Όταν δυο χέρια σμίγουν

Μίσος. Το μόνο που είχε νιώσει. Το μόνο που μπορούσε να νιώσει. Το μόνο που ένιωθε κάθε στιγμή της ζωής του. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Μίσος. Στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά. Μίσος για όλους. Για τα ζευγαράκια που νομίζουν ότι ο κόσμος τους ανήκει. Για τους υπαλλήλους με το υπεροπτικό ύφος. Για τα παιδιά που χαλάνε τον κόσμο απ’ τη φασαρία. Για τους διπλανούς του στο λεωφορείο. Για τους μπροστινούς του στην ουρά του ταχυδρομείου. Για τους απέναντι. Για τους από πάνω. Για τους από κάτω.

Ό,τι παίρνεις δίνεις. Και όταν το φαρμάκι που παίρνεις καθημερινά έχει δηλητηριάσει κάθε κομμάτι της ψυχής σου, αυτού που τέλος πάντων ονομάζουμε ψυχή, δεν σου περισσεύει καλοσύνη για κανέναν. Όσο του πριόνιζαν τα φτερά, όσο τον έσπρωχναν όλο και πιο χαμηλά, να μη βλέπει φως, τόσο μεγάλωνε το μίσος του. Ώσπου στο τέλος κάλυψε όλη την καρδιά του. Τα βράδια σκέπαζε το κεφάλι με την κουβέρτα κι έκλαιγε σιωπηλά. Κανείς δεν τον είχε δει να κλαίει. Αυτή ήταν η δική του μικρή νίκη. Ένα μικρό κομμάτι περηφάνιας. Ώσπου τα δάκρυα στέρεψαν. Όση αγανάκτηση, όση πίκρα, όσο μίσος κι αν ένιωθε, του ήταν αδύνατο πια να κλάψει. Περιέφερε το μίσος του στον κόσμο και προσπαθούσε να κρατηθεί όρθιος. Μόνος εναντίον όλων.

Εκείνη τη μέρα είχε τα γενέθλιά του. Έτσι έκανε έναν μικρό απολογισμό. Το τηλέφωνο για ακόμη μια φορά δεν χτύπησε. Η μέρα που ήρθε στον κόσμο ήταν κάτι που κανείς δεν θυμόταν. Τουλάχιστον ήταν ζωντανός. Σωματικά, γιατί ψυχικά είχε πεθάνει χρόνια πριν. Προτιμούσε να μη θυμάται τι μεσολάβησε απ’ τα προηγούμενα γενέθλια. Ένας ακόμη χρόνος εξορίας απ’ τη ζωή. Θα ήταν καλύτερα λοιπόν να τριγύριζε για μερικές ώρες άσκοπα στους δρόμους της πόλης, για να μη θυμάται αυτά που τον έκαναν να μισεί. Άνοιξε την πόρτα, βγήκε βιαστικά στο διάδρομο και την άφησε να κλείσει πίσω του. Είδε το κοριτσάκι του διπλανού διαμερίσματος να τον πλησιάζει με γρήγορα βήματα.

-Μοιάζετε με τον πατέρα μου, του είπε χαμογελώντας.

Την κοίταξε άγρια. Ε, όχι να κοροϊδεύουν τη μοναξιά του και τα πιτσιρίκια.

-Αλήθεια, επέμεινε η μικρή σχεδόν απολογητικά.

-Δεν τον έχω δει ποτέ, απάντησε μετανιώνοντας για τον απότομο τρόπο του.

-Σκοτώθηκε στον πόλεμο. Στην πατρίδα μου γίνεται πόλεμος, του είπε σιγά, σαν να φοβόταν μην την ακούσουν.

Τον πήρε απ’ το χέρι. Ένιωσε πάλι την καρδιά του να χτυπάει, πάνω που είχε πιστέψει ότι δεν έχει πια καρδιά. Η ζωή του ξεκινούσε απ’ την αρχή. Το σημείο μηδέν. Ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι στις αναμνήσεις του. Απαξίωση, χλευασμός, ειρωνεία, προσβολές. Κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τα χέρια του προς το μέρος του, έκανε από ένστικτο ένα βήμα πίσω. Ήξερε ότι ο κόσμος είναι ζούγκλα και ο άνθρωπος το μεγαλύτερο θηρίο. Γιατί οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει ήταν θηρία. Ό,τι καλό θυμόταν αμυδρά απ’ τη ζωή του -ένα χαμόγελο, ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα- δεν τον αφορούσε. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι αυτά τα πράγματα ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο, ξένο, μακρινό. Ο δικός του ήταν πολύ μικρός για να τα χωρέσει. Τώρα ένας άλλος άνθρωπος στεκόταν δίπλα του. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι, για να του μάθει πράγματα που δεν είχε φανταστεί ότι υπάρχουν. Αληθινά, ανθρώπινα. Από ανθρώπους αληθινούς. Έμαθε ότι υπάρχουν κι αυτοί, εκτός απ’ τα θηρία. Μέσα σε μια στιγμή γνώρισε έννοιες που υπήρχαν γι’ αυτόν μόνο στα λεξικά, χωρίς αληθινό αντίκρισμα. Αλληλεγγύη, σεβασμός, αποδοχή. Ένιωσε ξαφνικά να ψηλώνει, μέχρι που έφτασε στο ύψος που του έπρεπε. Κατέκτησε τη θέση που του είχαν στερήσει. Άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους. Ίσος μεταξύ ίσων. Από εκεί ο κόσμος φαινόταν καλύτερος.

Ένα ποτάμι άρχισε να κυλάει απ’ την καρδιά του, ώσπου έφτασε στα μάτια του. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Δεν ήταν τα δάκρυα που ήξερε μέχρι τότε. Ήταν γιατί αισθανόταν κάτι πρωτόγνωρο, που δεν μπορούσε να το εκφράσει με λόγια. Αυτό το ποτάμι ήταν πολύ δυνατό. Μπορούσε να παρασύρει κάθε ασχήμια, κάθε μικρότητα. Ό,τι κάνει τον άνθρωπο να γίνεται θηρίο. Θυμήθηκε ότι στο σχολείο είχε μάθει ότι άνθρωπος σημαίνει “άνω θρώσκων”. Αυτός δηλαδή που κοιτάει ψηλά, προς τον ουρανό. Στην πόλη που ζούσε δύσκολα έβλεπε κανείς ουρανό. Όμως το βράδυ θα έκανε μια προσπάθεια. Ίσως έβλεπε τα ξεχασμένα του όνειρα να ζωντανεύουν ανάμεσα στ’ αστέρια. Ίσως μετριάζοντας το μίσος του για τους άλλους, μάθαινε να αγαπάει τον εαυτό του.

Θέα στην άνοιξη

Τα παλιά στρατιωτάκια που βρέθηκαν στο πατάρι γέμιζαν τις τελευταίες μέρες τις άδειες ώρες τους. Μια γραμμή από κιμωλία στο πάτωμα παρίστανε τα σύνορα. Πολεμικές ιαχές, διαταγές, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις, σκοτωμοί, τραυματισμοί και βολές πυροβόλων τάραζαν την ησυχία του σαλονιού. Ώσπου κουράστηκαν να παίζουν με σοβαρά πράγματα. Έσβησαν τη γραμμή στο πάτωμα. Έβγαλαν τις στολές απ’ τους στρατιώτες τους για να μην ξεχωρίζουν. Τους σκόρπισαν σε όλα τα σημεία που λίγο πριν ήταν πεδίο μάχης.

Δεν ήταν πια αναλώσιμο υλικό αλλά άνθρωποι. Με ανάγκες, με επιθυμίες και συναισθήματα. Έκλεισαν τα μάτια και προσπάθησαν να φανταστούν τον κόσμο διαφορετικό. Για λίγες στιγμές ο παππούς τους δεν είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, αλλά ήταν ακόμη μαζί τους και τους έλεγε ιστορίες της νιότης του τα βράδια. Τον αδελφό τους δεν τον είχαν βρει ένα παγωμένο πρωί με μια σφαίρα στην καρδιά σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο, αλλά ήταν κοντά τους και τους πήγαινε κάθε Κυριακή στο λούνα παρκ. Η γιαγιά τους δεν φοβόταν να μιλήσει τη γλώσσα της. Δεν υπήρχαν άνθρωποι που περπατούσαν κυνηγημένοι μέρες ολόκληρες, ψάχνοντας έναν τόπο να ριζώσουν. Τα παιδιά που αντί να πηγαίνουν σχολείο έτρεχαν πεινασμένα να γλιτώσουν απ’ τις βόμβες, ήταν ένας εφιάλτης απ’ τον οποίον είχαν ξυπνήσει. Δεν υπήρχαν μάνες που περίμεναν μια ζωή απάντηση σε ένα κιτρινισμένο γράμμα. Δεν υπήρχαν παιδιά που το μόνο που είχαν για να θυμούνται τον πατέρα τους ήταν ένα ψυχρό στρατιωτικό έγγραφο. Στις πλατείες δεν υπήρχαν χαρτόκουτα που έκρυβαν μέσα κυνηγημένους ανθρώπους. Στους τοίχους δεν υπήρχαν σημάδια από σφαίρες, αλλά μόνο παιδικές ζωγραφιές: καραβάκια που αρμενίζουν στο πέλαγος και δάση με πολύχρωμα δέντρα. Δεν υπήρχαν άψυχα κορμιά που περιμένουν να αναγνωριστούν απ’ τους δικούς τους, για να ησυχάσουν οι ψυχές που τα είχαν εγκαταλείψει.

Οι άνθρωποι που όταν άκουγαν τον ήχο των αεροπλάνων έτρεχαν να κρυφτούν στα καταφύγια, τώρα ακούγοντας αυτόν τον ήχο ονειρεύονταν ταξίδια σε τόπους μακρινούς. Δεν υπήρχαν πόλεις χωρισμένες στα δύο. Η φωτιά και οι εκκωφαντικοί κρότοι δεν είχαν θέση στα νυχτερινά όνειρα. Ο φόβος δεν σερνόταν στους έρημους δρόμους κατεστραμμένων πόλεων και οι άνθρωποι κοιτάζονταν στα μάτια. Όλοι οι αδικοχαμένοι συγγενείς που βλέπανε στις φωτογραφίες κάθονταν σε ένα μεγάλο γιορτινό τραπέζι. Δεν υπήρχαν γκρεμισμένα σπίτια, καμμένα χωριά, νάρκες και συρματοπλέγματα. Τα όπλα ήταν στα μουσεία και ο πόλεμος σχήμα λόγου.

Άνοιξαν πάλι τα μάτια κι επανήλθαν στον πραγματικό κόσμο. Μετά από χρόνια ξαναήρθαν στο μυαλό τους αυτές οι εικόνες. Έμαθαν ότι είναι από μια άγνωστη μακρινή χώρα. Για να φτάσει κανείς εκεί, πρέπει να περπατήσει χιλιάδες χιλιόμετρα. Ο δρόμος είναι δύσβατος κι επικίνδυνος. Όσοι ξεκίνησαν για εκεί δεν γύρισαν ποτέ. Άλλοι έφτασαν, άλλοι δεν πρόλαβαν να φτάσουν. Άλλοι τους είπαν αφελείς, άλλοι αεροβάτες. Είναι που χρειάζεται ψυχή για να ονειρευτεί κανείς καινούργιους κόσμους.

Ελεύθερος συνεργάτης

Προσπαθούσε αγουροξυπνημένος να δέσει τη γραβάτα. Τόσο καιρό στην εταιρεία και δεν είχε μάθει ακόμη. Έτσι γίνεται όταν μισείς αυτό που κάνεις. Δούλευε σαν ελεύθερος συνεργάτης σε μια μεγάλη εκδοτική εταιρεία. Γύριζε τις γειτονιές της Αθήνας με έναν χαρτοφύλακα στο χέρι κι ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη και προσπαθούσε να πουλήσει εγκυκλοπαίδειες και ιατρικούς οδηγούς.

Εκείνη τη μέρα δεν είχε πουλήσει τίποτα. Μάλλον δεν έπειθε πια. Πλησίαζε μεσημέρι. Στάθηκε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ένας ένοικος βγήκε βιαστικά κι άφησε την πόρτα να κλείσει αργά πίσω του. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μπήκε μέσα. Ανέβηκε τα σκαλιά κι έφτασε στο ισόγειο. Χτύπησε ένα κουδούνι τυχαία.

-Καλημέρα σας, ψέλλισε ξεψυχισμένα μόλις είδε την πόρτα να ανοίγει.

Ξαφνικά η γλώσσα του δέθηκε κόμπος, ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ίσως γιατί ο άνθρωπος που αντίκρισε δεν τον αντιμετώπισε με την καχυποψία που είχε συνηθίσει. Ίσως γιατί το βλέμμα του έδειχνε ότι είχε πολλές μέρες να μιλήσει με άνθρωπο. Ίσως γιατί του θύμισε τον εαυτό του.

-Πέρνα μέσα, απάντησε κάνοντάς του χώρο να περάσει.

-Μήπως ενοχλώ; Μήπως σας διακόπτω απ’ το φαγητό; ρώτησε διστακτικά.

-Δεν πειράζει, τόσα χρόνια μόνος μου τρώω, απάντησε με παράπονο σαν να μιλούσε σε κάποιον παλιό του φίλο που τον είχε ξεχάσει.

Του έβαλε σ’ ένα πιάτο μια μερίδα απ’ το λιτό του γεύμα. Πήρε ένα ποτήρι και το γέμισε με κρασί.

-Ένα…. Να πάνε τα φαρμάκια κάτω, είπε σχεδόν παρακλητικά προσπαθώντας να κάμψει τις αντιρρήσεις που διέκρινε στα μάτια του.

Όταν πίνεις μόνος, είναι φορές που το κρασί σε πικραίνει σαν δηλητήριο. Αποφάσισε να μην του χαλάσει το χατίρι. Το βλέμμα του σταμάτησε στη φωτογραφία μιας γυναίκας.

-Η συχωρεμένη η γυναίκα μου, είπε διαβάζοντας τη σκέψη του.

Συνέχισαν να τρώνε αμίλητοι. Είχαν ξεσυνηθίσει να μιλάνε. Μόνο όταν συναντιόνταν τα βλέμματά τους έρχονταν στα χείλη τους κάτι κοινότοπες κουβέντες, απ’ αυτές που λένε οι άνθρωποι όταν δεν έχουν να πουν κάτι σημαντικό.

-Αν επιτρέπεται, πότε…; ρώτησε ξαφνικά για να σπάσει τη σιωπή και ασυναίσθητα έσφιξε τα χείλη σαν να το μετάνιωσε.

-Πριν δεκαπέντε χρόνια. Ιατρικό λάθος, απάντησε χαμηλόφωνα.

Η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά του. Τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα.

-Αν σε ξαναφέρει ο δρόμος σου προς τα ‘δω, μη διστάσεις, είπε αποχαιρετώντας τον.

Χαμογέλασε αχνά και κόλλησε το δάχτυλό του στο κουδούνι του διπλανού διαμερίσματος.

Η Αλίκη στους δρόμους

Η Αλίκη στο σπίτι. Με έναν βίαιο πατέρα και μια αδιάφορη μάνα. Η Αλίκη με μελανιές στο πρόσωπο απ’ τα χτυπήματα και κόκκινα μάτια απ’ το κλάμα. Η Αλίκη κουλουριασμένη στο κρεβάτι. Η Αλίκη με το βλέμμα στο κενό. Η Αλίκη ονειρεύεται. Η Αλίκη σχεδιάζει τη φυγή της. Μια μέρα στάθηκε στη μέση του σαλονιού και φώναξε δυνατά:“Ένα βράδυ θα καβαλήσω ένα αστέρι και θα φύγω μακριά”. Την άλλη μέρα, αξημέρωτα ακόμα, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε για πάντα απ’ το σπίτι.

Η Αλίκη στους δρόμους. Να περιπλανιέται γυρεύοντας στέγη, φαγητό, αγάπη, μέλλον. Η Αλίκη ελπίζει στην καλοσύνη των ανθρώπων. Η Αλίκη γνωρίζει τη ζωή. Η Αλίκη σε λάθος δρόμους. Κάποιοι είπαν ότι την είδαν στην Ομόνοια να ζητάει χρήματα απ’ τους περαστικούς, με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια και σημάδια στα χέρια. Κάποιοι άλλοι είπαν ότι την είδαν στις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα να περιμένει πελάτη τρέμοντας απ’ το κρύο. Η Αλίκη κουράστηκε. Η Αλίκη προσπαθεί να ξεφύγει απ’ την κατάρα της δυστυχίας. Η Αλίκη θέλει να κοιμηθεί κι όταν ξυπνήσει να είναι όλα ένα κακό όνειρο. Η Αλίκη προσπαθεί να σταθεί όρθια. Η Αλίκη απελπίζεται. Η Αλίκη σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Η Αλίκη νεκρή από υπερβολική δόση ηρωίνης. Η Αλίκη τρεις μέρες παγωμένη ανάμεσα σε σωρούς από σκουπίδια. Κάποιοι είπαν ότι ο θάνατός της δεν ήταν τυχαίος. Ότι ήθελε να πεθάνει και διάλεξε να το κάνει με έναν τρόπο πολύ ήσυχο, γιατί την είχε κουράσει η φασαρία. Κάποιοι άλλοι είπαν ότι καβάλησε ένα αστέρι και ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το φως. Ίσως εξαρτάται απ’ το πώς βλέπει κανείς τα πράγματα. Πάντως από τότε κανείς δεν την ξαναείδε.

Η Αλίκη έφυγε όπως ήρθε. Φοβισμένη και μόνη. Και με την ελπίδα ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει καλοσύνη. Σίγουρα υπάρχει. Μόνο που κάποιοι άνθρωποι φεύγουν νωρίς, πριν προλάβουν να τη γνωρίσουν. Η παρουσία της Αλίκης στοίχειωσε το σπίτι των παιδικών κι εφηβικών της χρόνων και τους αφιλόξενους δρόμους της ενήλικης ζωής της. Η σύντομη ζωή της χώρεσε όλη την απόγνωση και την απελπισία των κολασμένων των αθηναϊκών γκέτο. Το χαμόγελό της δεν το είδε κανείς. Είναι πολλοί οι δρόμοι και πολλά τα σπίτια που κρύβουν κάποια Αλίκη. Κάποια Αλίκη με μελανιές στο πρόσωπο απ’ τα χτυπήματα και κόκκινα μάτια απ’ το κλάμα. Κάποια Αλίκη που ονειρεύεται κι ετοιμάζει τη φυγή της. Κάποια Αλίκη που ελπίζει στην καλοσύνη των ανθρώπων. Κάποια Αλίκη που προσπαθεί να ξεφύγει απ’ την κατάρα της δυστυχίας και να σταθεί όρθια. Κάποια Αλίκη που απελπίζεται. Κάποια Αλίκη που θα φύγει νωρίς, πριν προλάβει να γνωρίσει την καλοσύνη των ανθρώπων. Είναι και κάτι αστέρια πολύ μοναχικά που περιμένουν κάποια Αλίκη για να ταξιδέψουν μαζί προς το φως.

Περί απόψεων

Η ελευθερία έκφρασης είναι ένα δικαίωμα που κατακτήθηκε με πολύχρονους και σκληρούς αγώνες. Στη σημερινή εποχή, τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου μας, μπορούμε να πούμε ή να γράψουμε (σχεδόν) ό,τι θέλουμε χωρίς να κινδυνεύουμε να βρεθούμε στη φυλακή ή ακόμα χειρότερα στην πυρά. Το γεγονός όμως ότι μπορούμε να πούμε ό,τι θέλουμε σημαίνει απαραίτητα πως κάθε γνώμη που εκφράζουμε είναι άξια προσοχής και σεβασμού και έχει ακριβώς την ίδια βαρύτητα με άλλες γνώμες; Μάλλον όχι. Για παράδειγμα δεν θα μπορούσαμε σε καμία περίπτωση να θεωρήσουμε πως, σε σχέση με μια αρχαιολογική ανακάλυψη, η γνώμη κάποιου που είναι εντελώς άσχετος με την επιστήμη της αρχαιολογίας έχει την ίδια βαρύτητα με τη γνώμη ενός αρχαιολόγου που έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην αρχαιολογική έρευνα. Όπως δεν θα μπορούσαμε να βάλουμε στην ίδια ζυγαριά, σε σχέση με ένα πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζουμε, τη γνώμη ενός γιατρού με τη γνώμη ενός οποιουδήποτε άλλου. Επίσης υπάρχουν κάποιες αλήθειες που είναι καθολικά αποδεκτές και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση είτε γιατί είναι οφθαλμοφανείς, είτε γιατί είναι αποτέλεσμα επιστημονικής παρατήρησης και έρευνας αιώνων και συνοδεύονται από πλήθος αποδεικτικών στοιχείων. Έτσι, ξέρουμε ότι ο ουρανός είναι γαλάζιος, η γη σφαιρική και στα μαθηματικά 1 + 1 = 2. Τέλος, υπάρχουν κάποιες πανανθρώπινες αξίες που θεωρούνται για τους περισσότερους ανθρώπους (δυστυχώς όχι γαι όλους) αποδεκτές. Οι αξίες αυτές είναι η ίδια η ανθρώπινη ζωή, η ισότητα όλων των ανθρώπων, ο σεβασμός στους νεκρούς.

Πολλές φορές ακούμε διάφορες γραφικές παραδοξολογίες και θεωρίες συνωμοσίας όπως και κουβέντες του καφενείου για διάφορα θέματα. Άλλες φορές πάλι κάποιοι μας προσβάλλουν και μας επιτίθενται απρόκλητα και άλλες πάλι παρεμβαίνουν στη ζωή μας ακόμα και σε θέματα αυστηρά προσωπικά. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το πρόσχημα αλλά και το μοναδικό επιχείρημα που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τα λεχθέντα είναι η ελευθερία της έκφρασης. “Αυτή είναι η γνώμη μου και οφείλεις να τη σεβαστείς”, “Δεν μπορώ να πω τη γνώμη μου;”. Αυτές είναι οι στερεότυπες απαντήσεις που δίνουν όταν κάποιος αντιδράσει σ’ αυτά που λένε. Ωστόσο ποτέ δεν αναρωτιούνται αν έχουν στοιχεία για να στηρίξουν τη γνώμη τους, αν έχουν επαρκείς γνώσεις για να έχουν γνώμη για ένα συγκεκριμένο θέμα και αν ζήτησε κάποιος τη γνώμη τους. Και αν αυτές οι περιπτώσεις κινούνται στη σφαίρα του γραφικού και των διαπροσωπικών σχέσεων, υπάρχουν άλλες περιπτώσεις που παρερμηνεύεται η ελευθερία της έκφρασης και είναι πραγματικά επικίνδυνες. Έτσι, μπορούμε να ακούσουμε διάφορους ανθρώπους να προτρέπουν δημόσια ασθενείς με καρκίνο να σταματήσουν τη θεραπεία τους και να πίνουν τον χυμό κάποιου λαχανικού ώστε να θεραπευτούν. Χρησιμοποιώντας την ελευθερία της έκφρασης σαν πρόσχημα θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές και παίζουν με την αγωνία των καρκινοπαθών και των οικείων τους. Αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα. Καθημερινά μπορούμε να ακούσουμε και να διαβάσουμε εκατοντάδες “συμβουλές” που είναι επικίνδυνες για την υγεία μας και τη ζωή μας.

Ακόμα πιο επικίνδυνο είναι όταν στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης δίνεται βήμα στους νοσταλγούς του Χίτλερ (αλλά και σε κάθε είδους φασιστοειδή) να χύσουν το ναζιστικό τους δηλητήριο. Αυτοί που φροντίζουν να φτάσει ο λόγος των ναζί σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ακροατήριο μας λένε ότι στη δημοκρατία υπάρχει χώρος για όλους και αφού έχει δικαίωμα λόγου η Αριστερά δεν γίνεται να στερούμε αυτό το δικαίωμα στο άλλο άκρο. Λες και είναι ποτέ δυνατόν να μπουν στο ίδιο τσουβάλι απ’ τη μια ο πολιτικός λόγος που μιλάει για κατάργηση της εκμετάλλευσης με τις άναρθρες κραυγές για αρίες φυλές, υπανθρώπους και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Λες και είναι ποτέ δυνατόν να ξεχάσουμε το Ολοκαύτωμα και τα εκατομμύρια των νεκρών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Λες και είναι ποτέ δυνατόν να ξεχάσουμε τις θυσίες χιλιάδων κομμουνιστών που έδωσαν το αίμα τους για να είμαστε ελεύθεροι. Και για να έρθουμε στο σήμερα δεν είναι δυνατόν να θεωρήσουμε το ίδιο πράγμα τις θρασύδειλες ρατσιστικές επιθέσεις με τον αγώνα κάθε μορφής. Για τους δημοκράτες νέας κοπής έχει την ίδια βαρύτητα ο λόγος αυτών που σκοτώνουν πρόσφυγες και μετανάστες με τον λόγο αυτών που στέκονται δίπλα τους αλληλέγγυοι.

Η ελευθερία της έκφρασης είναι ένα δικαίωμα που κατέκτησε ο άνθρωπος καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Και κατέκτησε αυτό το δικαίωμα για να μπορεί να το χρησιμοποιήσει σαν όπλο ενάντια στην αμάθεια και την αυθαιρεσία της εξουσίας, σαν εργαλείο για την κοινωνική και επιστημονική πρόοδο και την ανοχή του διαφορετικού. Είναι πραγματικά λυπηρό να χρησιμοποιείται για το ακριβώς αντίθετο, για να βυθίσει δηλαδή τον άνθρωπο στην αμάθεια και να δώσει φωνή στον κάθε μισάνθρωπο εχθρό της ελευθερίας.

Με το ίδιο παράπονο στα μάτια

Η ώρα ήταν περασμένες τρεις. Οι τελευταίοι πελάτες ετοιμάζονταν να φύγουν. Οι σερβιτόροι μάζευαν τα τραπέζια. Εκείνος καθόταν σε μια σκοτεινή γωνιά πίσω από ένα σύννεφο καπνού. Σηκώθηκε αργά και βγήκε έξω. Στάθηκε στη μέση του δρόμου κι έριξε γύρω του μια ματιά γεμάτη παράπονο. Γιατί φοβήθηκε να ζήσει; Αυτό το ερώτημα δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Φοβήθηκε να ονειρευτεί, φοβήθηκε να διεκδικήσει, φοβήθηκε να αγαπήσει. Έτσι, κατέληξε απλώς να επιβιώνει και η ζωή να περνάει από δίπλα του. Περπάτησε για ώρα, ώσπου έφτασε σε μια πλατεία. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι και παρατηρούσε τους λιγοστούς περαστικούς. Το ντύσιμό τους, το περπάτημά τους, τα μάτια τους. Τις δυο τελευταίες μέρες είχε αρχίσει να παρατηρεί τα πάντα γύρω του. Ενώ πριν περπατούσε πάντα ευθεία, σκυφτός, χωρίς να δίνει σημασία σε ό,τι γινόταν δίπλα του, τώρα είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα. Ήθελε να βλέπει και να εξετάζει προσεκτικά οτιδήποτε υπήρχε γύρω του. Απ’ το περιστέρι που περνούσε από μπροστά του μέχρι τα σύννεφα που αλλάζουν σχήμα κι απ’ το ερωτευμένο ζευγάρι μέχρι τα κίτρινα φύλλα στο πεζοδρόμιο. Πίστευε πως όλα αυτά συνέθεταν κάτι πολύ μεγάλο που του ήταν ουσιαστικά άγνωστο. Αυτό το κάτι ήταν η ζωή. Αν κι ο ίδιος παρατηρούσε προσεκτικά τους περαστικούς, εκείνοι δεν έδειχναν να αντιλαμβάνονται την παρουσία του. Μόνο κάποια στιγμή που αφαιρέθηκε, ένιωσε δυο μεγάλα γαλανά μάτια να καρφώνονται πάνω του. Όταν τα αναζήτησε με το βλέμμα του είδε μια γυναικεία φιγούρα να απομακρύνεται.

Η ώρα πέρασε κι άρχισε να ξημερώνει. Έστρεψε όλη την προσοχή του στον ήλιο που ανέβαινε στον ουρανό. Η κίνηση στους δρόμους είχε αρχίσει να πυκνώνει, τα μαγαζιά άνοιγαν σιγά σιγά. Μπήκε σε ένα καφενείο και κάθισε δίπλα σε μια παρέα. Ήθελε να είναι κοντά στους άλλους, να ακούει με προσοχή αυτά που λένε, να παρατηρεί τις αλλαγές στις εκφράσεις των προσώπων τους, να αφουγκράζεται τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους. Όλα αυτά που άκουγε, άλλοτε ήταν αδύνατο να τον αγγίξουν γιατί δεν μπορούσε να δει πέρα απ’ τον μικρόκοσμό του. Τώρα οι χαρές των άλλων ήταν και δικές του, το ίδιο και οι λύπες. Ήταν όμως αργά. Η σκέψη του σκοτείνιασε. Έπρεπε να φύγει. Έφυγε απ’ το καφενείο χωρίς να τον προσέξει κανείς.

Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του, ήρθε για πρωτη φορά αντιμέτωπος με τη δυστυχία που υπάρχει στον κόσμο. Εικόνες που κάποτε τις έβλεπε στην τηλεόραση κι άλλαζε δύσπιστος κανάλι, τώρα τις έβλεπε να ζωντανεύουν μπροστά του. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι υπάρχει δυστυχία, γιατί θα έπρεπε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που σκεφτόταν και ζούσε ή νόμιζε ότι ζούσε. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί ποιοι ευθύνονται για τη δυστυχία, πώς μπορεί να εκλείψει και τι θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος για αυτό. Θα έπρεπε να σταματήσει να θεωρεί τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου και να ακούσει τους άλλους, να σταθεί δίπλα τους, να τους δώσει το χέρι του. Ένιωσε τον πόνο να τον λυγίζει. Ο πόνος γινόταν ακόμη μεγαλύτερος όταν αναλογιζόταν ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να βοηθήσει. Όπως και να ‘χει, ήταν καταδικασμένος να είναι θεατής της ζωής.

Μετά από πολλές ώρες τα βήματά του τον οδήγησαν στη γειτονιά του. Έξω απ’ το σπίτι του βρισκόταν ένα ασθενοφόρο με αναμμένο φάρο. Μπήκε στο σπίτι του απ’ την ανοιχτή πόρτα. Στον καναπέ του σαλονιού, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, βρισκόταν το άψυχο σώμα του. Στα μάτια του υπήρχε η ίδια απορία, που ήταν μαζί και παράπονο, που βασάνιζε την ψυχή του. Γιατί φοβήθηκε να ζήσει;

Η νήσος των Σειρηνουσσών

Κρύο και υγρασία. Σιδερένιες πόρτες ανοιγοκλείνουν με θόρυβο. Απ’ το βάθος ακούγεται μια πνιχτή κραυγή. Είναι ό,τι απέμεινε από έναν άνθρωπο, αφού έπνιξαν με τη βία τη φωνή του. Μια κραυγή που είναι μαζί παράπονο, ικεσία, απειλή. Μια κραυγή που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις από ποιον προέρχεται, γιατί ο πόνος κάνει τους ανθρώπους και τις αντιδράσεις τους να μοιάζουν. Μια κραυγή που κάθε μέρα βγαίνει από διαφορετικό στόμα, όμως μοιάζει ίδια και απαράλλαχτη. Αυτή η κραυγή σπάνια φτάνει έξω, κι όταν φτάνει, λίγους συγκινεί. Είναι γιατί οι απέξω είναι σίγουροι ότι δεν θα βρεθούν ποτέ στη θέση αυτών που κραυγάζουν.

Ένα στενό υπόγειο κελί. Ένα μικρό παράθυρο που βλέπει στο προαύλιο. Ο ουρανός δεν φαίνεται. Οτιδήποτε μπορεί να δώσει ελπίδα είναι απαγορευμένο. Στον τοίχο ένα σιδερένιο κρεβάτι με ένα βρώμικο στρώμα. Απ’ το λιμάνι ακούγονται οι σειρήνες των πλοίων. Καλούν σε μακρινά ταξίδια ανθρώπους, που το μόνο ταξίδι που μπορούν να κάνουν είναι μέχρι τον απέναντι τοίχο. Παντού τοίχοι και κάγκελα. Και ο επίμονος ήχος των σειρήνων να θυμίζει πως η ζωή δεν μπορεί να χωρέσει σε τέσσερις τοίχους. Το σώμα παραμένει φυλακισμένο, ενώ το μυαλό δραπετεύει για να συναντήσει τις σειρήνες.

Μια υπόθεση, μια απλή σκέψη που μπορεί να κρατήσει έναν άνθρωπο που έχει χάσει κάθε ελπίδα ψυχικά ζωντανό. Αν η φυλακή ήταν καράβι; Αν το κελί ήταν καμπίνα; Αν η ποινή ήταν ένα μεγάλο ταξίδι; Με τον καιρό αρχίζει να το πιστεύει. Κρατάει ημερολόγιο: “Ταξιδεύουμε στην ανοιχτή θάλασσα με τον καιρό σύμμαχό μας. Ο ήλιος στέλνει γενναιόδωρα το φως του. Ο άνεμος, σαν να έχει καταλάβει ότι δεν έχει θέση σ’ αυτή την ομορφιά, έχει κοπάσει. Στέκομαι στο κατάστρωμα και ανασαίνω τον θαλασσινό αέρα”. Για τις ταπεινώσεις, τους εξευτελισμούς, τα καψόνια, τους ξυλοδαρμούς, δεν γράφει τίποτα. Αυτά τα κρατάει μέσα του. Στέλνει γράμματα: “Αγαπημένοι μου, λυπάμαι που έκανα καιρό να σας γράψω, αλλά αργήσαμε να πιάσουμε λιμάνι. Μακάρι να μπορούσα να περιγράψω με λέξεις όσα θαυμαστά βλέπω στο ταξίδι μου και να σας μεταφέρω λίγη απ’ τη μαγεία τους. Σας φιλώ και να θυμάστε ότι κάποτε θα έρθω κοντά σας”. Ξέρει ότι θα αργήσει αυτή η στιγμή. Κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να τη φανταστεί. Θα σταθεί απέναντί τους. Ο χρόνος θα παγώσει για λίγο. Μετά θα αγκαλιαστούν. Τα δάκρυα θα διαδεχτούν οι ευχές. Τα χέρια τους θα ανιχνεύσουν στο πρόσωπό του τα σημάδια του πολύχρονου βασανισμού.

Μια σταγόνα νερό, που πέφτει στο μέτωπό του απ’ τον σωλήνα που στάζει, τον ξυπνάει απ’ το ονειροπόλημα. Όμως αν θέλει να αντέξει πρέπει να επιστρέψει στη δική του πραγματικότητα. Έτσι η σταγόνα του νερού απ’ τον σκουριασμένο σωλήνα μεταμορφώνεται σε θαλασσινή αύρα, η φυλακή μεταμορφώνεται πάλι σε καράβι, το κελί σε καμπίνα και η ποινή σε ταξίδι. Τα βράδια όταν κάποια κραυγή πόνου, στέρησης ή απελπισίας σπάει τη σιωπή, εκείνος ετοιμάζεται να αποβιβαστεί σε κάποιο λιμάνι κάποιας μακρινή χώρας. Κάθε λιμάνι ακόμη μια μέρα που στάθηκε όρθιος, που δεν κατέρρευσε κάτω απ’ το βάρος μιας ατέλειωτης ποινής. Κάθε τέτοια μέρα είναι αφορμή για γιορτή, όπως στον πόλεμο που οι στρατιώτες γιορτάζουν την κάθε μέρα που έμειναν ζωντανοί.

Συνεχίζει το ταξίδι του. Ως το τέλος. Μέχρι τη στιγμή που η πραγματικότητα δεν θα είναι πια εφιάλτης και θα μπορεί να την αντικρίσει κατάματα. Μέχρι τη στιγμή που θα μπορέσει να ξαναδεί τη θάλασσα, που τόσα χρόνια το μόνο που υπήρχε για να τη θυμίζει ήταν ένας μακρινός ήχος. Μέχρι τη στιγμή που θα πάψει να είναι ένας αριθμός πεταμένος σε κάποιο μπουντρούμι. Μέχρι τη στιγμή που δεν θα είναι πια αόρατος. Μέχρι τη στιγμή που η φωνή του δεν θα είναι μια κραυγή εγκλωβισμένη σε τέσσερις τοίχους.