Καζαμίας 2016

Ιανουάριος

Η κυβέρνηση φορολογεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο υπουργός οικονομίας ενθουσιασμένος δηλώνει ότι τα κρατικά ταμεία θα γεμίσουν χρήματα. Ο φόρος θα εισπράττεται μέσω των λογαριασμών της Δ.Ε.Η. Παράλληλα η τιμή του ρεύματος αυξάνεται κατά 150%. Σύμφωνα με την κυβέρνηση αυτό γίνεται για να αποκτήσουν οι πολίτες οικολογική συνείδηση και να καταναλώνουν λιγότερο ρεύμα. Δεκάδες πρόσφυγες πνίγονται στο Αιγαίο. Σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο δηλώνει ότι πονάει αλλά δεν έχει σκοπό να κάνει απολύτως τίποτα για να αποτρέψει τον θάνατο προσφύγων.

Φεβρουάριος

Κυνήγι κατά της φοροδιαφυγής εξαπολύει η κυβέρνηση. Συλλαμβάνονται πωλητές ξηρών καρπών και χαρτομάντιλων, πλανόδιοι μουσικοί και επαίτες. Με δελτίο τύπου ο Σ.Ε.Β. χαιρετίζει το αποφασιστικό βήμα που κάνει η κυβέρνηση στην πάταξη της φοροδιαφυγής. Στο μεταξύ το κρύο είναι τσουχτερό και οι μισοί κάτοικοι της χώρας ζουν χωρίς θέρμανση. Ο αρμόδιος υπουργός δηλώνει ότι πρέπει να είναι ευτυχείς γιατί το κρύο σφίγγει το δέρμα.

Μάρτιος

Συγκινημένο το πανελλήνιο ακούει βουλευτές να αφηγούνται το δράμα που ζουν. Σύμφωνα μ’ αυτά που λένε η βουλευτική αποζημίωση δεν φτάνει ούτε για τα λουλούδια στα μπουζούκια. Με δάκρυα στα μάτια οι εργαζόμενοι προσφέρουν τον παχυλό μισθό τους για να συνεχίσουν οι εθνοπατέρες και οι εθνομητέρες το θεόπνευστο έργο τους. Η κυβέρνηση αναστέλλει τα μισά άρθρα του συντάγματος. Αυτό σύμφωνα με τον πρωθυπουργό είναι ένα αποφασιστικό χτύπημα της αριστερής κυβέρνησης στην αστική πολιτική.

Απρίλιος

Ο πρωθυπουργός ανακοινώνει το παράλληλο πρόγραμμα το οποίο περιλαμβάνει μέτρα ανακούφισης των χειμαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Τα μέτρα αυτά είναι η δωρεάν διανομή χαρτομάντιλων, η αύξηση κατά πενήντα ολόκληρων λεπτών των συντάξεων και ετήσιο επίδομα θέρμανσης ύψους 20 ευρώ για όσους ζουν σε ορεινές περιοχές, έχουν εισόδημα κάτω από 5.000 ευρώ τον χρόνο και το όνομά τους αρχίζει από Κ. Οργισμένα αντιδρούν οι εκπρόσωποι των θεσμών σ’ αυτή τη σπατάλη. Ο πρωθυπουργός αποσύρει το παράλληλο πρόγραμμα με τη δικαιολογία ότι επρόκειτο για πρωταπριλιάτικο αστείο, ενώ εμφανίζεται ενοχλημένος απ’ την έλλειψη χιούμορ που έχουν οι πολίτες της χώρας. Μητροπολίτης δηλώνει ότι σαν χριστιανός αγαπάει όλους τους ανθρώπους εκτός απ’ τους κομμουνιστές, τους ομοφυλόφιλους, τους άθεους, τους αλλόθρησκους, τους μετανάστες, τους Εβραίους, τους Ρομά και όσους αφήνουν κάτω από πέντε ευρώ στον δίσκο της εκκλησίας.

Μάϊος

Την Πρωτομαγιά το κυβερνών κόμμα διαδηλώνει κατά της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησής του. Ο πρωθυπουργός ενθουσιασμένος δηλώνει ότι θα συνεχίσει να αγωνίζεται εναντίον του εαυτού του. Διεθνής ομάδα ψυχιάτρων επισκέπτεται τη χώρα μας για να μελετήσει αυτό το ενδιαφέρον φαινόμενο. Η αστυνομία εξοπλίζεται με πλαστικές σφαίρες και όπλα taser για την αντιμετώπιση των διαδηλωτών. Σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού δημόσιας τάξης η ασφάλεια είναι απ’ τις θεμελιώδεις αξίες της Αριστεράς.

Ιούνιος

Τα σχολεία κλείνουν και ο υπουργός εργασίας κάνει μια ρηξικέλευθη πρόταση. Οι μαθητές και οι μαθήτριες να εργάζονται όλο το καλοκαίρι, χωρίς μισθό φυσικά, για να γνωρίσουν από κοντά την αγορά εργασίας. Οι θέσεις που θα μπορούσαν να καλύψουν είναι οι εξής: Μούτσοι στα καράβια των χτυπημένων απ’ την κρίση εφοπλιστών, σφουγγαράδες, συλλέκτες αποτσίγαρων απ’ τις ακτές και υπάλληλοι σε πολυτελή ξενοδοχεία. Οι τελευταίοι θα πρέπει να πληρώνουν για τη διαμονή και τη διατροφή τους γιατί και οι μεγαλοξενοδόχοι μεροκαματιάρηδες άνθρωποι είναι. Ανεβαίνει στο Δελφινάριο η επιθεώρηση “Πρώτη φορά Αριστερά” στην οποία πρωταγωνιστούν μέλη της κυβέρνησης.

Ιούλιος

Η κυβέρνηση επιβάλλει φόρο σκιάς. Σύμφωνα με νέο νόμο που ψηφίζεται κατεπειγόντως οι πολίτες θα φορολογούνται για τις επιφάνειες των αυλών και των μπαλκονιών που καλύπτονται από σκιά. Ο φόρος θα εισπράττεται μέσω του λογαριασμού ύδρευσης ενώ θα κατάσχονται οι τέντες και οι ομπρέλες όσων δεν τον πληρώσουν εμπρόθεσμα. Αυτοσαρκαζόμενος ο υπουργός οικονομίας δηλώνει: “Είμαστε κυβέρνηση θεάτρου σκιών. Τι περιμένατε;”. Όλες οι παραλίες της χώρας παραχωρούνται σε επιχειρηματίες προς αξιοποίηση. Ο υπουργός τουρισμού δηλώνει αποφασιστικά ότι μπαίνει ένα τέλος στην ασύδοτη δράση των τζαμπατζήδων που κολυμπούσαν δωρεάν. Στο εξής η κολύμβηση στη θάλασσα θα χρεώνεται με την ώρα, ενώ ξεχωριστά θα χρεώνονται οι βουτιές. Ακολουθεί ενδεικτικός τιμοκατάλογος: Κολύμβηση 10 ευρώ ανά ώρα. Κολύμβηση με μάσκα και βατραχοπέδιλα 15 ευρώ ανά ώρα. Βουτιά απλή 5 ευρώ. Βουτιά σπέσιαλ (με το κεφάλι) 7 ευρώ. Μακροβούτι 10 ευρώ.

Αύγουστος

Η κυβέρνηση επιβάλλει φόρο διακοπών και φόρο παραμονής στην πόλη. Μπορεί αυτό το μέτρο να ακούγεται αντιφατικό αλλά σύμφωνα με την κυβέρνηση είναι πολύ λογικό. Όσοι πάνε διακοπές σημαίνει ότι έχουν αρκετά χρήματα, άρα μπορούν να πληρώσουν τον φόρο. Απ’ την άλλη όσοι δεν πάνε διακοπές εξοικονομούν χρήματα οπότε πάλι μπορούν να πληρώσουν τον φόρο. Απαγορεύεται η πώληση χύμα παγωτού και γρανίτας μετά από απαίτηση των θεσμών. Στο εξής παγωτό και γρανίτα θα φέρουν υποχρεωτικά ειδική ταινία ενώ η τιμή τους αυξάνεται κατά 250%.

Σεπτέμβριος

Τα σχολεία ανοίγουν και το υπουργείο παιδείας ταράζει πάλι τα νερά με ένα αναπάντεχο μέτρο. Επιστρέφουν οι ποδιές και τα πηλίκια με την κουκουβάγια για τους μαθητές και τις μαθήτριες. Συγκινημένος ο υπουργός δηλώνει: “Υπάρχει τίποτα πιο ριζοσπαστικό απ’ την επιστροφή στις ρίζες;”. Στις ενστάσεις των θεσμών για το κόστος αυτού του μέτρου ο υπουργός απαντάει ότι θα χρησιμοποιηθούν τα υφάσματα απ’ τις κατασχεμένες τέντες και ομπρέλες όσων δεν πλήρωσαν τον φόρο σκιάς (βλέπε Ιούλιος). Ομιλία του πρωθυπουργού στη Δ.Ε.Θ. Ο πρωθυπουργός αναφέρεται στα επιτεύγματα της κυβέρνησής του όπως η αύξηση της φτώχειας, της ανεργίας και των φόρων, η μείωση μισθών και συντάξεων και η έκρηξη των ανισοτήτων ενώ με περηφάνεια δηλώνει: “Είμαστε πρωταθλητές. Οι Έλληνες πολίτες είναι οι πιο δυστυχισμένοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση”.

Οκτώβριος

Στόχος κριτικής απ’ την αντιπολίτευση γίνεται υπουργός που δεν δήλωσε στο πόθεν έσχες τρία εκατομμύρια ευρώ. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του ο υπουργός δηλώνει: “Τρία εκατομμύρια μπορεί να φαίνονται πολλά σε σύγκριση όμως με τον προϋπολογισμό της Ελβετίας, για παράδειγμα, δεν είναι τίποτα. Όλα είναι σχετικά. Στο κάτω κάτω ένα μυαλό χειμώνα καλοκαίρι τι να σου κάνει; Κάθε βδομάδα ψηφίζουμε καινούργια μέτρα. Τι να πρωτοθυμηθώ;”. Η κυβέρνηση καταργεί με ένα νόμο, σε ένα άρθρο όλες τις εργατικές κατακτήσεις του τελευταίου αιώνα, ενώ υποχρεώνει τους εργαζόμενους να χορεύουν πεντοζάλι μετά τη λήξη της εργασίας τους.

Νοέμβριος

Διαπρεπής Γερμανός ιστορικός εκδίδει ένα βιβλίο που παρουσιάζει την περίοδο της Κατοχής από μια διαφορετική επιστημονική σκοπιά. Σύμφωνα λοιπόν με το βιβλίο η Βέρμαχτ είχε έρθει στην Ελλάδα για εκπαιδευτική εκδρομή, αφού ως γνωστόν ο Χίτλερ ήταν λάτρης του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Οι δε νεκροί που παρουσιάζονται σαν θύματα των ναζί στην πραγματικότητα ήταν θύματα τροχαίων ατυχημάτων. Ενθουσιασμένοι συντάκτες free press εντύπων καλωσορίζουν τον αιρετικό ιστορικό που τολμάει να αναμετρηθεί με την ιστορία μακριά απ’ τις αγκυλώσεις του παρελθόντος. Η κυβέρνηση επιβάλλει φόρο πιτόγυρου, φόρο τζατζικιού και φόρο τηγανητής πατάτας. Το πιτόγυρο πλέον θεωρείται γκουρμέ έδεσμα και καταλαμβάνει τη θέση που του αξίζει στους γαστρονομικούς οδηγούς.

Δεκέμβριος

Η κυβέρνηση προκειμένου να τονωθεί η εορταστική αγορά επιβάλλει στους εργαζόμενους στο εμπόριο τη διαβολοβδομάδα. Σύμφωνα μ’ αυτό το μέτρο οι εργαζόμενοι θα εργάζονται συνεχώς επί μια εβδομάδα χωρίς ξεκούραση και ύπνο. Ο υπουργός εργασίας δηλώνει “Τι θα πάθουν δηλαδή αν δεν κοιμηθούν μια βδομάδα; Οι οϋκάδες πιο μάγκες είναι;”. Σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών χιλιάδες πρόσφυγες έχασαν τη ζωή στο Αιγαίο στην προσπάθειά τους να έρθουν στην Ελλάδα. Οι υπουργοί που είναι υπεύθυνοι για τους θανάτους αυτούς δηλώνουν την οδύνη τους αλλά και την αποφασιστικότητά τους να μην κάνουν απολύτως τίποτα για να σταματήσει αυτή η τραγωδία. Στα λεξικά η φράση “κροκοδείλια δάκρυα” αντικαθίσται απ’ τη φράση “υπουργικά δάκρυα”.

Ένας χριστουγεννιάτικος εφιάλτης

Ήταν κάποτε ένας ευσεβής χριστιανός. Έτσι πίστευε τουλάχιστον. Εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και τηρούσε ευλαβικά όλες τις νηστείες. Κάθε μέρα προσευχόταν να προστατεύει ο Θεός τον ίδιο και την περιουσία του. Η αλήθεια είναι ότι για τους άλλους δεν ενδιαφερόταν και πολύ. Όταν περνούσε έξω από εκκλησία έκανε πάντα τον σταυρό του. Αν έξω απ’ την εκκλησία έβλεπε κάποιον αδέσποτο σκύλο του έδινε μια κλωτσιά. Αν έβλεπε κάποιο μετανάστη τον έβριζε. Δεν συμπαθούσε ούτε τους σκύλους ούτε τους μετανάστες. Τους θεωρούσε αμφότερους επικίνδυνους, βρώμικους και φορείς ασθενειών. Όταν συναντούσε στον δρόμο του παιδιά τα προέτρεπε να πηγαίνουν στην εκκλησία και στο κατηχητικό και νοσταλγούσε τις εποχές που ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός για ένα μέρος του πληθυσμού. Πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις εκτός κι αν είχαν τη δική του ευφυΐα.

Πίστευε επίσης ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, σχεδόν όλοι εκτός απ’ αυτόν, είναι αμαρτωλοί και ανήθικοι. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα ρίξει ο Θεός φωτιά να τους κάψει. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πήγαινε καλά με τους ανθρώπους. Πίστευε ότι όλοι οι άλλοι λαοί ήταν εχθροί που ήθελαν τον αφανισμό της πατρίδας του. Ειδικά δε όσοι ήταν αλλόθρησκοι, επομένως για τη δική του λογική εχθροί της πίστης του, έπρεπε οπωσδήποτε να εξοντωθούν. Όσο για τους άθεους, δεν τους θεωρούσε καν ανθρώπους. Σύμφωνα με μια θεωρία δικής του έμπνευσης η πίστη στον Θεό είναι έμφυτη στον άνθρωπο, επομένως ένας οργανισμός που δεν έχει αυτό το γνώρισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανθρώπινος.

Δεν του άρεσε καθόλου η εποχή που ζούσε γιατί θεωρούσε ότι υπάρχει έκλυση ηθών. Τα περισσότερα βιβλία τα έβρισκε βλάσφημα ενώ την ίδια γνώμη είχε για τις ταινίες και τη μουσική. Σαν πιστός χριστιανός που ήταν είχε μια απάντηση για όλα. Όταν τον ρωτούσαν γιατί ο Θεός επιτρέπει να σκοτώνονται αθώοι άνθρωποι κατά τη διάρκεια πολέμων και φυσικών καταστροφών, απαντούσε ότι όχι μόνο δεν είναι αθώοι αλλά είναι αμαρτωλοί και ο Θεός τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Όταν του έλεγαν για τον πλούτο της εκκλησίας που έρχεται σε αντίθεση με την ταπεινότητα που υποτίθεται ότι πρεσβεύει απαντούσε ότι όσοι τα λένε αυτά είναι αντίχριστοι και θα καούν στην κόλαση. Το μεγάλο του παράπονο ήταν ότι αν και ήταν τόσο πιστός δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ ο Χριστός μπροστά του.

Μια παραμονή Χριστουγέννων αφού έφαγε ένα πλούσιο δείπνο ξάπλωσε στο κρεβάτι και παραπονέθηκε για άλλη μια φορά που ο Χριστός δεν του είχε φανερωθεί. Αφού ξημέρωναν Χριστούγεννα πίστευε ότι θα εισακουστεί το παράπονό του. Το δωμάτιο φωτίστηκε και εμφανίστηκε μπροστά του ένας νεαρός γενειοφόρος άντρας. Άρχισε να μιλάει με ήρεμη φωνή. “Ήρθα πολλές φορές” είπε και συνέχισε “Ήμουν πρόσφυγας. Έφυγα απ’ τη χώρα μου για να σωθώ απ’ τον πόλεμο και όταν έφτασα εξουθενωμένος σου ζήτησα λίγο νερό. Μα εσύ μου απάντησες να γυρίσω στην πατρίδα μου. Ήμουν πεινασμένος και σου ζήτησα λίγο ψωμί. Μα εσύ με έδιωξες. Ήμουν άστεγος και σου ζήτησα μια κουβέρτα για να μην κρυώνω. Μα εσύ μου έκλεισες την πόρτα. Ήμουν ρακένδυτος και σου ζήτησα ένα παλιό ρούχο για να ντυθώ. Μα εσύ αρνήθηκες να με βοηθήσεις. Ήμουν μετανάστης και σου ζήτησα να μη με αντιμετωπίζεις με προκατάληψη. Μα εσύ κάλεσες την αστυνομία να με συλλάβει. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα απ’ τη διδασκαλία μου. Στην καρδιά σου υπάρχει μόνο μίσος. Κρίνεις όλους τους ανθρώπους χωρίς να έχεις αυτό το δικαίωμα. Τους χωρίζεις με βάση το χρώμα τους και την καταγωγή τους ξεχνώντας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Λίγο με ενδιαφέρει αν νηστεύεις και αν κάνεις όλη μέρα τον σταυρό σου. Έχεις μείνει προσκολλημένος στους τύπους θεωρώντας ότι είναι το παν κι έχεις χάσει την ουσία. Και η ουσία είναι η αγάπη. Ήρθα στον κόσμο για να διδάξω την αγάπη. Μην το ξεχνάς ποτέ αυτό”.

Ξύπνησε ιδρωμένος. Σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να τρώει βαριά τα βράδια γιατί βλέπει εφιάλτες. Γύρισε πλευρό και ξανακοιμήθηκε.

Δυο κείμενα για την Αναχώρηση

Τα παρακάτω κείμενα τα έγραψα για την παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων Αναχώρηση στις ιστοσελίδες http://www.sodeia.net/ και http://ekdohi.gr/

1. Όταν στριφογυρίζεις με τις ώρες στο κρεβάτι και δεν μπορείς να κοιμηθείς παρόλη την κούραση, όταν δεν υπάρχει κανείς να σε καταλάβει, όταν αισθάνεσαι ότι πνίγεσαι, όταν φοβάσαι τη μέρα που ξημερώνει, παίρνεις ένα τετράδιο κι ένα στυλό και αρχίζεις να γράφεις. Γράφεις για όλα αυτά που σε πνίγουν, για όλα αυτά που σε πληγώνουν, για όλα αυτά που σε κάνουν να μισείς τη ζωή σου. Γράφεις μέχρι να βγάλεις στο χαρτί όλη την πίκρα που νιώθεις. Αργότερα, όταν είσαι σε πιο ήρεμη κατάσταση, διαβάζεις αυτό που έγραψες, δίνεις μορφή στις σκόρπιες λέξεις, σβήνεις και ξαναγράφεις, διορθώνεις. Φροντίζεις το κείμενό σου με την αγάπη και την τρυφερότητα της μάνας που φροντίζει το παιδί της. Όταν πια αισθάνεσαι ότι είναι έτοιμο να διαβαστεί κι από άλλους, το στέλνεις να ταξιδέψει στον κόσμο.

Κάπως έτσι θα περιέγραφα αυτό που είναι για μένα η διαδικασία της συγγραφής. Έχουν περάσει σχεδόν εφτά χρόνια από τότε που έγραψα την πρώτη ιστορία αυτού του βιβλίου. Το θέμα της είναι η στρατιωτική θητεία. Νοσταλγία, θυμός, θλίψη και γλυκόπικρες αναμνήσεις με πλημμύριζαν όταν την έγραφα, αλλά και τώρα που την ξαναδιαβάζω για πολλοστή φορά. Από τότε συνέχισα να γράφω. Για αυτά που σκέφτομαι, για αυτά που φοβάμαι, για αυτά που ονειρεύομαι. Αλλά και για αυτά που ζω καθημερινά. Για αυτά που βλέπω αλλά κυρίως για αυτά που νιώθω. Αυτό που οδηγεί το χέρι μου όταν γράφω είναι λιγότερο το μυαλό και η λογική και περισσότερο η καρδιά.

Μερικές απ’ αυτές τις ιστορίες είναι σαν να τις διάβασα στο βλέμμα ανθρώπων που βλέπω γύρω μου. Ανθρώπων που όλη τους η ζωή είναι αγώνας για επιβίωση. Άλλες πάλι γεννήθηκαν μέσα μου με αφορμή μικρά περιστατικά της καθημερινότητας, που δεν θέλω να παραβλέπω γιατί αυτά με κάνουν να νιώθω ζωντανός. Όλα όσα μεσολάβησαν απ’ τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω την πρώτη ιστορία αυτού του βιβλίου μέχρι την έκδοσή του, θα τα παρομοίαζα με ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι μεγάλο, κουραστικό, μοναχικό, γεμάτο δυσκολίες και απογοητεύσεις, με αβέβαιο προορισμό που συνεχώς απομακρυνόταν. Κάποτε το ταξίδι τελείωσε και αυτό το βιβλίο είναι το ημερολόγιο αυτού του ταξιδιού.

2. Εικόνες ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, βλέμματα γεμάτα πίκρα και οργή, φωνές αδύναμες που ίσα που ακούγονται, ένα φως που αχνοφαίνεται όταν όλα έχουν σκοτεινιάσει, μια κραυγή που σπάει τη σιωπή. Περιστατικά της καθημερινότητας φαινομενικά ασήμαντα, λόγια που ακούμε και τα ξεχνάμε την επόμενη στιγμή αλλά μετά από καιρό ξανάρχονται στο μυαλό μας. Ανάμεικτα συναισθήματα, φευγαλέες σκέψεις. Σκέψεις που άλλοτε ταξιδεύουν με νοσταλγία στο παρελθόν και άλλοτε ιχνηλατούν το μέλλον. Όλα αυτά συναντούν την ανάγκη μου να μιλήσω, να βγάλω από μέσα μου αυτά που με πνίγουν. Έτσι γεννιούνται οι λέξεις και απλώνονται στο χαρτί. Οι λέξεις σιγά σιγά σχηματίζουν ιστορίες. Δεν πρόκειται για μαρτυρίες, ούτε για ψυχρή καταγραφή της πραγματικότητας. Πρόκειται για ιστορίες που γεννήθηκαν απ’ τη φαντασία μου, μόνο που τα υλικά τους είναι γήινα. Η φαντασία μου δεν γεννάει υπερήρωες και μυθικά πλάσματα αλλά πραγματικούς ανθρώπους. Ανθρώπους απλούς, καθημερινούς που η ζωή τους δεν μοιάζει με παραμύθι. Ανθρώπους που αγαπάνε, που μισούν, που ονειρεύονται το αύριο. Η απόγνωση εναλλάσσεται με την ελπίδα, η μοναξιά με την αλληλεγγύη, ο θάνατος με τη ζωή. Η σκληρότητα και ο παραλογισμός συναντούν την τρυφερότητα και την ανθρωπιά, η ασχήμια αυτού του κόσμου την ομορφιά του κόσμου που ονειρεύονται οι άνθρωποι που αγωνίζονται, οι εφιάλτες συναντούν τα όνειρα. Κάθε ιστορία έχει διαφορετικό θέμα και διαφορετικούς ήρωες. Υπάρχει όμως μια κοινή συνισταμένη: ο άνθρωπος. Όσα θα διαβάσετε στις σελίδες αυτού του βιβλίου αφορούν στον άνθρωπο. Στις πράξεις του, τις σκέψεις του, τον ψυχισμό του, τη ζωή του.

Αμπαλάζ

Η φωνή του πνίγηκε από έναν ξερό βήχα. Πέταξε μια βρισιά, χτύπησε την πόρτα πίσω του και βγήκε έξω. Να τριγυρίσει για ώρες στους δρόμους, να ακούσει φωνές, να δει άγνωστα πρόσωπα, να γίνει ένα με το πλήθος. Να βρει μια ασήμαντη αφορμή να ξεσπάσει για να ξεχάσει. Να χαθεί μέσα στον κόσμο, μήπως και νιώσει πιο ελαφρύ το βάρος που του πλάκωνε το στήθος. Το βράδυ να γυρίσει κατάκοπος στο σπίτι και να πάει κατευθείαν για ύπνο. Να αποφύγει τις ενοχλητικές ερωτήσεις. Τις προάλλες τον ρώτησε η κόρη του τι θα της φέρει ο Άγιος Βασίλης. Σκέφτηκε να απαντήσει ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης ή ότι μισεί τους φτωχούς. Τελικά δεν απάντησε. Την έστειλε για ύπνο με τη δικαιολογία ότι είναι αργά κι έμεινε να κοιτάει τον τοίχο απέναντί του.

Προσπερνούσε τις στολισμένες βιτρίνες παραπατώντας ανάμεσα σε ανθρώπους φορτωμένους με πακέτα. Ο θόρυβος των γιορτινών δρόμων δεν ήταν αρκετός για να σκεπάσει τις φωνές που άκουγε μέσα του. Όλες αυτές τις φωνές που έλεγαν ότι είναι άχρηστος που δεν κατάφερε να βρει μια σταθερή δουλειά στα σαράντα του χρόνια, ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το παιδί του, ότι δεν έχει καταφέρει τίποτα στη ζωή του. Το χειρότερο όμως δεν ήταν όλα αυτά που λέγονταν εις βάρος του, όσο κι αν τον πονούσαν. Ήταν ότι κόντευε να τα πιστέψει κι ο ίδιος. Ήταν ότι ντρεπόταν για τη δυστυχία του κι αισθανόταν υπεύθυνος για αυτή. Ήταν ακόμα ότι ένιωθε να είναι βάρος για τους ανθρώπους που αγαπάει. Ήταν ότι ενώ τους ήθελε δίπλα του όσο ποτέ άλλοτε, με τη στάση του τους απομάκρυνε χωρίς να το καταλαβαίνει. Κι όταν καμιά φορά προσπαθούσε να τους μιλήσει ανοιχτά για το πόσο πολύ τους χρειαζόταν, το έκανε με έναν τρόπο εντελώς αδέξιο.

Συνέχισε την περιπλάνησή του για πολλές ώρες και δεν σταμάτησε παρά την κούραση και τον πόνο στα πόδια. Πότε πότε το βλέμμα του τραβούσαν τα γιορτινά φώτα και τα στολίδια. Ο χριστουγεννιάτικος στολισμός ήταν το περιτύλιγμα της πόλης που κάτω απ’ τα φανταχτερά του χρώματα έκρυβε την πραγματική της εικόνα. Η φτώχεια και η εξαθλίωση που υπήρχαν στους δρόμους της έμεναν στη σκιά μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές. Μόνο κάποιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις θύμιζαν ότι για κάποιους ανθρώπους η ζωή δεν ήταν ποτέ γενναιόδωρη.

Έφτασε στο σπίτι αργά. Κοντοστάθηκε για λίγο έξω απ’ την πόρτα. Μπήκε μέσα και κάθισε σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Κάπνισε ένα τσιγάρο για να κατασταλάξουν μέσα του εικόνες και σκέψεις. Κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Ξεντύθηκε αθόρυβα και ξάπλωσε. Ένιωσε το χέρι της γυναίκας του να τον αγκαλιάζει. Πλησίασε το σώμα του στο δικό της. Απ’ τα μισάνοιχτα παντζούρια έμπαινε στο δωμάτιο το πρώτο πρωινό φως. Έμειναν έτσι μέχρι που ξημέρωσε. Η μέρα που ξεκινούσε τους έβρισκε μαζί.

Συλλογή διηγημάτων Αναχώρηση

 

Είκοσι τέσσερις ιστορίες για τον πόνο, τον φόβο, τη μοναξιά, την εγκατάλειψη, την απόγνωση, την κρατική βία, τον εγκλεισμό, τα όνειρα, την αντίσταση, την ελπίδα. Οι ήρωες αυτών των ιστοριών είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι που ζουν και αναπνέουν δίπλα μας. Οι χαρές τους και κυρίως οι λύπες τους, τα παράπονα και οι αγωνίες τους, το χαμόγελο και το κλάμα τους, τα όνειρα και οι εφιάλτες τους είναι το υλικό των ιστοριών αυτού του βιβλίου.

Σελίδες: 70

ISBN: 978-960-7971-95-1

Αποκλειστική διάθεση Εκδόσεις Άλλωστε

http://www.alloste.gr Τηλ: 210 – 7511395

Η λάθος πλευρά

Στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Γεννήθηκες άτυχος. Όπως και πολλοί άλλοι. Οι γονείς σου δεν σου κληροδότησαν τίποτα άλλο πέρα απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία τους. Την ίδια μοίρα είχαν πολλοί άλλοι. Δεν είχες ευκαιρίες. Όπως πολλοί άλλοι. Ήξερες ότι ο κόσμος χωρίζεται σ’ αυτούς που παράγουν τον πλούτο με τον ιδρώτα και το αίμα τους και σ’ αυτούς που κατέχουν αυτό τον πλούτο παράνομα, χωρίς να τους ανήκει πραγματικά. Διάλεξες να πας με τους δεύτερους. Όχι να γίνεις ένας απ’ αυτούς, αλλά να γίνεις δούλος τους. Ένας δούλος υπάκουος και πειθήνιος. Γιατί ένας υπάκουος δούλος έχει πάντα την εύνοια του αφεντικού του. Όπως ένα πιστό σκυλί. Σου έδωσαν στολή και όπλο. Και τότε αισθάνθηκες πανίσχυρος. Χτυπούσες με μανία τους απόκληρους και τους αδύναμους αυτού του κόσμου για να εκδικηθείς για την άδεια σου ζωή. Ήξερες ότι δεν φταίγαν αυτοί, αλλά δεν δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. Έτσι σκότωσες και τη λίγη ανθρωπιά που σου είχε απομείνει. Γιατί όσο χτυπάς τόσο αποκτηνώνεσαι. Το μεγαλύτερο θύμα σου είσαι εσύ ο ίδιος. Περνούσαν τα χρόνια και είχες την ψευδαίσθηση ότι ζεις, ενώ είχες πεθάνει. Τίποτα δεν μπορούσε να ταράξει τον αιώνιο ύπνο σου. Ώσπου κάποια στιγμή είδες ένα νέο παιδί να χαμογελάει. Το χαμόγελό του σε πείραξε κι ας μην το παραδέχεσαι. Μα δεν σε πείραξε μόνο. Ήταν κάτι παραπάνω. Σε τρομοκράτησε. Ένα παιδί μεγαλωμένο σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα πουλιούνται και αγοράζονται, ένα παιδί που το περίμενε ένα μέλλον σκληρό και απάνθρωπο, ένα παιδί που το προόριζαν για άλεσμα στην κρεατομηχανή είχε το θράσος να χαμογελάει. Δεν το άντεξες. Τι θα γινόταν αν αυτό το φαινόμενο έπαιρνε διαστάσεις επιδημίας; Αν σε κάθε γωνία αντί για φοβισμένους ανθρώπους αντίκριζες παιδικά χαμόγελα; Ήξερες ότι αυτό το χαμόγελο είναι πιο δυνατό απ’ τα δακρυγόνα και τις σφαίρες. Και αποφάσισες να το σβήσεις. Μα για κακή σου τύχη σκότωσες ένα παιδί, αλλά όχι το χαμόγελό του. Αυτό το χαμόγελο θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Γιατί μάθε ότι η ελπίδα και η ανθρωπιά δεν έχουν πατρίδα. Κάποτε θα βγεις απ’ τη φυλακή, αλλά ελεύθερος δεν θα ‘σαι ποτέ. Δεκαέξι αθώα χρόνια, μια ζωή που δεν πρόλαβε ν’ ανθίσει, θα σε στοιχειώνουν.

Θα μπορούσες να είσαι εργάτης σε κάποιο εργοστάσιο, οικοδόμος, σερβιτόρος σε κάποιο εστιατόριο. Θα μπορούσες να βγάζεις το ψωμί σου τίμια. Θα διαπίστωνες ότι δεν είσαι μόνος. Ότι υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα. Θα μοιραζόσουν μαζί τους τις χαρές και τις λύπες σου. Θα χαιρόσουν για τις μικρές νίκες. Θα ονειρευόσουν έναν κόσμο όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι και ίσοι, έναν κόσμο όπου δεν θα υπάρχουν πεινασμένοι. Έναν κόσμο όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι αδέλφια. Θα καταλάβαινες τότε ότι δεν είσαι ο μόνος που έχει αυτό το όνειρο. Και θα έβγαινες στους δρόμους. Και θα μάθαινες ότι αυτό το όνειρο βρίσκεται στις καρδιές πολλών ανθρώπων εδώ και πολλά χρόνια και ότι αυτοί οι δρόμοι έχουν βαφτεί με το αίμα τους. Και θα δάκρυζες. Γιατί οι άνθρωποι που ονειρεύονται ξέρουν να πονάνε και να κλαίνε, όπως ξέρουν και να γελάνε. Το βράδυ θα έλεγες στα παιδιά σου ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα μαθαίνουν στο σχολείο. Ότι μπορούν να ζήσουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Και τότε θα έβλεπες στα μάτια των παιδιών σου εικόνες απ’ τον κόσμο που ονειρεύεσαι. Και όταν η ζωή σου θα έφτανε στη δύση της θα ήξερες ότι δεν πήγε χαμένη. Ότι έβαλες κι εσύ το λιθαράκι σου για να σκορπίσει το σκοτάδι που μας εμποδίζει να δούμε όσα αγαπάμε. Ότι δεν γεννήθηκες τυχαία άνθρωπος. Θα μπορούσες να είσαι με την πλευρά αυτών που πονάνε, αυτών που κλαίνε, αυτών που παλεύουν, αυτών που γελάνε. Θα μπορούσες να είσαι με το δίκιο. Με άλλα λόγια θα μπορούσες να παραμείνεις άνθρωπος. Θα σου έδινα το χέρι και θα έπαιρνα δύναμη απ’ τη δύναμή σου. Λυπάμαι που δεν μπορώ να σε συγχωρέσω. Διάλεξες τη λάθος πλευρά.

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε τον Δεκέμβρη του 2009.