Οι εναπομείναντες

Αυτή την εποχή αδειάζουν οι πόλεις και γεμίζουν οι παραλίες. Ακούμε συνεχώς ευχές για «Καλό καλοκαίρι» και «Καλές διακοπές» και τα βράδια επικρατεί ησυχία. Οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν και πολλά καταστήματα κλείνουν για λίγες εβδομάδες. Είναι η εποχή που όσοι έχουν τη δυνατότητα πηγαίνουν κάπου να ξεκουραστούν και να ξεφύγουν απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητας. Επιστρέφοντας απ’ τις διακοπές θα έχουν ανακτήσει δυνάμεις και θα έχουν κάτι ευχάριστο να θυμούνται τον χειμώνα. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που αυτή την περίοδο δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή τους. Το μόνο διαφορετικό είναι τα κουνούπια και η ανυπόφορη ζέστη. Συνεχίζουν να περιμένουν το λεωφορείο, να αναζητούν λύσεις σε αμέτρητα προβλήματα, να τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους, να αγωνιούν για το αύριο. Περνάει το καλοκαίρι χωρίς να έχουν πάρει ανάσα. Οι διακοπές για αυτούς τους ανθρώπους είναι μια μακρινή ανάμνηση. Παραμένουν στην πόλη και περιμένουν να έρθει το φθινόπωρο για να δροσίσει λίγο ο καιρός.

Το καλοκαίρι όντας μια μεταβατική περίοδος είναι φορτωμένο με ελπίδες και προσδοκίες. Κάθε φθινόπωρο είναι και μια καινούργια αρχή. Είναι η εποχή που ανταμείβονται κόποι και θυσίες, εκπληρώνονται όνειρα, επιτυγχάνονται στόχοι. Καμιά φορά χρησιμεύει και σαν δικαιολογία για την αναβλητικότητα και την απραξία. Άλλες φορές πάλι λόγω ματαιώσεων, απογοητεύσεων και διαψεύσεων το φθινόπωρο μοιάζει μια εποχή σαν όλες τις άλλες. Που δεν ελπίζεις τίποτα, φοβάσαι πολλά και αισθάνεσαι όλο και λιγότερο ελεύθερος. Που δεν σηματοδοτεί τίποτα παρά μόνο ένα ακόμα χαμένο καλοκαίρι. Και για να επιστρέψουμε στο καλοκαίρι αυτό που για κάποιους είναι χαλάρωση και ξεγνοιασιά για κάποιους άλλους είναι η άσφαλτος που καίει, τα τσιμέντα που βράζουν και ο θόρυβος του ανεμιστήρα. Και πικρία. Και περισσότερη μοναξιά. Μεγαλώσαμε. Κάποτε το καλοκαίρι μετρούσαμε τα μπάνια που έχουμε κάνει και τα παγωτά που έχουμε φάει. Τώρα μετράμε τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν και τις δόσεις της εφορίας.

Η γυναίκα του Καίσαρα

Συχνά ακούμε ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Για πολλούς αυτό θεωρειται αυταπόδεικτη αλήθεια που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει. Επίσης συμπληρωματικά με την παραπάνω άποψη λέγεται ότι πρέπει να σεβόμαστε τις αποφάσεις της. Το παράλογο εδώ είναι ότι άνθρωποι που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τη Δημοκρατία θεωρούν έναν κρατικό θεσμό υπεράνω κριτικής. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποδίδεται στη Δικαιοσύνη είναι η αμεροληψία, με τη γνωστή φράση «Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή». Το ότι η Δικαιοσύνη είναι τυφλή είναι εν μέρει σωστό. Σε πολλές περιπτώσεις η Δικαιοσύνη είναι όχι μόνο τυφλή αλλά και κουφή. Όταν ο Γιάννης Καυκάς μεταφέρθηκε ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο απ’ τα χτυπήματα αστυνομικών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, όταν ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος έχασε την ακοή του από χειροβομβίδα κρότου – λάμψης, όταν διαδηλωτής έχασε το μάτι του από δακρυγόνο στη διαδήλωση για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν βασανίστηκαν οι συλληφθέντες της αντιφασιστικής μοτοπορείας στον Άγιο Παντελεήμονα η Δικαιοσύνη δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα. Οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των εγκλημάτων κυκλοφορούν ανάμεσά μας συνεχίζοντας την εγκληματική τους δράση. Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, όχι μόνο δεν κλήθηκαν καν να δώσουν εξηγήσεις, αλλά δεν μάθαμε ούτε τα ονόματά τους.

Η Δικαιοσύνη λοιπόν όπως λέγεται είναι ανεξάρτητη. Για την οικονομία της συζήτησης ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε μια ταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι και η Δικαιοσύνη ταξική και ας εξετάσουμε μόνο κάποια γεγονότα των τελευταίων ετών. Ας μιλήσουμε δηλαδή για τη Δικαιοσύνη με βάση αυτά που βλέπουμε, γιατί σύμφωνα με την παροιμία η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια αλλά και να φαίνεται. Με μια γρήγορη ματιά βλέπουμε ότι η Δικαιοσύνη είναι εξαιρετικά επιεικής με αυτούς που κατέκλεψαν δημόσιο χρήμα ενώ απ’ την άλλη εξαντλεί την αυστηρότητά της σε διαδηλωτές και ανθρώπους που υπερασπίζονται τον τόπο τους απ’ την καταστροφή, όπως στις Σκουριές. Επίσης μια σειρά αποφάσεών της είναι ευνοϊκές για τους εργοδότες την ίδια στιγμή που απεργίες κηρύσσονται παράνομες. Την ίδια επιείκεια που δείχνει η Δικαιοσύνη στους καταχραστές δημοσίου χρήματος δείχνει και απέναντι σε αστυνομικούς και ακροδεξιούς. Ανεξάρτητα απ’ τις κατηγορίες οι παραπάνω τις περισσότερες φορές τη γλυτώνουν με μερικούς μήνες με αναστολή, όταν δεν αθωώνονται. Και αυτό τη στιγμή που έχουν προφυλακιστεί άνθρωποι που απλώς περνούσαν από κάποιο σημείο που γίνονταν συγκρούσεις και η εμφάνισή τους δεν άρεσε στους αστυνομικούς ή απλώς έκαναν συλλήψεις στον σωρό. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Μάριου Ζέρβα και του Θοδωρή Ηλιόπουλου, τελευταίου κρατούμενου του Δεκέμβρη που αποφυλακίστηκε μετά από πολυήμερη απεργία πείνας.

Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η Δικαιοσύνη θυμίζει κυριολεκτικά καφκικό εφιάλτη. Ο Τάσος Θεοφίλου καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη για τη ληστεία στην Πάρο και τη δολοφονία του Δημήτρη Μίχα με μοναδικό στοιχείο δείγμα D.N.A. του σε ένα καπέλο το οποίο δεν υπήρχε στην πρώτη έκθεση ευρημάτων. Μάταια πάσχιζαν ο ίδιος, οι συνήγοροί του και πλήθος επιστημόνων να αποδείξουν το αυτονόητο: Ότι δηλαδή ένα δείγμα D.N.A. σε κινητό αντικείμενο δεν συνιστά στοιχείο. Δεν τον αναγνώρισε κανένας μάρτυρας, ενώ την ίδια στιγμή δεκάδες μάρτυρες βεβαίωναν ότι ήταν μαζί του στην Αθήνα τη μέρα της ληστείας. Δεν υπήρχε κανένα απολύτως στοιχείο, καμία απόδειξη, ούτε καν ένδειξη και παρά ταύτα καταδικάστηκε και πέρασε άδικα πέντε χρόνια απ’ τη ζωή του στη φυλακή μέχρι να αθωωθεί σε δεύτερο βαθμό. Το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται στην περίπτωση της Ηριάννας και του Περικλή. Και οι δυο καταδικάστηκαν σε δεκατρία χρόνια φυλακή για συμμετοχή στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς με μοναδικό στοιχείο μισό δείγμα D.N.A. τους. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς στοιχεία, χωρίς αποδείξεις. Ενάντια σε κάθε έννοια δικαίου και λογικής. Όπως βλέπουμε λοιπόν με βάση τα γεγονότα η Δικαιοσύνη δεν είναι, ούτε φαίνεται ανεξάρτητη. Αντίθετα μια Δικαιοσύνη που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές με το έτσι θέλω είναι ασύδοτη και θύματα της ασυδοσίας της μπορούμε να είμαστε όλοι. Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή μας αφορά όλους, γιατί όταν ποινικοποιούνται οι προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις και αθώοι άνθρωποι φυλακίζονται χωρίς στοιχεία κανείς δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος.

Είμαστε ξένοι

Σας θυμάμαι μια ζωή
με μια γλώσσα πιο μεγάλη απ’ το μπόι σας,
να λέτε ότι σήμερα δεν υπάρχουν ιδανικά
και ότι ο καθένας κοιτάει την πάρτη του,
για να δικαιολογήσετε τον τομαρισμό σας

Αλλοίμονο, την ίδια στιγμή
κάποιοι σαπίζανε στις φυλακές
για αυτά που λέμε ιδανικά,
άλλοι πάλι βρίσκονταν στο κατώφλι του θανάτου
μετά από δυο μήνες απεργίας πείνας

Σας θυμάμαι να φτύνετε στους τάφους
αυτών που δώσαν τη ζωή τους και το αίμα τους
για το ψωμί σας και την ελευθερία σας
Μικροί άνθρωποι με φτωχό μυαλό

Σας θυμάμαι να αποβλακώνεστε
μπροστά στο χαζοκούτι,
γιατί τα βιβλία σας πέφτανε βαριά,
και να νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα
ενώ δεν ξέρετε τίποτα

Σας θυμάμαι να χλευάζετε
ό,τι δεν μπορείτε να καταλάβετε
Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τρελούς
όσους θυσιάζουν τη ζωή τους
για πράγματα που το μυαλό σας αδυνατεί να συλλάβει,
γιατί εσείς δεν θα θυσιάζατε
ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό του καναπέ σας
Σας θυμάμαι να κάνετε ασπίδα τα παιδιά σας,
ότι δήθεν πουλήσατε την ψυχή σας για αυτά
και το μέλλον τους,
σαν να είστε οι μόνοι που έχουν παιδιά
Ξέρετε υπάρχουν γονείς
που ποτέ δεν σκύψαν το κεφάλι,
ούτε λύγισαν τη μέση,
για να μπορούν να κοιτάζουν τα παιδιά τους στα μάτια

Σας θυμάμαι να κατηγορείτε τους φτωχούς
για τη φτώχεια τους,
εσείς που μεγαλώσατε με τρύπια παπούτσια
Σας θυμάμαι να μιλάτε με περιφρόνηση
για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες,
εσείς παιδιά προσφύγων και μεταναστών
Σας θυμάμαι να λέτε με σιγουριά
ότι σαν μεγαλώσει ο άνθρωπος
ξεχνάει τα όνειρα της νιότης
και γίνεται γρανάζι
Χιλιάδες είναι αυτοί που σας διαψεύδουν
με τη ζωή και τον θάνατό τους

Σας θυμάμαι να αγανακτείτε
για τις μολότοφ και τα γκαζάκια,
όταν οι νατοϊκές βόμβες σκότωναν αμάχους
και οι σφαίρες της αστυνομίας δεκαπεντάχρονα παιδιά

Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τους καταληψίες αλήτες,
εσείς που ψηφίζετε εγκληματίες
του κοινού ποινικού δικαίου
Σας θυμάμαι να μιλάτε με θαυμασμό
για αυτούς που σακατεύουν τους συναδέλφους σας,
που παλεύουν για το δικό σας δίκιο
Σας θυμάμαι να χειροκροτάτε τους εκμεταλλευτές σας
Σας θυμάμαι να αναρωτιέστε με αγανάκτηση
«Πού είναι το κράτος;»την ίδια στιγμή
που χτίζατε εξοχικό στα καμένα

Σας θυμάμαι με αηδία να λέτε
«Καλά να πάθει», «Πήγαινε γυρεύοντας»,
«Ας καθόταν στα αυγά του»
Σας θυμάμαι να μιλάτε για πολιτισμό,
εσείς που καταντήσατε τις νύχτες με πανσέληνο
τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια
Σας θυμάμαι να παριστάνετε τους τιμητές ιερών και οσίων,
εσείς που δεν σέβεστε ούτε τη μνήμη των νεκρών

Θυμάμαι τις χειραψίες σας με βουλευτές
και τα τραπεζώματα με τους γραμματείς των υπουργείων,
για έναν διορισμό, για μια απευθείας ανάθεση,
για μια θέση στον ήλιο

Μόνο που για να δεις τον ήλιο
πρέπει να σηκώσεις το κεφάλι
Σας θυμάμαι να λέτε ότι έτσι κάνουν όλοι
γιατί έτσι είναι ο κόσμος

Έτσι είναι ο δικός σας κόσμος
Πέρα απ’ αυτόν υπάρχει ένας κόσμος
γεμάτος φως

Σας θυμάμαι σαν ένα μαύρο σύννεφο
σε ανοιξιάτικο μεσημέρι
Ντρέπομαι που αναπνέουμε τον ίδιο αέρα
Είμαστε ξένοι
Ό,τι πιο όμορφο έχω δει
είναι οι υψωμένες γροθιές
στα παράθυρα των κελιών
που μ’ έκαναν να κλάψω από χαρά
Αυτή τη χαρά εσείς δεν θα τη νιώσετε ποτέ
Σας λυπάμαι

Ο ύπνος του δικαίου

Τους τρομάζουν οι φωνές εκείνες
που μιλούν για πράγματα
που αδυνατούν να καταλάβουν
γιατί τους λείπει η ψυχή

Τους τρομάζουν οι σκέψεις
που δεν μπορούν να ελέγξουν
Τους τρομάζουν τα βλέμματα
που κοιτούν πέρα
απ’ τον μίζερο μικρόκοσμό τους

Τους φοβίζουν οι πράξεις
που θέτουν σε κίνδυνο
τον σάπιο κόσμο
που υπερασπίζονται

Τους φοβίζουν τα γραπτά
που προκαλούν σκέψεις
και συναισθήματα

Ύστερα είναι και η καριέρα τους
χτισμένη πάνω στον τάφο της δικαιοσύνης
Ας πάνε στη φυλακή χίλιοι αθώοι
Ας πάνε στα κομμάτια το σύνταγμα και οι νόμοι
Ας πάνε στα κομμάτια η λογική και η επιστήμη
αρκεί να πει το αφεντικό ότι έκαναν καλή δουλειά

Ξέρουν ότι έχουν άδικο
για αυτό δεν μαθαίνουμε ποτέ
τα ονόματά τους,
τα κρύβουν όπως κάποτε
οι δήμιοι κρύβαν το πρόσωπό τους με κουκούλα
Ξέρουν ότι δεν έχουν στοιχεία,
ούτε αποδείξεις, ούτε μάρτυρες

Σε άλλες εποχές θα έλεγαν ευθέως:
«Σε καταδικάζω γιατί δεν μ’ αρέσουν οι φίλοι σου,
σε καταδικάζω γιατί τολμάς να ονειρεύεσαι,
γιατί αντιστέκεσαι, γιατί αγωνίζεσαι,
σε μισώ γιατί πολεμάς την αδικία,
γιατί δεν κάθεσαι στον καναπέ σου,
γιατί δεν κάθεσαι στα αυγά σου,
γιατί δεν βλέπω στα μάτια σου φόβο,
σου στερώ την ελευθερία γιατί σού είναι πολύτιμη,
ποινικοποιώ την αλληλεγγύη
γιατί είναι απ’ τις βασικές αξίες της ζωής σου,
ποινικοποιώ τις ανθρώπινες σχέσεις
γιατί για μένα υπάρχουν μόνο σχέσεις εξουσίας
και συμφέροντος,
ποινικοποιώ τις ιδέες σου
γιατί αμφισβητούν την αυθεντία μου,
σε καταδικάζω γιατί εν πάση περιπτώσει
είμαι ο νόμος και η τάξη,
κάνω ό,τι θέλω
και δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν»

Τώρα όμως πρέπει να κρατήσουν τα προσχήματα
Έτσι, κρύβονται
πίσω από ανώνυμα τηλεφωνήματα χαφιέδων
και χαλκευμένα στοιχεία
και καταστρέφουν ζωές και χτίζουν φυλακές
και χτίζουν καριέρες

Σήμερα ο Τάσος και η Ηριάννα
αύριο εσύ, εγώ, όσοι μιλούν,
όσοι σκέφτονται, όσοι κοιτάζουν μακριά,
όσοι πράττουν, όσοι γράφουν,
όσοι διαβάζουν, όσοι αναπνέουν,
όσοι στέκονται ακόμα στα δυο τους πόδια