Φίλια πυρά

Σταμάτησε για μια στιγμή και έφερε το χέρι στο τραυματισμένο του πόδι. Τα βήματά του γίνονταν όλο και πιο βαριά. Σχεδόν σερνόταν. Παρόλο που πολλές φορές είχε υπερβεί τα όριά του και είχε εκπλαγεί με την αντοχή του, αυτή τη φορά ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τώρα βάδιζε σχεδόν αδιάκοπα, με ελάχιστη ξεκούραση και ελάχιστο νερό, χωρίς τροφή και χωρίς ύπνο. Όλες αυτές τις μέρες δεν είχε ακούσει ανθρώπινη φωνή. Χωρίς πυξίδα και χωρίς κάποιο μέσο επικοινωνίας δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε πού πήγαινε. Το τοπίο γύρω του παρέμενε ίδιο κι απαράλλαχτο όλες αυτές τις μέρες, σαν να περνούσε χιλιάδες φορές απ’ το ίδιο σημείο. Όταν νύχτωνε συνέχιζε να περπατάει στο βαθύ σκοτάδι. Έξι μήνες τώρα πολεμούσε χωρίς να έχει καταλάβει το γιατί. Οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά του ήταν συγκεχυμένες. Οι διαταγές που έπαιρναν κάθε μέρα απ’ το αρχηγείο ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους και να αναμένουν νεότερα. Είχαν ξεκινήσει να υποστηρίξουν τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί. Μετά από πολύ καιρό χωρίς να έχουν βρει κάποιο ίχνος τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είτε προχώρησαν είτε έχουν αποδεκατιστεί. Οι διαταγές όμως παρέμεναν οι ίδιες. Ακούγονταν φήμες ότι τους παραπλανούν για κάποιο λόγο που κανείς δεν γνώριζε.

Ένα πρωί άκουσε έναν συριχτό ήχο που συνοδεύτηκε από μια έκρηξη. Δεν πρόλαβε να καλυφθεί και έτσι κάποια θραύσματα της οβίδας τον τραυμάτισαν στο πόδι. Το τραύμα ήταν επιφανειακό και επιπόλαιο αλλά αρκετό για να τον αφήσει πίσω. Η διμοιρία του αφού ανασυντάχτηκε συνέχισε την πορεία της αδιαφορώντας για την τύχη του. Έτσι, έμεινε μόνος του με ακόμα περισσότερα αναπάντητα ερωτηματικά. Μέσα στον πανικό έχασε σχεδόν τα πάντα. Την πυξίδα του, το ρολόι του, τον φακό του, τον αναπτήρα του. Έμεινε μόνο με το όπλο του, δυο σφαίρες και ένα μισογεμάτο παγούρι. Έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του ξεκίνησε να προχωράει προς την κατεύθυνση που του φαινόταν σωστή βασιζόμενος μόνο στο ένστικτο. Αυτή η μοναχική πορεία ήταν σαν μια μικρογραφία της ζωής του. Πορευόταν μόνος, προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς να ξέρει ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι οι εχθροί του. Κάθε φορά που πήγαινε να πέσει στεκόταν όρθιος την τελευταία στιγμή χωρίς να ξέρει αν αυτό είναι η σωτηρία του ή η καταστροφή του. Στα εικοσιπέντε χρόνια του δεν είχε ακόμα αποφασίσει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, πώς θέλει να ζήσει. Πάνω που πήγαινε να βρει μια άκρη ήρθε ο πόλεμος.

Ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν. Η κούραση τον είχε καταβάλλει σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να έχει βαρίδια στα πόδια. Κάθε βήμα απαιτούσε μια τεράστια προσπάθεια. Για να νικήσει την αϋπνία κρατούσε διαρκώς το μυαλό του απασχολημένο. Σκεφτόταν τα πιο πιθανά και απίθανα πράγματα. Ανέσυρε ξεχασμένες αναμνήσεις, έκανε τον απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής του, αναθεωρούσε αποφάσεις, αναζητούσε απαντήσεις. Μετά από τρεις μέρες και νύχτες μοναχικής πορείας είχε πια φτάσει σε οριακό σημείο. Αν συνέχιζε έτσι σύντομα θα κατέρρεε. Σταμάτησε για να πάρει μια απόφαση. Τελικά αποφάσισε να συνεχίσει μέχρι να ξημερώσει. Τότε θα έβρισκε ένα σχετικά ασφαλές σημείο και θα κοιμόταν. Μετά ξεκούραστος πια θα σκεφτόταν αν πρέπει να ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση. Ήπιε δυο γουλιές νερό και συνέχισε παρά την εξάντληση τον δρόμο του. Μόλις είχε διανύσει μερικά μέτρα είδε κάτι που τον έκανε να ξεχάσει την κούραση και την αϋπνία. Μακριά, στο βάθος φαινόταν ένα φως. Ήταν αδύναμο και θαμπό αλλά φαινόταν καθαρά. Νόμιζε πως ονειρευόταν. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και τα ξανάνοιξε. Το φως ήταν ακόμα εκεί. Είχε σωθεί.

Μπορεί να ήταν από κάποια πόλη ή από κάποιο χωριό. Μπορεί η διμοιρία του να αποφάσισε να γυρίσει πίσω για να τον βρει. Μπορεί να ήταν απ’ τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί και είχε διαταγή να υποστηρίξει η διμοιρία του. Έπρεπε πρώτα να διαπιστώσει αν η πηγή του φωτός ήταν σταθερή ή κινούταν. Σταμάτησε και είδε το φως να μεγαλώνει σιγά σιγά. Κάποιοι έρχονταν προς το μέρος του. Σκέφτηκε να φωνάξει για να αντιληφθούν την παρουσία του και να επιταχύνουν το βήμα τους αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Αν αυτοί που έρχονταν δεν είχαν φιλικές διαθέσεις; Αν ήταν απ’ τα εχθρικά στρατεύματα; Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Κράτησε ακόμα και την αναπνοή του για να ακούσει έστω έναν ψίθυρο. Απόλυτη σιωπή. Σκέφτηκε να αρχίσει να κινείται προς άλλη κατεύθυνση για να μην τον βρουν, αν όμως αυτοί που έρχονταν δεν ήταν εχθροί θα είχε χάσει τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας. Προσπάθησε να διακρίνει κάποιο σημάδι που να μαρτυράει την ταυτότητά τους. Το μόνο που φαινόταν ήταν το φως. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε.

Σαν τα σύννεφα που φέρνουν βροχή

Κοιμόμαστε με τον φόβο,
ξυπνάμε με την αγωνία
και στο ενδιάμεσο λέμε ότι ζούμε
μήπως και το πιστέψουμε
Μαζευόμαστε στη γωνιά μας
και τη ζωή όλο την αναβάλλουμε

Κι είναι κάτι στιγμές που η ψυχή μας
θέλει να ξεχυθεί στους δρόμους
και να ξαναδώσει νόημα στις λέξεις
μα πάντα κάτι την κρατάει

Ανασαίνουμε εγκλωβισμένοι σ’ έναν κόσμο
που οι άνθρωποι κοιτάζουν το κενό
και δεν γελούν ποτέ
Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ
μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει

Ο παντογνώστης

Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου που οι περισσότεροι είχαμε την ατυχία να γνωρίσουμε στον εργασιακό μας χώρο ή σε κάποιο φιλικό κύκλο. Είναι αυτός που ξέρει ελάχιστα και νομίζει ότι ξέρει τα πάντα. Πάντοτε έχει κάποιον ξάδελφο ή κάποιον φίλο που έχει κάποια πολύ σπουδαία θέση στην τάδε ή στη δείνα εταιρεία, σε κάποια υπηρεσία ή οργανισμό και ξέρει από πρώτο χέρι όλα τα σκοτεινά μυστικά και όσα όλοι οι υπόλοιποι αγνοούν. Τα καθήκοντα που έχει ο περιβόητος ξάδελφος ή φίλος είναι πάντα ασαφή πάντως η θέση του είναι πολύ σπουδαία. Μιλάει με απόλυτη βεβαιότητα για το βιοτικό επίπεδο, τους μισθούς, τα ενοίκια και το εκπαιδευτικό σύστημα χωρών που δεν ξέρει καν πού βρίσκονται. Δεν έχει περάσει ούτε απ’ έξω από ελληνικό πανεπιστήμιο και τη Γερμανία την έχει δει μόνο στον χάρτη, ξέρει όμως ότι τα γερμανικά πανεπιστήμια είναι καλύτερα απ’ τα ελληνικά. Το σύμπλεγμα ραγιαδισμού απ’ το οποίο διακατέχεται τον κάνει να πιστεύει ότι στις άλλες χώρες τα πάντα είναι καλύτερα.

Είναι ζήτημα αν έχει πάει δυο φορές όλες κι όλες στη ζωή του στο θέατρο αλλά ξέρει ότι στον χώρο του θεάτρου υπάρχουν κυκλώματα, ξέρει επίσης πώς λειτουργούν και ποιοι συμμετέχουν σ’ αυτά. Δεν διαβάζει λογοτεχνία ξέρει όμως με βεβαιότητα ότι τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει εμφανιστεί κανένας αξιόλογος συγγραφέας. Όπως ξέρει ότι τα λογοτεχνικά βραβεία απονέμονται με αδιαφανή τρόπο και οι συγγραφείς που έχουν τιμηθεί με κάποιο βραβείο δεν το αξίζουν. Ξέρει ακόμα ότι ο κόσμος δεν διαβάζει και αν κάποιος του μιλήσει για τους εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους που υπάρχουν στην Ελλάδα, τα δεκάδες λογοτεχνικά περιοδικά, τις εκθέσεις βιβλίου, τις λογοτεχνικές ιστοσελίδες, τα φεστιβάλ και bazaar βιβλίου που προσελκύουν πλήθος κόσμου θα απαντήσει ότι κάποτε διάβασε μια έρευνα σύμφωνα με την οποία ο κόσμος δεν διαβάζει. Δεν έχει καμία σχέση με τον κινηματογράφο ξέρει όμως ότι οι μεγάλοι σκηνοθέτες δεν αξίζουν και ότι τους προώθησε κάποιο κύκλωμα. Και δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να εξοργιστεί ή να κλάψει απ’ τα γέλια όταν πιάνει στο στόμα του διεθνώς καταξιωμένους σκηνοθέτες που σπουδαίοι ομότεχνοί τους υποκλίνονται μπροστά στο ταλέντο τους.

Ξέρει ότι όλοι οι δικηγόροι είναι απατεώνες γιατί κάποτε χρειάστηκε νομικές υπηρεσίες και ο δικηγόρος στον οποίο απευθύνθηκε ζήτησε να πληρωθεί για τη δουλειά του. Ξέρει ότι οι γιατροί είναι όλοι χασάπηδες και πήραν το πτυχίο τους με μέσο γιατί κάπου, κάποτε άκουσε ότι η θεία κάποιου μπήκε στο νοσοκομείο για εγχείρηση ρουτίνας και πέθανε. Γενικά πιστεύει ότι όλοι οι επιστήμονες είναι υποταγμένοι σε μεγάλα συμφέροντα και όποιος απ’ αυτούς τολμήσει να σπάσει την ομερτά βρίσκεται νεκρός. Δεν έχει αγωνιστεί ποτέ, ξέρει όμως ότι οι αγώνες είναι μάταιοι και όσοι αγωνίζονται εξαργυρώνουν τους αγώνες τους. Αν αναφέρει κάποιος μια νικηφόρα απεργία, για παράδειγμα, θα ρωτήσει με δυσπιστία “Πότε έγινε αυτό;” και αφού βεβαιωθεί ότι είναι αλήθεια θα αρχίσει τις ιστορίες για αγρίους ή θα πει “Κι εγώ γιατί δεν το άκουσα;” επιρρίπτοντας στους άλλους την ευθύνη για τη δική του άγνοια. Ενώ αν του μιλήσουν για χιλιάδες ανθρώπους που έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους με αξιοπρέπεια και δεν πρόδωσαν ούτε εξαργύρωσαν τους αγώνες τους, θα καταφύγει σε κάποιο συνωμοσιολογικό σενάριο.

Αμφισβητεί με θράσος όσους έχουν ασχοληθεί για χρόνια με κάποιο αντικείμενο και αφού στριμωχτεί λέει “Αυτή είναι η άποψή μου” νομίζοντας ότι αυτό είναι άλλοθι για την κάθε ανοησία. Όταν θέλει να κάνει τους άλλους να νιώσουν ενοχές για τα δικά του ελαττώματα μιλάει σε πρώτο πληθυντικό. Όταν δε βρίσκεται σε κρίση μισανθρωπίας ξεστομίζει γκεμπελίστικες αθλιότητες του τύπου “Έχουμε τη λαμογιά στο αίμα μας” με αφορμή κάποια είδηση απ’ το αστυνομικό δελτίο. Όταν κάποιος αισθανθεί προσβεβλημένος και του ζητήσει τον λόγο, σαν θρασύδειλος που είναι καταφεύγει σε ανοησίες του τύπου “Γενικά μιλάω, μην το παίρνεις προσωπικά”. Προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τσιτάτα που αλίευσε από δω κι από κει τα οποία πάντα αποδίδει σε λάθος πρόσωπο. Παριστάνει τον βαθιά σκεπτόμενο άνθρωπο αναμασώντας χιλιοειπωμένα κλσέ του τύπου “Η παιδεία μας πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο” ενώ ποτέ δεν υποστηρίζει αυτά που λέει με επιχειρήματα. Είναι πολύ δειλός για να ζητήσει συγγνώμη και πολύ μικροπρεπής για να παραδεχτεί το λάθος του, αλλά αρκετά θρασύς για να απαξιώσει ανθρώπους που θεωρούνται αυθεντίες στον τομέα τους. Ποτέ δεν θα πει καλή κουβέντα για άνθρωπο και τις επιτυχίες των άλλων τις αποδίδει στην τύχη ή σε κάποια σκοτεινά κέντρα που προωθούν τους δικούς τους και κλείνουν τις πόρτες στους πραγματικά άξιους. Όταν μιλάει πονάνε τα αυτιά μας απ’ τα εκφραστικά και συντακτικά λάθη που κάνει αλλά χαρακτηρίζει τους άλλους αμόρφωτους.

Ο παντογνώστης φυσικά έχει άποψη και για την κρίση. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είναι λίγο μπερδεμένος. Απ’ τη μία πιστεύει ότι υπεύθυνοι για την κρίση είναι οι ξένοι που μας ζηλεύουν για τον πολιτισμό μας, αλλά απ’ την άλλη πιστεύει ότι η οικονομική κρίση είναι αποτελέσμα της πολιτισμικής κρίσης που μας ταλανίζει εδώ και δεκαετίες. Έτσι, υποστηρίζει πότε τη μία πότε την άλλη άποψη ανάλογα με τη διάθεσή του. Κάνει αυθαίρετες γενικεύσεις και όταν η πραγματικοτητα δεν τον βολεύει επινοεί επί τόπου μια ιστορία που υποτίθεται πως υποστηρίζει την άποψή του. Μεμψιμοιρεί και μιλάει ισοπεδωτικά και για αυτόν τα πράγματα είναι πάντα “άσπρο” ή “μαύρο” σαν να μην υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις.

Όταν οι άλλοι αρνούνται να δεχτούν τις ασυναρτησίες του σαν απόλυτη αλήθεια τούς κατηγορεί ότι δεν σέβονται τη γνώμη του. Ενίοτε μπορεί να γίνει διασκεδαστικός, επειδή όμως αυτό είναι σπάνιο συνήθως οι γύρω του ξεκινούν μεταξύ τους συζητήσεις για άλλα θέματα και τον αφήνουν να αγορεύει μόνος του. Όντας εριστικός, αγενής και επηρμένος πολλές φορές απομονώνεται και τότε μονολογεί συνεχώς για την κακία των ανθρώπων. Γιατί όπως προανέφερα για τον παντογνώστη όλα είναι “άσπρο” ή “μαύρο” οπότε εφόσον δεν αναγνωρίζετα η μεγαλοφυΐα του, όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί.

Ίχνη πάνω στην άμμο

Ίχνη πάνω στην άμμο
στις ακτές της Μεσογείου
Η ιστορία του κόσμου
είναι ίχνη πάνω στην άμμο
που τα σβήνουν τα κύματα

Αν βρείτε κάποτε πάνω στην άμμο
μικροσκοπικά ίχνη που ίσα που φαίνονται
μην προσπεράσετε βιαστικά
σαν να είναι κάτι που δεν σας αφορά
Εκεί κοντά μπορεί να βρείτε
κάποιο μεταναστευτικό πουλί
που έσπασε το φτερό του,
έχασε το σμήνος του κι απόμεινε μονάχο

Μην πείτε πως σας είναι άγνωστο,
κάτι πρωτόγνωρο που δεν έχετε ξαναδεί
Μην ψάξετε τη συνομοταξία και την τάξη του
μέσα σε βιβλία σκονισμένα
Μόνο θυμηθείτε τις ιστορίες που έλεγαν οι παλιοί
πως κάποια μέρα έφτασαν σε μια ακτή κυνηγημένοι
και πάνω στα συντρίμμια ξαναχτίσαν τη ζωή τους

Προκεχωρημένο φυλάκιο

Γεννήθηκα το 1912. Μπορεί και να ήταν το 1914. Όχι, το 1913 ήταν. Ο πατέρας μου πέθανε πριν γεννηθώ κι εγώ πήρα το όνομά του. Μια μέρα του 1924… Όχι δεν ήταν το 1924. Ούτε το 1922. Πρέπει να ήταν το 1923. Το 1923 λοιπόν ήρθε στο σπίτι ένας άντρας με στολή και μας είπε ότι σε λίγο καιρό έπρπε να μαζέψουμε τα πράγματά μας, όσα δηλαδή μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας, και να φύγουμε. Για να διασφαλιστεί, λέει, η ειρήνη και η ευημερία της ανθρωπότητας έπρεπε δυο εκατομμύρια άνθρωποι να ξεριζωθούν απ’ τη γη που έζησαν αυτοί και οι πρόγονοί τους για αιώνες. Δεν μπορούσαμε να επιλέξουμε πού θα πάμε. Έτσι, καταλήξαμε εδώ. Τυχαία. Στην αρχή μέναμε σε μια σκηνή μαζί με δυο άλλες οικογένειες. Μετά μας παραχώρησαν ένα οικόπεδο και χτίσαμε ένα σπίτι.

Ξεχνάω. Ξεχνάω ονόματα, χρονολογίες, γεγονότα. Ξεχνάω κάθε μέρα και πιο πολύ. Χάνω το μυαλό μου. Χάνω τον εαυτό μου. Η ζωή μου είναι σαν μια φωτογραφία που κάθε μέρα ξεθωριάζει. Και φοβάμαι ότι μια μέρα θα γίνει κάτασπρη σαν το χιόνι. Σαν το χιόνι που ό,τι κι αν γράψεις πάνω του μετά από λίγο σβήνεται. Μπορεί να χάνω το μυαλό μου αλλά έχω ακόμα την καρδιά μου. Μπορώ ακόμα να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι, να νοσταλγώ, να ελπίζω. Ελπίζω ότι κάποτε θα ξαναβρώ τον εαυτό μου. Αν και ξέρω ότι πια δεν υπάρχει επιστροφή. Όπως τότε που μας φέρανε εδώ. Ελπίζαμε ότι μια μέρα θα γυρίσουμε πίσω στον τόπο μας, όμως βαθιά μέσα μας ξέραμε ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Η ζωή μας δεν ήταν στα χέρια μας. Κάποιοι άλλοι είχαν αποφασίσει ότι ανήκουμε εδώ. Κάποιοι που ποτέ δεν νιώσαν τον πόνο μας και λογαριάζουν τους ανθρώπους σαν άψυχα αντικείμενα και πετούν όσους περισσεύουν. Αυτοί λοιπόν οι μεγάλοι, οι δυνατοί αποφάσισαν ότι έτσι έπρεπε να γίνει κι εμείς δεχτήκαμε τη μοίρα μας. Ήμασταν οι ηττημένοι ενός πολέμου στον οποίο ποτέ δεν πήραμε μέρος. Ενός πολέμου που όπως όλοι οι πόλεμοι έχει καταστροφικές συνέπειες. Αλλά και η ειρήνη τους είναι το ίδιο σκληρή κι απάνθρωπη όσο ο πόλεμός τους.

Όσα χρόνια κι αν περάσαν ποτέ δεν ρίζωσα σ’ αυτό τον τόπο. Ήμουν πάντα ξένος. Άλλωστε είχαν φροντίσει να μου το δείξουν απ’ την πρώτη στιγμή. Στην ηλικία που τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα, εγώ έμαθα πόσο μικρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Κάποτε προσπαθούσα να ξεχάσω αυτά που με πλήγωναν, όπως τώρα προσπαθώ να θυμηθώ. Κι ήταν κάτι στιγμές τα βράδια, όταν έχει τόση ησυχία που ακούς ακόμα και τον χτύπο της καρδιάς σου, που όλα αυτά που προσπαθούσα να σβήσω ξαναζωντάνευαν σαν να είχαν γίνει χτες. Και τότε καταλάβαινα ότι κάποια πράγματα είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μας. Τώρα ακούω πάλι καμιά φορά τον χτύπο της καρδιάς μου και τότε καταλαβαίνω ότι είμαι ζωντανός. Εξακολουθώ να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι και να νοσταλγώ τα ίδια πράγματα. Να αγαπάω τη ζωή και τους ανθρώπους. Να μισώ την αδικία. Να φοβάμαι όταν ακούω να μιλούν για διακρατικές συμφωνίες και συνθήκες ειρήνης. Να νοσταλγώ την ευτυχία.

Όταν χάνεις κάτι που αγαπάς προσπαθείς να αναπληρώσεις το κενό. Από τότε που έχασα την πατρίδα μου, πατρίδα μου έγινε η μνήμη. Όσα είχα αφήσει πίσω μου, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, τα κουβαλούσα μέσα μου και δεν μπορούσε κανείς να μου τα πάρει. Ήταν σαν ένα μπουκάλι κρασί που το φυλάς σε μια σκοτεινή γωνιά του σπιτιού για μια ξεχωριστή περίσταση. Μπορεί ο ήλιος να είναι ίδιος σε κάθε γωνιά της γης, το χώμα μετά τη βροχή να έχει την ίδια μυρωδιά, ο ουρανός και η θάλασσα να έχουν παντού το ίδιο χρώμα, ο άνεμος όταν φυσάει να κάνει τον ίδιο ήχο, αλλά όταν έρθει η ώρα να πάρεις τον δρόμο της προσφυγιάς θυμάσαι τον ουρανό, τη θάλασσα, τον ήλιο και το χώμα της πατρίδας σου και καταλαβαίνεις ότι ήταν μοναδικά γιατί ήταν δικά σου.

Τώρα πια που η αρρώστια και ο χρόνος σβήνουν τη μνήμη μου, χάνω για δεύτερη φορά την πατρίδα μου μαζί με κάθε κομμάτι του εαυτού μου. Τελευταία γραμμή άμυνας είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο. Όταν ήμουν μικρός, λίγο καιρό πριν φύγουμε, είχα χτυπήσει το πόδι μου στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Από τότε κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός αυτή η παλιά πληγή με πονάει. Και ο πόνος φέρνει στον νου μου την εικόνα του σπιτιού μου και την αυλή με τα δέντρα και τα λουλούδια και τον δρόμο που περνούσε μπροστά απ’ το σπίτι και τους γείτονες που ποτέ δεν μάθαμε τι απέγιναν.

Η ζωή μου δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν μια συνηθισμένη ζωή όπως οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που για τα βιβλία της ιστορίας είναι απλοί αριθμοί. Κάποτε διαβάζεις ότι χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν, εκτοπίστηκαν, βασανίστηκαν, έμειναν ανάπηροι, πέθαναν απ’ την πείνα και τις κακουχίες. Ήταν άνθρωποι όπως εσύ, όπως αυτοί που αγαπάς. Αλλά δεν άκουσες ποτέ τις κραυγές τους, δεν είδες ποτέ τα δάκρυά τους, δεν ένιωσες ποτέ την αγωνία και το παράπονό τους. Η ζωή μου λοιπόν ήταν μια απλή, συνηθισμένη ζωή. Αγωνίστηκα και μόχθησα πολύ, χάρηκα λίγο, δεν ταξίδεψα παρά μόνο μια φορά, αν μπορεί να θεωρηθεί ταξίδι το να έρχονται στη ζωή σου τα πάνω κάτω. Τώρα φοβάμαι ότι πλησιάζει η ώρα για το μεγάλο ταξίδι. Αυτή τη φορά χωρίς αποσκευές και διαβατήριο. Όταν φύγαμε απ’ τον τόπο μας έπρεπε να χωρέσουμε όλη τη ζωή μας σε μια βαλίτσα. Όταν έρθει η ώρα να αφήσω αυτόν τον κόσμο πρέπει να χωρέσω όλη μου τη ζωή σε μια φράση. Σε μια φράση που θα δείχνει ότι ούτε ο χρόνος ούτε η αρρώστια κατάφεραν να με νικήσουν. Θα πω λοιπόν σ’ αυτόν που θα με οδηγήσει απέναντι ότι είμαι ένα μαύρο ρόδο που ξερίζωσαν απ’ τη γη της Ιωνίας και από τότε δεν μπόρεσε να ριζώσει σε άλλη γη.

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο http://www.nakasbookhouse.gr/blog

Τα ψέματα του Απρίλη

Ζούμε μες στο ψέμα. Απ’ τη στιγμή που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Όσοι αναλαμβάνουν να μας γνωρίσουν τον κόσμο που μας περιβάλλει και να μας προετοιμάσουν για να γίνουμε μέλη της κοινωνίας, μας λένε ψέματα, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα. Οι γονείς μας αναγκάζονται να μας πουν ψέματα για να μας προστατεύσουν απ’ την αλήθεια που είναι πολύ σκληρή για τα παιδιά. Οι δάσκαλοι στα σχολεία μας λένε ψέματα, έτσι ώστε όταν μεγαλώσουμε να νομίζουμε το ψέμα για αλήθεια. Οι μεγάλοι μας λένε ψέματα γιατί μπερδεύουν την αθωότητα με την αφέλεια ή γιατί έχουν ξεχάσει ότι και οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε παιδιά. Τα παραμύθια μας λένε ψέματα, μόνο που κάτω απ’ αυτά τα ψέματα κάποιες φορές κρύβονται αλήθειες που αν φανερωθούν γίνονται επικίνδυνες.

Όταν μεγαλώνουμε εξακολουθούμε να ζούμε μες στο ψέμα. Αυτοί που μας κυβερνούν μας λένε ψέματα, γιατί η εξουσία τους στηρίζεται στο ψέμα. Αυτοί που μας ενημερώνουν μας λένε ψέματα, γιατί στηρίζουν την εξουσία που στηρίζεται στο ψέμα. Οι εργοδότες μας λένε ψέματα, γιατί οι εργαζόμενοι που ξέρουν την αλήθεια αντιδρούν στην αδικία. Αυτοί που μας εκπροσωπούν μας λένε ψέματα, γιατί αν έλεγαν την αλήθεια δεν θα χρειαζόμασταν εκπροσώπους. Αυτοί που μας ψυχαγωγούν μας λένε ψέματα, γιατί τα ψέματα αποκοιμίζουν και όταν είναι χαριτωμένα μοιάζουν πολύ αληθινά. Αυτοί που μας νουθετούν μας λένε ψέματα, γιατί φοβούνται την αλήθεια. Αυτοί που έχουν ταχθεί να μας προστατεύουν μας λένε ψέματα, γιατί οι άνθρωποι που ξέρουν την αλήθεια δεν χρειάζονται προστασία. Αυτοί που μας αγαπούν μας λένε ψέματα, γιατί η αγάπη έχει τους δικούς της νόμους που αψηφούν την αλήθεια. Αυτοί που μας μισούν μας λένε ψέματα, γιατί το μίσος τυφλώνει και τα μάτια βλέπουν μόνο όσα θέλουν να δουν. Αυτοί που μας πληγώνουν μας λένε ψέματα για να μας πονέσουν περισσότερο. Αυτοί που μας παρηγορούν μας λένε ψέματα γιατί η αλήθεια δεν επουλώνει πληγές.

Μπροστά σε τόσα ψέματα, τα ψέματα της Πρωταπριλιάς μοιάζουν πολύ αθώα. Τόσο που δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε απ’ τα ψέματα που μας παρουσιάζουν για αλήθεια. Πολλές φορές είναι πιο πιστευτά απ’ τα ψέματα που ακούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Άλλες φορές είναι όνειρα, ευχές και επιθυμίες που μεταμορφώνονται σε ψέματα χάριν του πρωταπριλιάτικου εθίμου. Είναι σαν κι αυτά που μας λένε οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας για να μας παρηγορήσουν και να μας προστατεύσουν. Όπως και να ‘χει είναι ψέματα ανώδυνα, ανάμνηση μιας χαμένης αθωότητας παλιότερων εποχών. Αν αφεθούμε στη γοητεία των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων μπορεί και να γίνουμε πιο δύσπιστοι απέναντι στα άλλα ψέματα, σε αυτά δηλαδή που μας κρατάνε στο σκοτάδι και καθορίζουν τη ζωή μας. Επιστρέφοντας για λίγο νοερά στην αγνότητα και την απλότητα των παιδικών μας χρόνων, ίσως διακρίνουμε θαμμένη κάτω από τόνους προπαγάνδας, συκοφαντίας και φλυαρίας την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια, που είναι πολύτιμη γιατί είναι σπάνια, για να βρεθεί χρειάζεται ανοιχτά μάτια, καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά. Όσο και να την κρύβουν μπορούμε να την ανακαλύψουμε αν διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας.

Η σιωπή είναι η ηρεμία πριν την καταιγίδα

Όταν με στοχεύετε με τα δηλητηριώδη βέλη σας
χαμογελώντας χαιρέκακα
δήθεν μιλώντας γενικά
με αυτές τις κοινότοπες εκφράσεις
“Συζήτηση κάνουμε”,
”Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά”

Όταν μου πετάτε ξεδιάντροπα
όλη τη σαπίλα της ψυχής
και του μυαλού σας
στο όνομα της άποψής σας
που πρέπει δήθεν να σεβαστώ

Όταν κακοποιείτε βάναυσα
κάθε ανθρώπινη αξία
νομίζοντας πως λέτε κάτι έξυπνο
Όταν το μίσος και η κακία ξεχειλίζουν
από κάθε εκατοστό της ύπαρξής σας
όσο κι αν προσπαθείτε να το κρύψετε
με επιτηδευμένα φιλικό ύφος

Τότε μένω για λίγο σιωπηλός
σας ζυγίζω με το βλέμμα
ψάχνοτας το σημείο που πονάει πιο πολύ
και περιμένω να χτυπήσω