Μια απέραντη αχαρτογράφητη χώρα

Πατρίδα μου είναι εκεί που ο πόνος μοιράζεται
Πατρίδα μου είναι εκεί που ο ήλιος
ανατέλλει για όλους
Πατρίδα μου είναι εκεί που οι άνθρωποι
δεν μπαίνουν σε καλούπια
Πατρίδα μου είναι εκεί που δεν ξυπνάω από εφιάλτες
στη μέση της νύχτας
Πατρίδα μου είναι εκεί που οι άνθρωποι
κυνηγούν το ουράνιο τόξο
Πατρίδα μου είναι εκεί που δεν φοβάμαι το αύριο
Πατρίδα μου είναι εκεί που η γη
δεν έχει ιδιοκτήτες
Πατρίδα μου είναι εκεί που ο ουρανός
συναντά τη θάλασσα

Πατρίδα μου είναι εκεί που ταξιδεύω
με τον νου τα μελαγχολικά απογεύματα,
μια απέραντη αχαρτογράφητη χώρα
καταφύγιο των ηττημένων της ζωής
και των αμετανόητων ονειροπόλων

Υ.Γ. Το παραπάνω ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο http://princess-airis.blogspot.gr/ της φίλης Αριστέας στο πλαίσιο του 9ου Συμποσίου Ποίησης.

Advertisements

Για την υποτίμηση της πνευματικής εργασίας

Παρά το ότι η αξία της μόρφωσης είναι καθολικά αποδεκτή, τις τελευταίες δεκαετίες απαξιώνεται συστηματικά απ’ τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Οι δαπάνες για την παιδεία συνεχώς μειώνονται, οι σπουδές και τα πτυχία υποβαθμίζονται, τα εργασιακά δικαιώματα των πτυχιούχων δέχονται επίθεση. Η γνώση όμως δεν απαξιώνεται μόνο απ’ το κράτος αλλά και απ’ την κοινωνία. Κι αν δεν απαξιώνεται η ίδια η γνώση ευθέως, απαξιώνεται η διανοητική εργασία κάθε είδους, απ’ τη διδασκαλία μέχρι την καλλιτεχνική δημιουργία. Μια ματιά σε μικρές αγγελίες στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο είναι αρκετή για να το διαπιστώσει κανείς αυτό. Ιδιαίτερα μαθήματα, δακτυλογράφηση, επιμέλεια κειμένων, μεταφράσεις, απομαγνητοφωνήσεις, προσφέρονται πλέον σε εξευτελιστικές τιμές. Και μπορεί η κρίση να έχει παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτό, όπως και η πρόθεση όσων προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες να διατηρήσουν χαμηλές τιμές για να προσελκύσουν περισσότερους ενδιαφερόμενους, όμως μια σύγκριση με τις τιμές άλλων υπηρεσιών αρκεί για να φανεί η χαώδης διαφορά. Για παράδειγμα μπορεί να βρει κανείς εύκολα δεκάδες καθηγητές πρόθυμους να του κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα με πέντε ευρώ την ώρα, είναι όμως αδύνατο να βρει υδραυλικό που να δεχτεί να κάνει και την πιο απλή εργασία που απατεί λίγα λεπτά, για αυτά τα χρήματα.

Αυτό δεν είναι τυχαίο, δεν οφείλεται στο ότι οι καθηγητές αδυνατούν να απαιτήσουν μια ικανοποιητική αμοιβή για την εργασία τους, κάτι που καταφέρνουν οι υδραυλικοί ή οποιοσδήποτε άλλος τεχνίτης. Αυτή η κατάσταση οφείλεται στο ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν συνηθίσει κάποιες υπηρεσίες να τις πληρώνουν ακριβά και κάποιες άλλες με ψίχουλα. Οι υπηρεσίες που έχουν συνηθίσει να πληρώνουν με ψίχουλα σχετίζονται με τη διανοητική εργασία. Και επειδή έχουν συνηθίσει αυτή την κατάσταση τη θεωρούν φυσιολογική. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι δεν χρειαζόμαστε υδραυλικό η ηλεκτρολόγο κάθε μέρα. Αυτό είναι αλήθεια, όπως επίσης αλήθεια είναι ότι τα ιδιαίτερα μαθήματα και οι δακτυλογραφήσεις δεν είναι είδος πρώτης ανάγκης. Μια άλλη παράμετρος αυτού του ζητήματος που δεν προσμετράται είναι η προετοιμασία που πρέπει να κάνει κάποιος για να διδάξει ή να μεταφράσει. Εδώ να σημειώσω ότι δεν έχω τίποτα με κανένα επάγγελμα και εκτιμώ τη δουλειά όλων των ανθρώπων. Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι η υπεράσπιση της διανοητικής εργασίας.

Δυστυχώς όμως το να αμείβεται η διανοητική εργασία με ψίχουλα δεν είναι το έσχατο σημείο υποτίμησής της. Υπάρχουν και πολύ χειρότερα, όπως το να μην πληρώνεται καθόλου. Στις καθημερινές συναναστροφές μας μπορούμε να συναντήσουμε ανθρώπους που ζητούν από συγγενείς, φίλους ακόμα και απλούς γνωστούς να διδάξουν τα παιδιά τους ή να επιμεληθούν κάποιο βιβλίο τους εντελώς δωρεάν. Και αν η συγγένεια ή η φιλία είναι το πρόσχημα για να ζητήσουν κάποια εκδούλευση, η απαίτηση η δουλειά τους να γίνει δωρεάν έχει να κάνει με τη φύση της. Γιατί είναι σίγουρο ότι οι ίδιοι άνθρωποι ποτέ δεν θα ζητούσαν από κάποιον συγγενή ή φίλο τους να τρώνε δωρεάν στο εστιατόριό του ή να τους βάψει το σπίτι χωρίς να πληρωθεί. Η υποτίμηση της πνευματικής εργασίας είναι ακόμη μεγαλύτερη όταν σχετίζεται με την τέχνη και τη λογοτεχνία. Τραγουδοποιοί και κινηματογραφιστές έχουν δεχτεί πλήθος επικριτικών σχολίων από ανώνυμους στο διαδίκτυο απλώς και μόνο επειδή πληρώνονται για τη δουλειά τους. Δηλαδή παίρνουν κάποια επιχορήγηση για τις ταινίες τους, παίζουν σε συναυλίες με εισιτήριο και διαθέτουν τους δίσκους τους επί πληρωμή. Πολλοί συγγραφείς δε αν αρνηθούν να διαθέσουν τα βιβλία τους δωρεάν στο διαδίκτυο αντιμετωπίζονται σαν άπληστοι που κυνηγούν το χρήμα, ενώ δεν είναι τίποτα άλλο παρά εργαζόμενοι που απαιτούν να πληρωθούν για την εργασία τους. Ενώ πολλές φορές βλέπουμε και τους ίδιους τους συγγραφείς να απολογούνται για τα έσοδα που έχουν απ’ τα βιβλία τους, λέγοντας ότι θα χρησιμοποιηθούν για να χρηματοδοτήσουν κάποια επόμενη έκδοση ή θα διατεθούν για κάποιο κοινωφελή σκοπό, διστάζοντας να πουν ανοιχτά ότι είναι η αμοιβή για την εργασία τους. Αλλά και το ότι αν κάποιος αναφέρει ότι σκοπεύει να εκδώσει ένα βιβλίο, δέχεται ένα σωρό αδιάκριτες ερωτήσεις σχετικά με το κόστος της έκδοσης και τα έσοδά του, ακόμα και από αγνώστους εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο, της υποτίμησης δηλαδή της πνευματικής εργασίας. Γιατί είναι πολύ αμφίβολο αν θα έκαναν τις ίδιες ερωτήσεις σε κάποιον που σκοπεύει να ανοίξει μια επιχείρηση.

Δυστυχώς παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην επιστήμη και στην κοινωνία, παρά την άνοδο του πνευματικού επιπέδου και την εξάλειψη σε μεγάλο βαθμό του αναλφαβητισμού (στη χώρα μας τουλάχιστον), παρά το γεγονός ότι πλέον είμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα, πολλές φορές πρέπει να εξηγούμε ακόμα και τα αυτονόητα. Ένα απ’ αυτά τα αυτονόητα είναι ότι κάθε εργαζόμενος πρέπει να πληρώνεται για την εργασία του.

Σκόνη πάνω σε παλιά βιβλία

Το ποίημα αυτό είναι απ’ τα ποιήματα
που ασφυκτιούν στο χαρτί
Ονειρεύεται μια νύχτα
να δραπετεύσει
και να γνωρίσει τον κόσμο

Να περιηγηθεί εκεί που γεννιέται η ζωή,
εκεί που γράφεται η ιστορία,
εκεί που αψηφούν τον θάνατο
και τους φυσικούς νόμους,
εκεί που κερδίζουν το ψωμί,
εκεί που αλλάζει ο κόσμος,
εκεί που γκρεμίζουν τα τείχη

Να αναπνεύσει ελεύθερο,
να αγαπήσει και να μισήσει,
να μεθύσει από έρωτα,
να γίνει κτήμα όλων των ανθρώπων,
να γίνει τραγούδι
που θα τραγουδήσουν όλα τα στόματα

Να γίνει αέρας και βροχή
και η σκόνη πάνω σε παλιά βιβλία,
να γίνει θάλασσα ανταριασμένη
που θα μιλούν για αυτή οι παλιοί ναυτικοί
στα καφενεία του λιμανιού

Να εισβάλλει σε παλιά βιβλία
και ασπρόμαυρες φωτογραφίες
και να διασχίσει κάθετα την ιστορία
απ’ τον Οκτώβρη του ’17
στον Ιούλιο του ’36,
απ’ τον Δεκέμβρη του ’44
ατον Νοέμβρη του ’73
και στο φθινόπωρο του ’77

Κι όταν πια γνωρίσει τη ζωή
απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη,
όταν στις βαθιές αυλακιές στο μέτωπό του
μπορεί κανείς να διαβάσει
ύμνους και θρήνους
για τη ζωή και τον θάνατο,
τότε να ξαναγυρίσει στο χαρτί
και κάθε λέξη του
να έχει να αφηγηθεί μια ιστορία

Το οδόφραγμα των αγγέλων

Χάραμα. Χλωμά φώτα. Υγρή άσφαλτος. Συννεφιασμένος ουρανός. Ψιλόβροχο κι ένας παγωμένος αέρας. Ταξίδια ως τις πύλες του Άδη και πάλι πίσω. Περιπλανήσεις του νου σε ερήμους και παγωμένες στέπες. Τα βλέφαρα έτοιμα να κλείσουν. Ναρκωμένες σκέψεις. Κλειστή στροφή. Ένα φρενάρισμα σαν πνιχτή κραυγή κι ο ήχος της σύγκρουσης. Αίμα. Σιωπή. Μοναξιά. Τα φώτα του ασθενοφόρου. Όλο το σώμα μια ανοιχτή πληγή. Αναπνέει βαριά και με δυσκολία. Ο χτύπος της καρδιάς του είναι αδύναμος. Τα είκοσι χρόνια του τον βαραίνουν σαν αιώνας. Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ένα κρύο δωμάτιο. Νυχτερινή βάρδια. Σιωπή. Μοναξιά. Πόνος. Δουλειά, σπίτι κι αντίστροφα. Και το σπίτι άδειο. Και είκοσι χρόνια, στα οποία είχε επενδύσει όλη της την αγάπη, να στοιχειώνουν για πάντα τη ζωή της. Μια ευθεία γραμμή στην οθόνη του καρδιογράφου και ξαφνικά ξέχασε να αγαπάει. Κουρασμένα βήματα κι ένα μυαλό που ποτέ δεν ησυχάζει. Μια ευθεία γραμμή στην άσφαλτο και μετά σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που κλείνει μέσα του τους δαίμονες που τον κυνηγούσαν μια ζωή.

Οι ακτίνες του ήλιου φωτίζουν το δωμάτιο. Δυο αθώα μάτια κι έμαθε πάλι να αγαπάει. Δυο αθώα μάτια στο πρόσωπο ενός λαβωμένου αγγέλου. Ένα χάδι κι επανήλθε στη ζωή. Ένα χαμόγελο και γνώρισε την πραγματική ζωή. Και την αγάπησε. Μαζί μ’ αυτή ό,τι αξίζει να ζει για πάντα. Και αποφάσισε να τα κρατήσει ψηλά. Η ζωή είναι πολύ ακριβή για να χαραμίζεται. Η σιωπή έγινε μουσική. Το σκοτάδι έγινε θάλασσα, γη, ουρανός, ζωή. Και ένας άγγελος με βασανισμένο πρόσωπο και φωτεινά μάτια. Οι πληγές θα κλείσουν. Πάντα κλείνουν όταν δεν είσαι μόνος. Και οι δαίμονες φύγαν μακριά. Και το σπίτι γέμισε ελπίδα και φως. Η γραμμή έγινε κύκλος που στα όριά του ο θάνατος εναλλάσσεται με τη ζωή. Η απώλεια αγαπημένων ανθρώπων ποτέ δεν αναπληρώνεται. Όμως μόνο η αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους μπορεί να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη τους. Κάποτε μπορεί να δούμε στα μάτια των άλλων κάτι απ’ τη ματιά τους. Και τους νιώθουμε πάλι για λίγο κοντά μας. Αυτό το λίγο είναι αρκετό για να ζήσουμε με την ελπίδα ότι κάποτε θα τους ανταμώσουμε.

Σούρουπο. Ένα δωμάτιο που το ζεσταίνουν δυο φωτεινό μάτια. Καθαρός ουρανός. Η αγάπη που στερήθηκε μια ζωή, κλεισμένη σε μια ανθοδέσμη, ένα φιλί κι ένα χαμόγελο. Η αγάπη που για χρόνια δεν έβρισκε τον δρόμο της, που βρισκόταν φυλακισμένη σε μια σκοτεινή γωνιά της καρδιάς της, ελευθερώθηκε για να συναντήσει δυο αγγελικά μάτια. Θα είναι πάντα δίπλα τους άγρυπνος φρουρός και θα φροντίζει αυτά τα μάτια να δακρύζουν μόνο από ευτυχία και να κλείνουν μόνο για να ονειρευτούν. Μια γραμμή. Τα σύνορα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Εκεί που κατοικούν οι άγγελοι. Σε ένα οδόφραγμα μπροστά στην πόρτα του θανάτου για να προστατεύουν όσους αγαπούν τη ζωή.

Εκεί που βασιλεύει ο θάνατος

Σηκώθηκε πολύ νωρίς. Έτσι κι αλλιώς δεν κατάφερε να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Ξυρίστηκε και φόρεσε τα καλά του. Περίμενε. Πολλά χρόνια περίμενε αυτή τη στιγμή. Τώρα που είχαν απομείνει μόνο δυο ώρες μέχρι να έρθει, αυτές οι ώρες του φαίνονταν βουνό. Και για πρώτη φορά ένιωθε φόβο για αυτή τη στιγμή. Φόβο ότι μπορεί να ήταν για αυτόν ξένος. Προσπαθούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Όλα αυτά που ήθελε να του πει τόσα χρόνια έπρεπε να συμπυκνωθούν σε λίγες φράσεις. Θα τον ρωτούσε πώς πάει το σχολείο, αν έχει φίλους, πώς τα περνάει. Όταν έσπαγε ο πάγος θα μπορούσε να μιλήσει όπως ένιωθε. Θα του έλεγε για το πόσο πολύ του έχει λείψει, για τα βράδια που έμεινε άγρυπνος κοιτώντας τη φωτογραφία του, θα του έλεγε ότι αισθάνεται μισός μακριά του. Η ώρα είχε φτάσει. Σηκώθηκε αργά και διένυσε τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν απ’ την πολυαναμενόμενη στιγμή με βαριά βήματα σαν μελλοθάνατος.

Τον είδε επιτέλους μπροστά του. Ανάμεσά τους υπήρχαν δέκα χρόνια απουσίας του ενός απ’ τη ζωή του άλλου. Δέκα χρόνια σιωπής. Το τζάμι που τους χώριζε γιγάντωνε στα μάτια του αυτό το χρονικό διάστημα, μετέτρεπε αυτά τα χρόνια σε σκοτεινούς και παγωμένους αιώνες· ένα ασήκωτο φορτίο στις πλάτες του.

-Μεγάλωσες, είπε σοβαρά.

Μια συνηθισμένη λέξη που λένε οι γονείς στα παιδιά τους όταν έχουν να τα δουν πολύ καιρό. Μια φράση που δείχνει περηφάνια, καμάρι, χαρά. Στα δικά του χείλη δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά. Ήταν παράπονο. Ένα παράπονο προς αυτούς που του στέρησαν τόσα χρόνια τον γιο του. Δεν κατάφερε να πει άλλη λέξη. Όλα αυτά που ήθελε να πει προσέκρουαν πάνω στο τζάμι και γίνονταν κομμάτια. Ήταν απ’ τα λόγια που η απόσταση τα κάνει να μοιάζουν γυμνά κι άψυχα. Απ’ τα λόγια που είναι πολύ ανθρώπινα για να υπακούσουν σε απάνθρωπους κανονισμούς· που ψιθυρίζονται στο αυτί σαν παιδικά μυστικά· που για να ανέβουν στα χείλη χρειάζονται μια μεγάλη αγκαλιά να τα προστατεύει· που η ζεστασιά τους κάνει τα δέκα χρόνια απουσίας και σιωπής να μοιάζουν με μια στιγμή λύπης στη διάρκεια μιας ευτυχισμένης ζωής και τα δάκρυα με μερικές σταγόνες βροχής σε μια γαλήνια θάλασσα.

Κάποια στιγμή ο μικρός ακούμπησε το χέρι του στο τζάμι. Σχεδόν αντανακλαστικά μιμήθηκε την πράξη του. Τα χέρια τους απείχαν ελάχιστα εκατοστά. Εκατοστά που φάνταζαν χιλιόμετρα. Ένα κομμάτι τζάμι τα εμπόδιζε να ενωθούν. Η χειρότερη μορφή βίας που είχε νιώσει ποτέ.

-Τέλος χρόνου, είπε μια φωνή σε αυστηρό τόνο.

Ένιωσε ένα χέρι να τον τραβάει βίαια. Έμεινε με το χέρι κολλημένο στο τζάμι να κοιτάζει την απορία στα μάτια του παιδιού και τα σφιγμένα του δόντια που συγκρατούσαν τα δάκρυά του. Ήταν φιλότιμος ο μικρός και δεν ήθελε να του κάνει τέτοιο πικρό δώρο. Τον έσυραν στο κελί του και του επέβαλλαν πειθαρχική ποινή για παραβίαση του κανονισμού. Το πρωί τον βρήκαν παγωμένο με τη φωτογραφία του μικρού στα χέρια. Πίσω του άφησε ένα ανεξόφλητο χρέος. Μια αγκαλιά κι ένα φιλί που δεν πρόλαβε να δώσει στον γιο του. Κι ένα σημάδι σε ένα τζάμι να θυμίζει πως εκεί που λείπει η ανθρωπιά βασιλεύει ο θάνατος.

Kάποιο φθινόπωρο πριν από τριάντα οχτώ χρόνια

Αλήθεια γιατί μελαγχολούμε το φθινόπωρο;
Να ‘ναι που πλησιάζει ο χειμώνας με το κρύο και τα γκρίζα πρωινά;
Τι είναι αυτό που μας γεμίζει θλίψη όταν βλέπουμε τα πρώτα σύννεφα;
Ρουτίνα και πλήξη μάς σκοτώνουν σιγά – σιγά.
Εκπλήξεις και ανατροπές έχουν εξοριστεί απ’ τη ζωή μας.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ζήσουμε έντονα την κάθε μέρα.
Σαν να ήταν η τελευταία.

Μήπως έτσι κι αλλιώς ξέρουμε τι θα φέρει η μέρα που ξημερώνει;
Πάντα το μέλλον είναι αβέβαιο.
Αβέβαιο και άγνωστο.
Αλλά απ’ την άλλη υπάρχουν κάποιες βεβαιότητες που δεν ανατρέπονται.
Να για παράδειγμα το γεγονός ότι όλα έχουν ένα τέλος.
Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε για να το αποτρέψουμε.
Ευτυχία δεν υπάρχει, τουλάχιστον σαν μόνιμη κατάσταση.
Ραγίζει η καρδιά μας όταν το αναλογιστούμε.

Γιατί όμως όλα αυτά τα σκεφτόμαστε το φθινόπωρο;
Και γιατί νοσταλγούμε το καλοκαίρι μόλις το αποχαιρετήσουμε;
Ομορφιά έχουν όλες οι εποχές.
Υπολογίστε, ας πούμε, πόσες γιορτές έχει ο χειμώνας.
Νομίζω ότι είναι περιττό να αναφερθώ σ’ αυτές.
Τότε μήπως μελαγχολούμε επειδή μικραίνει η μέρα;
Ρεκλάμες φωτεινές φωτίζουν τους δρόμους της πόλης.
Οι επιγραφές από νέον ανταγωνίζονται τα αστέρια.
Υπνωτιζόμαστε από πολύχρωμα φώτα.
Νανουριζόμαστε με κινούμενες εικόνες.

Ελπίζουμε πάντα ότι η αυριανή μέρα θα είναι καλύτερη.
Νοερά μεταφερόμαστε σε ένα μέλλον χωρίς θλίψη.
Σαν έρθει όμως το μέλλον απογοητευόμαστε.
Λυπόμαστε γιατί διαψεύδονται οι προσδοκίες μας.
Ιεραρχούμε τα προβλήματα μας για να βρούμε τι μας φταίει.
Νομίζουμε ότι βρήκαμε το σημαντικότερο και αμέσως ξεσπάμε για κάτι ασήμαντο.

Γιατί όταν είμαστε δυστυχισμένοι όλα μας φταίνε.
Ιστορίες καθημερινού πόνου.
Αναρίθμητες πληγές στην ψυχή μας.
Ναφθαλίνη αποπνέουν τα όνειρα που κάναμε παιδιά.

Και τι νόημα έχει να καταπιανόμαστε με τέτοια ζητήματα;
Αναλογιζόμαστε, συλλογιζόμαστε, ονειρευόμαστε, αναπολούμε.
Ρεμβάζουμε απ’ το ανοιχτό παράθυρο ψάχνοντας απαντήσεις.
Λέμε και ξαναλέμε χιλιοειπωμένα πράγματα χωρίς να καταλήγουμε πουθενά.

Ρωτάω λοιπόν και πάλι γιατί μελαγχολούμε το φθινόπωρο;
Ας μην προσπαθήσω να βρω απάντηση. Ίσως να είναι δύσκολο να βρεθεί.
Σαν την απάντηση στο ερώτημα για τη δημιουργία του κόσμου.
Πάλι μελαγχόλησα.
Ε λοιπόν δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις απ’ τη μελαγχολία του φθινοπώρου.