από προκλητικό έχει και θέμα που κινεί το ενδιαφέρον του κόσμου, τότε η επιτυχία είναι ακόμα μεγαλύτερη. Θα έγραφε λοιπόν ένα μυθιστόρημα για το σεξ. Το σεξ πάντα πουλάει. Βέβαια βιβλία με αυτό το θέμα υπάρχουν πολλά. Το δικό του όμως θα ξέφευγε απ’ τα συνηθισμένα. Θα περιελάμβανε αιμομιξίες, κτηνοβασίες, νεκροφιλία, όλα αυτά που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θεωρεί αποτρόπαια. Και για να το κάνει ακόμα πιο προκλητικό κάποιες ιστορίες του βιβλίου θα διαδραματίζονταν σε εκκλησίες. Με αυτό το βιβλίο και λίγη τύχη θα γινόταν επιτέλους γνωστός. Και αν δεν βοηθούσε η τύχη θα έβαζε ο ίδιος το χέρι του.

Κλείστηκε λοιπόν στο σπίτι του και ξεκίνησε να γράφει. Περιέγραφε με γλαφυρότητα και πικάντικες λεπτομέρειες σκηνές πάθους. Με ρεαλισμό και ωμότητα έστησε ένα μυθιστόρημα που ήταν σαν να είχε βγει από εφιάλτες. Είχε φροντίσει ώστε το βιβλίο να έχει αγωνία και λίγο μυστήριο, ώστε να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αυτό που δεν τον ενδιέφερε καθόλου ήταν η γλώσσα, το ύφος, όλα τα σημαντικά στοιχεία ενός κειμένου. Είχε επίγνωση ότι δεν γράφει λογοτεχνία, αλλά ένα βιβλίο που φιλοδοξεί να γίνει μπεστ σέλερ. Το μυθιστόρημα δεν είχε καμιά αυθεντικότητα, φαινόταν με μια σύντομη ματιά ότι ήταν εντελώς επιτηδευμένο, αλλά δεν τον ενδιέφερε να το κρύψει. Σε μερικές εβδομάδες ήταν έτοιμο. Επέλεξε έναν τίτλο που τραβούσε την προσοχή: «Έρωτες στον Άδη» και στο εξώφυλλο απεικονίζονταν διάφορα ζώα με έναν τράγο σε πρώτο πλάνο, ενώ στο βάθος φαίνονταν μια εκκλησία και ένα νεκροταφείο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Δύσκολα θα βρισκόταν εκδότης να εκδώσει ένα τέτοιο βιβλίο. Το πρόβλημα όμως ξεπεράστηκε εύκολα. Βρήκε έναν εκδότη που εξέδιδε παρακμιακά βιβλία, έβαλε και κάτι οικονομίες που είχε και το βιβλίο σε ένα μήνα είχε εκδοθεί. Πεντακόσια αντίτυπα για αρχή ήταν αρκετά. Έδωσε αντίτυπα σε κάποια κεντρικά βιβλιοπωλεία και σε μερικά της επαρχίας και περίμενε.

Αφού είχε περάσει μια βδομάδα και δεν είχε προσέξει κανείς το βιβλίο του, αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αναλάβει δράση. Έστειλε σε μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα μια οργισμένη επιστολή, στην οποία υπέγραφε ως συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Στην επιστολή έγραφε ότι εντελώς τυχαία, περνώντας από ένα βιβλιοπωλείο, έπεσε πάνω σε ένα βιβλίο με αποτρόπαιο περιεχόμενο, του οποίου ο συγγραφέας είναι διεστραμμένος. Αναρωτιόταν σε τι κόσμο θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας και τι κάνει η πολιτεία για να προστατεύσει τους πολίτες. Ένα αναλόγου περιεχομένου email έστειλε σε έναν τηλεοπτικό σταθμό που είχε καταγγείλει ανάλογα βιβλία στο παρελθόν. Στο email υπέγραφε ως πολύτεκνη μητέρα. Μετά από δυο μέρες περνώντας από ένα περίπτερο διαπίστωσε ενθουσιασμένος ότι το θαύμα είχε γίνει. Η εφημερίδα που είχε στείλει την επιστολή είχε το βιβλίο του στο πρωτοσέλιδο και τίτλο «Σοκ και φρίκη. Βιβλίο υμνεί την αιμομιξία, την κτηνοβασία και τη νεκροφιλία. Σκηνές σεξ σε εκκλησία». Από κάτω με μικρότερα γράμματα έγραφε «Διαβάστε στις σελίδες 11 – 13». Αγόρασε την εφημερίδα και πήγε βιαστικά στο σπίτι. Στις εσωτερικές σελίδες υπήρχε αναλυτική περιγραφή του βιβλίου μαζί με εκτενή αποσπάσματα. Επίσης υπήρχε το εξώφυλλο του βιβλίου του, η φωτογραφία του και το βιογραφικό του. Ο συντάκτης δήλωνε τον αποτροπιασμό του για το εμετικό, όπως το χαρακτήριζε, θέμα του βιβλίου και έγραφε αναλυτικές οδηγίες για το πού μπορεί να το βρει κάποιος. Έτριψε τα χέρια του με ικανοποίηση. Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε. Το απόγευμα, την ώρα του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, άνοιξε την τηλεόραση στο κανάλι που είχε στείλει το οργισμένο email. Η τύχη τού είχε χαμογελάσει πάλι. Του αφιέρωναν ένα μεγάλο ρεπορτάζ. Ο σοκαρισμένος ρεπόρτερ επί ένα τέταρτο ανέλυε την υπόθεση του βιβλίου, προσπαθούσε να κάνει το ψυχογράφημα του συγγραφέα, διάβαζε αποσπάσματα. Η κάμερα κάθε λίγο έκανε ζουμ στο εξώφυλλο του βιβλίου. Και σ’ αυτή την περίπτωση τα πράγματα πήγαν όπως τα ήθελε. Αυτό που είχε γίνει ήταν καταπληκτικό. Με μια επιστολή και ένα email είχε εξασφαλίσει εντελώς δωρεάν διαφήμιση αξίας χιλιάδων ευρώ.

Μετά από δυο μέρες ένας βουλευτής έκανε ερώτηση για το βιβλίο στη βουλή. Το θέμα είχε αρχίσει να παίρνει διαστάσεις. Μητροπολίτες στο κυριακάτικο κήρυγμά τους κατακεραύνωναν το βλάσφημο βιβλίο που απειλούσε την εκκλησία και το έθνος, παραθρησκευτικές οργανώσεις διοργάνωναν παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω απ’ τον εκδοτικό οίκο, φυλλάδια που ζητούσαν την απαγόρευση του βιβλίου μοιράζονταν στις γειτονιές. Κορυφαίοι γελοιογράφοι εμπνέονταν γελοιογραφίες απ’ το βιβλίο του και τον ίδιο. Άλλοι τον παρουσίαζαν να τρέχει να σωθεί από ένα μαινόμενο πλήθος που τον κυνηγούσε με αναμμένους πυρσούς, άλλοι τον απεικόνιζαν πάνω σε έναν ψηλό θρόνο να παρακολουθεί με ικανοποίηση μια ομάδα ανθρώπων που συζητούσαν για αυτόν σε ένα τραπέζι, άλλοι απεικόνιζαν έναν παπά να πετάει το βιβλίο στην πυρά. Σε ραδιοφωνικές εκπομπές υψηλής ακροαματικότητας, οι παρουσιαστές διάβαζαν αποσπάσματα απ’ το βιβλίο και στη συνέχεια τα σχολίαζαν. Σε δελτία ειδήσεων και βραδυνές πολιτικές εκπομπές, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, καθηγητές πανεπιστημίου και καλλιτέχνες διασταύρωναν τα ξίφη τους για χάρη του. Πολλές φορές είχαν καλέσει και τον ίδιο αλλά είχε αρνηθεί. Δούλευαν άλλοι για αυτόν οπότε δεν είχε κανένα λόγο να κοπιάσει ο ίδιος.

Στις εφημερίδες, δημοσιογράφοι που δεν συμμερίζονταν τις αντιδράσεις που είχαν δημιουργηθεί, είχαν αναλάβει την υπεράσπισή του με πολυσέλιδα αφιερώματα όπου έκαναν αναδρομή σε παλιότερες εποχές και αναφέρονταν σε λογοτεχνικά έργα που είχαν σκανδαλίσει την κοινωνία της εποχής τους και είχαν λογοκριθεί. Ενώ και στο διαδίκτυο η συζήτηση είχε φουντώσει. Σε ιστοσελίδες με μεγάλη επισκεψιμότητα, οι χρήστες συζητούσαν επί δεκάδες σελίδες για το βιβλίο του, με εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες να παρακολουθούν με ενδιαφέρον τη συζήτηση. Τα βίντεο που σχολίαζαν το βιβλίο του είχαν ξεπεράσει μέσα σε λίγες μέρες το ένα εκατομμύριο προβολές το καθένα. Οι κριτικοί λογοτεχνίας επιτέλους ασχολούνταν μαζί του. Άλλος έγραφε ότι το βιβλίο του ήταν ό,τι χειρότερο έχει διαβάσει στη ζωή του, άλλος ότι με την τολμηρή του πένα είχε σπάσει το απόστημα και είχε αποκαλύψει τη σαπίλα της κοινωνίας. Άσχετα με τη στάση που είχαν απέναντι στο βιβλίο του, το σημαντικό για αυτόν ήταν ότι είχε τραβήξει την προσοχή τους. Κάθε φορά που το θέμα πήγαινε να ξεχαστεί έστελνε νέες οργισμένες επιστολές σε εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς, στις οποίες υπέγραφε άλλες φορές σαν απόστρατος στρατιωτικός και άλλες σαν ιερομόναχος.

Όλη αυτή η προβολή τον είχε αναγκάσει να αφήσει στην άκρη την ευαισθησία που τον είχε οδηγήσει να βρει καταφύγιο στη συγγραφή και να γίνει εντελώς χοντρόπετσος. Διάβαζε στο διαδίκτυο σχόλια που εύχονταν να πεθάνει από καρκίνο και έβριζαν την οικογένειά του και δεν ένιωθε τίποτα, σαν να αφορούσαν κάποιον άλλο. Άκουγε στην τηλεόραση ψυχιάτρους να τον χαρακτηρίζουν ψυχοπαθολογική προσωπικότητα και γελούσε. Στο μεταξύ το βιβλίο του έκανε συνεχείς επανεκδόσεις με ολοένα και μεγαλύτερο τιράζ. Μέσα σε λίγους μήνες είχε πουλήσει πεντακόσιες χιλιάδες αντίτυπα. Εκτός από διάσημος είχε γίνει πλέον και πλούσιος. Μόνο που αυτή η επιτυχία δεν είχε συμπαρασύρει τα προηγούμενα βιβλία του, αυτό όμως δεν τον πείραζε καθόλου. Πάνω που πίστευε ότι είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας του και δεν είχε πια τίποτα άλλο να περιμένει, χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν ένας σκηνοθέτης που είχε διαβάσει το βιβλίο του, είχε ενθουσιαστεί και ήθελε να το κάνει ταινία. Του έλεγε για το πόσο χαρούμενος ήταν που επιτέλους βρήκε έναν συγγραφέα που τολμάει να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και να σπάει τα ταμπού. Η ταινία δεν θα ήταν καμιά ταινιούλα δεύτερης διαλογής χαμηλού προϋπολογισμού, αλλά μια υπερπαραγωγή με πολύ μεγάλα ονόματα. Ο σκηνοθέτης ήταν σίγουρος ότι η ταινία θα σαρώσει τα βραβεία στα κινηματογραφικά φεστιβάλ, εξάλλου ήξερε ανθρώπους που ήταν μέσα στα πράγματα. Θα γινόταν διάσημος σε όλο τον κόσμο. Το μόνο που έμενε ήταν να δώσει την έγκρισή του. Τώρα πια έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Ποιος θα το πίστευε ότι αυτός, που μέχρι πριν λίγο καιρό περνούσε απαρατήρητος, θα γινόταν γνωστός διεθνώς. Πίστευε ότι είχε φτάσει η ώρα να μιλήσει κι αυτός για το βιβλίο του και όλο αυτό τον θόρυβο που είχε δημιουργηθεί. Έδωσε λοιπόν μια σειρά από συνεντεύξεις, δεν χρειάστηκε να κοπιάσει καθόλου για αυτό αφού κάθε μέρα οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι του ζητούσαν συνέντευξη. Σ’ αυτές τις συνεντεύξεις άλλοτε υπερασπιζόταν την ελευθερία της έκφρασης, άλλοτε κατέκρινε τη μικροαστική ηθική και άλλοτε με προσποιητή αφέλεια αναρωτιόταν δήθεν για ποιο λόγο βρίσκουν το βιβλίο του προκλητικό, ενώ ο ίδιος ήθελε απλώς να μιλήσει για τον έρωτα και έλεγε ότι ποτέ δεν φανταζόταν όταν ξεκινούσε να γράφει το βιβλίο, τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε.

Είχε φύγει πια απ’ τη μικρή γκαρσονιέρα που έμενε στα Σεπόλια και είχε νοικιάσει ένα πολυτελές και ευρύχωρο διαμέρισμα στο Γκάζι. Τα βράδια σύχναζε στα στέκια των συγγραφέων και χαριεντιζόταν με συντάκτες free press εντύπων νεοφιλελεύθερων αποχρώσεων. Δεν ήταν πια ο μετρημένος και λιγομίλητος συγγραφέας που μιλούσε με σεμνότητα για τα έργα του και χαμήλωνε το βλέμμα όταν του έλεγαν ότι έχει ταλέντο. Ήταν όπως θα περίμενε κάποιος να είναι ο συγγραφέας ενός βιβλίου σαν τους «Έρωτες στον Άδη». Προκλητικός, χυδαίος, αυθάδης, ασεβής, αλαζόνας, αμετροεπής. Γυρνούσε από παρέα σε παρέα και ξεκινούσε τη συζήτηση λέγοντας κάποια εξυπνακίστικη ατάκα ή κάνοντας επίθεση σε κάποιο συγγραφέα με αφορμή κάποιο κείμενό του. Μιλούσε με έπαρση για την επιτυχία του βιβλίου του παίρνοντας ύφος αντισυμβατικού διανοούμενου. Δεν δίσταζε να προσβάλλει βάναυσα όποιον του έφερνε αντίρρηση και να κάνει χοντροκομμένα αστεία, ακόμα και σε ανθρώπους που έβλεπε πρώτη φορά. Υποδυόταν έναν ρόλο και αυτό τον διασκέδαζε. Μετά από λίγο όμως τον κούρασε η κοινωνική ζωή και ξαναγύρισε στη μοναξιά του, χωρίς πια το άγχος της επιβίωσης και την πίκρα της αποτυχίας. Με τους ομοτέχνους του, που μέχρι πριν λίγο καιρό είχε την ίδια μοίρα, δεν κρατούσε πια καμία επαφή, γιατί τους θεωρούσε μίζερους και αποτυχημένους.

Τώρα διδάσκει σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής για πολύ υψηλά βαλάντια. Το μότο του είναι: «Μάθε τα μυστικά της επιτυχίας απ’ τους επιτυχημένους». Τα σεμινάρια έχουν τρίμηνη διάρκεια και πολύ μεγάλη λίστα αναμονής. Τους υπόλοιπους μήνες ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για να ξεκουραστεί και να βρει έμπνευση για το επόμενο βιβλίο του. Πρέπει να βρει ένα θέμα πιασάρικο, που λένε, που να του εξασφαλίσει αρκετές πωλήσεις. Καμιά φορά διαβάζει τα πρώτα του γραπτά και τον πιάνει μια μελαγχολία, που την πνίγει σε ένα ποτήρι με ακριβό ουίσκυ.

Η μοναξιά του συγγραφέα

Ας υποθέσουμε ότι βρίσκεστε κάπου με μια παρέα μορφωμένων ανθρώπων και συζητάτε. Κάποια στιγμή κάποιος απ’ την παρέα αναφέρει ότι κάποιος κοινός φίλος, που δεν είναι παρών, ξεκίνησε διδακτορικό. Όλοι μιλούν με θαυμασμό για αυτόν τον φίλο, επαινούν τις ικανότητές του και εύχονται καλή επιτυχία στο επιστημονικό του έργο. Ας υποθέσουμε τώρα ότι κάποιο άλλο μέλος της παρέας, των μορφωμένων όπως προανέφερα ανθρώπων, αναφέρει ότι κάποιος άλλος κοινός φίλος εξέδωσε ένα μυθιστόρημα ή μια ποιητική συλλογή. Είναι πολύ πιθανό να χαμογελάσουν ειρωνικά, να μιλήσουν υποτιμητικά για τον συγγραφέα και να κάνουν κακόγουστα αστεία. Θα θυμηθούν ότι πάντα είχε τη λόξα του και δεν ασχολήθηκε ποτέ με σοβαρά πράγματα. Δυστυχώς αυτές τις καταστάσεις τις έχω ζήσει, δεν είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Για πολλούς ανθρώπους η λογοτεχνία είναι ένα ανάγνωσμα για τις διακοπές που δεν τους χρησιμεύει σε τίποτα. Όσο για τη συγγραφή, θεωρούν ότι είναι ένα χόμπι, μια δραστηριότητα για να περνάει κάποιος την ώρα του. Ούτε που περνάει απ’ το φτωχό μυαλό τους πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στη ζωή κάποιων ανθρώπων. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν την ευκαιρία να μορφωθούν και δεν έχουν μάθει να εκτιμούν τη λογοτεχνία. Μπορούμε να τους δικαολογήσουμε. Είναι όμως πραγματικά λυπηρό να ακούει κανείς άτομα με δύο και τρία πτυχία, με μεταπτυχιακά και διδακτορικά να λένε ότι δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα λογοτεχνικό βιβλίο στη ζωή τους, ότι η ποίηση είναι αερολογία, να ειρωνεύονται ακόμα και πνευματικούς άθλους όπως τη μετάφραση των απάντων ενός ποιητή. Ξανατονίζω ότι όλα αυτά τα έχω ακούσει και δεν τα βγάζω απ’ το μυαλό μου.

Δυστυχώς ο κόσμος είναι γεμάτος από, κατά το κοινώς λεγόμενο, κάφρους που η όποια μόρφωσή τους δεν τους έχει προσφέρει τίποτα, πέρα από μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας. Κούτσουρα μπήκαν στο πανεπιστήμιο, κούτσουρα βγήκαν. Η κουλτούρα τους είναι η τηλεόραση. Δεν πάνε ποτέ στο θέατρο και στον κινηματογράφο, ούτε σε εκθέσεις ζωγραφικής και δεν διαβάζουν τίποτα άλλο πέρα από βιβλία που σχετίζονται με τη δουλειά τους. Έχουν μάθει να σκέφτονται στενόμυαλα και να υποτιμούν ό,τι δεν γνωρίζουν και δεν μπορούν να καταλάβουν. Πιστεύουν ότι η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι μια πολύ απλή υπόθεση, γιατί δεν έχουν κάνει τον κόπο ούτε καν να ξεφυλλίσουν ένα μυθιστόρημα. Ασφαλώς υπάρχουν και λογοτεχνικά βιβλία που δεν είναι καλά. Μόνο που αυτοί οι νάνοι του πνεύματος υποτιμούν βιβλία που δεν έχουν πιάσει καν στα χέρια τους. Με την ίδια ευκολία που γελοιοποιούν ένα ποίημα κάποιου γνωστού τους, πιάνουν στο στόμα τους και ένα ποίημα του Ελύτη, χωρίς φυσικά ως τενεκέδες που είναι να μπορούν να καταλάβουν ποιο ποίημα ανήκει σε ποιον. Ευτυχώς που η πραγματικότητα δεν συμφωνεί καθόλου μαζί τους, καθώς η λογοτεχνία διδάσκεται στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Δεν παύει όμως η συναναστροφή με τέτοια άτομα να είναι δύσκολη για έναν συγγραφέα.

Η συγγραφή είναι απ’ τη φύση της μια μοναχική δραστηριότητα. Αυτό που κάνει τη ζωή ενός συγγραφέα ακόμα πιο μοναχική είναι η πνευματική φτώχεια πολλών ανθρώπων. Διστάζει να μιλήσει για τη δουλειά του, παρά τους κόπους και τις θυσίες που έχει κάνει, γιατί δεν θέλει να την παραδώσει βορά στην ανοησία του καθένα. Γιατί δεν θέλει να δώσει το δικαίωμα στον κάθε ηλίθιο να τον θεωρεί γραφικό και αλαφροΐσκιωτο. Γιατί η εικόνα του λογοτέχνη που έχουν πολλοί στο μυαλό τους είναι μια καρικατούρα απ’ τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Γιατί όταν ακούν τη λέξη ποιητής φαντάζονται κάποιον με μούσι, μπερέ και πίπα που όταν τον ρωτάνε «Τι ώρα είναι;» απαντάει με στίχους. Έτσι λοιπόν, ένας συγγραφέας θα μιλήσει για τη δουλειά του μόνο με ανθρώπους που πέρα απ’ την τυπική μόρφωση έχουν και μια καλλιέργεια και φυσικά με ομοτέχνους του. Μόνο αυτοί θα σεβαστούν και θα εκτιμήσουν το έργο του. Εννοείται ότι υπάρχουν και άνθρωποι που χωρίς να έχουν κάποιο πτυχίο διαβάζουν από μικροί και στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο μορφωμένοι από έναν πτυχιούχο που δεν έχει διαβάσει τίποτα άλλο πέρα απ’ τα μαθήματα της σχολής του. Και φυσικά χαίρεται να μιλάει κανείς με τέτοιους ανθρώπους. Όσο περνούν τα χρόνια οι συναναστροφές ενός συγγραφέα είναι όλο και πιο προσεκτικά επιλεγμένες. Και πολλές φορές προτιμά τη μοναξιά απ’ τη συναναστροφή με ρηχούς ανθρώπους.

Γιατί τόση κακία; (Μερικές εκατοντάδες οργισμένες λέξεις)

Απ’ τη στιγμή που εκδηλώθηκε η φονική πυρκαγιά στην Αττική πριν μια βδομάδα, πάμπολλοι άνθρωποι έσπευσαν να βοηθήσουν τους πληγέντες. Άλλοι άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν όσους έμειναν άστεγοι, άλλοι κατέκλεισαν κυριολεκτικά τα νοσοκομεία για να δώσουν αίμα, άλλοι πρόσφεραν χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης και κάποιοι άλλοι εθελοντική εργασία. Ακόμα και οι κρατούμενοι στερήθηκαν ένα μέρος απ’ το συσσίτιό τους για να βοηθήσουν όσους έχουν ανάγκη. Η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά που έδειξαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι δύσκολο να αφήσουν κάποιον ασυγκίνητο. Κι όμως κάποιοι άλλοι το μόνο που πρόσφεραν ήταν χολή. Προσπερνώ τις αθλιότητες του κάθε φασίστα που βρήκε αφορμή να σπιλώσει τους αγώνες της Αριστεράς, όπως και τη φτηνιάρικη αντιπολίτευση πάνω στους νεκρούς. Προσπερνώ επίσης τα «θεία» εμέσματα, τις συνωμοσιολογικές γελοιότητες και τις ρατσιστικές αθλιότητες. Όλα αυτά ήταν λίγο πολύ αναμενόμενα. Αυτό που μου προκάλεσε αηδία ήταν οι δημοσιεύσεις κάποιων χρηστών των κοινωνικών δικτύων. Αντί να βοηθήσουν κοινοποιώντας χρήσιμες πληροφορίες επιδόθηκαν σε ένα ρεσιτάλ μισανθρωπίας. Κακόγουστα σκίτσα, κακογραμμένα κείμενα και θλιβερές ατάκες έγιναν viral. Αυτό που κυριαρχεί σε όλα αυτά είναι το ρατσιστικό στερεότυπο για τον ελληνικό λαό που κοιτάει μόνο την πάρτη του και είναι διεφθαρμένος, η ναζιστική λογική της συλλογικής ευθύνης και δήθεν βαθυστόχαστες ανοησίες για τον κακό άνθρωπο. Τον άνθρωπο έτσι γενικά και αόριστα λες και είναι ποτέ δυνατόν δισεκατομμύρια άνθρωποι, όλος ο πληθυσμός της γης δηλαδή, να είναι ίδιοι.

Αμπελοφιλοσοφίες, λογικά άλματα, εξυπνάδες, κουβέντες καφενείου, κείμενα βολεμένων και υπερεκτιμημένων διανοούμενων, όλα επιστρατεύονται προκειμένου κάποια μίζερα ανθρωπάκια να ικανοποιήσουν το κόμπλεξ τους. Και τι δεν διαβάσαμε αυτές τις μέρες. «Όλοι φταίμε», «Έχουμε χάσει την αξιοπρέπειά μας», «Ή θα πνιγόμαστε ή θα καιγόμαστε», «Μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος», «Δεν έχουμε ψυχή, δεν έχουμε αξίες» και διάφορες άλλες σαχλαμάρες. Όλα αυτά, το ξανατονίζω, τη στιγμή που η αλληλεγγύη που έδειξαν αμέτρητοι άνθρωποι κάθε εθνικότητας είναι συγκλονιστική. Τι κι αν δεν έχεις πάει ποτέ στις πληγείσες περιοχές; Τι κι αν δεν έχεις καμία σχέση με όσα οδήγησαν σ’ αυτή την τραγωδία; Η απόφαση που έβγαλαν οι δικαστές των κοινωνικών δικτύων δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Φταις, είσαι ένοχος και πρέπει να πληρώσεις. Γιατί; Γιατί έτσι. Όλοι έχουμε λαδώσει, έχουμε ζητήσει ρουσφέτια, έχουμε χτίσει σε μπάζα και σε ρέματα. Απ’ τη στιγμή που το λέει ο κάθε αναλφάβητος του κυβερνοχώρου οφείλουμε να συμφωνήσουμε. Ποιος νοιάζεται για επιχειρήματα και στοιχεία; Το να ζεις στην Ελλάδα είναι κάτι σαν το προπατορικό αμάρτημα. Είσαι εκ των πραγμάτων διεφθαρμένος, τεμπέλης, ανίκανος και πολλά άλλα. Αλλά και στην Ελλάδα να μη ζεις δεν γλιτώνεις, γιατί όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι αλαζόνες και εγωιστές. Ποιοι τα λένε αυτά; Άτομα που ποτέ δεν νοιάστηκαν για κάτι άλλο πέρα απ’ το τομάρι τους. Αυτός είναι και ο λόγος που μιλάνε πάντα σε πρώτο πληθυντικό, σαν να εκπροσωπούν κάποιον άλλο πέρα απ’ τον άθλιο εαυτό τους. Όντας χαμερπείς και τιποτένιοι προσπαθούν να κάνουν τους άλλους να νιώσουν ένοχοι για τη δική τους κατάντια.

Στο κλούβιο κεφάλι τέτοιων τύπων όλοι είναι το ίδιο. Οι γιατροί που δουλεύουν νυχθημερόν αφιλοκερδώς για να ανακουφίσουν τον πόνο των πληγέντων, είναι το ίδιο μ’ αυτούς που κάνουν πλιάτσικο στα καμένα σπίτια, οι φτωχοί που στερούνται το φαγητό τους για να φάνε οι συνάνθρωποί τους που έχουν ανάγκη, είναι το ίδιο με όσους εκμεταλλεύονται την τραγωδία για να πλουτίσουν. Όλα ένας αχταρμάς σε ένα μεταφυσικό σύμπαν που βασιλεύουν η κακία και η μισανθρωπία. Αυτά τα θλιβερά ανθρωπάρια που βαριούνται να σηκώσουν τον πισινό τους απ’ τον καναπέ, εγκαλούν όλους εμάς γιατί δεν είμαστε πανταχού παρόντες να καταγράφουμε κάθε αυθαιρεσία και παντοδύναμοι για να γκρεμίζουμε αυθαίρετα. Έχουν το θράσος να κάνουν κριτική ακόμα και σε όσους βοηθούν τους πληγέντες γιατί δήθεν δεν φρόντισαν να ενημερωθούν για τις ανάγκες που υπάρχουν. Η αγάπη δεν περισσεύει ποτέ, σε αντίθεση με τη μικρότητα. Για άλλη μια φορά άτομα που δεν ξέρουν να γράψουν το όνομά τους μιλούν για έλλειμμα παιδείας, ενώ κάποιοι άλλοι «παντογνώστες» που δεν έχουν βγει απ’ τα όρια του νομού τους λένε με στόμφο ότι κάποια πράγματα γίνονται μόνο στην Ελλάδα. Τη στιγμή που μετράμε ακόμα νεκρούς περιφέρουν τη μιζέρια τους στον κόσμο του διαδικτύου, ανίκανοι για μια καλή κουβέντα, μια θετική σκέψη. Είναι εχθροί μου. Έχουν διαλέξει στρατόπεδο εδώ και πολύ καιρό. Το γεγονός ότι για τα κάθε είδους κακώς κείμενα κατηγορούν όλους τους άλλους εκτός απ’ τους πραγματικά υπεύθυνους, μόνο τυχαίο δεν είναι. Βαρέθηκα λοιπόν όλους αυτούς που σε κάθε δύσκολη στιγμή ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια για να μας πετάξουν κατάμουτρα τη μαυρίλα της ψυχής τους. Βαρέθηκα κι αυτούς και τη μιζέρια τους, την κακία τους, τη βλακεία τους, την αμορφωσιά τους. Όσες μπούρδες δήθεν σοφών κι αν δημοσιεύσουν, όσες μισανθρωπικές ηλιθιότητες κι αν αναπαράξουν, όσο φτηνιάρικο χιούμορ κι αν κάνουν η αλληλεγγύη θα νικήσει.

Υ.Γ. 1 Όση ευθύνη και να έχει κάποιος επειδή έχτισε στο δάσος, το να του κουνάς το δάχτυλο όταν έχει καεί το σπίτι του, έχει χάσει δικούς του ανθρώπους και έχει κινδυνεύσει η ζωή του, είναι αθλιότητα.

Υ.Γ. 2 Συχνά ακούμε για τα αθώα και κακόμοιρα ζώα που υποφέρουν απ’ τις πράξεις των κακών ανθρώπων. Να θυμίζω ότι ζώα δεν είναι μόνο τα γατάκια, τα σκυλάκια και τα γαϊδουράκια αλλά και οι τίγρεις, τα λιοντάρια, οι ύαινες, οι βόες, οι γύπες, οι καρχαρίες και ένα σωρό άλλα άγρια θηρία που κατασπαράζουν μικρότερα ζώα και ανθρώπους. Βέβαια, μερικοί άνθρωποι είναι χειρότεροι απ’ τα άγρια θηρία αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.