Πικρός καφές

Ένα “επιχείρημα” που αναμασούν τα τελευταία χρόνια οι κάθε λογής απολογητές της κοινωνικής εξαθλίωσης προκειμένου να εξωραΐσουν την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία, είναι ότι οι καφετέριες είναι γεμάτες. Αυτό κατά τη γνώμη τους σημαίνει δυο πράγματα: Ότι πρώτον δεν υπάρχουν φτωχοί αφού όλοι έχουν χρήματα να ξοδέψουν στις καφετέριες και δεύτερον ότι οι άνεργοι ευθύνονται οι ίδιοι για την ανεργία τους, αφού αντί να ψάξουν για δουλειά κάθονται όλη μέρα στις καφετέριες. Αν και είναι πραγματικά αστείο για να θεωρηθεί επιχείρημα έστω και με πολύ μεγάλη επιείκεια, επειδή ακούγεται πολύ συχνά παρουσιαζόμενο μάλιστα σαν η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, θα επιχειρήσω να το αποδομήσω χρησιμοποιώντας κάποιες απλές λογικές σκέψεις που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό. Ξεκινώ απ’ το γεγονός ότι δεν είναι γεμάτες οι καφετέριες, ειδικά τις καθημερινές, γιατί αν ήταν όντως γεμάτες δεν θα έκλειναν η μία μετά την άλλη μαζί με χιλιάδες άλλες μικρές επιχειρήσεις. Το να είναι κάποιες καφετέριες που βρίσκονται σε εμπορικούς δρόμους, κεντρικά σημεία και τουριστικές περιοχές γεμάτες είναι κάτι απόλυτα λογικό, είναι όμως η βιτρίνα που κρύβει την πραγματική εικόνα.

Συνεχίζω με την πολύ απλή σκέψη ότι περνώντας έξω από μια καφετέρια και βλέποντας κάποιους ανθρώπους να πίνουν καφέ, δεν μπορούμε να ξέρουμε κάποια βασικά πράγματα για αυτούς για να βγάλουμε συμπέρασμα. Όπως αν αυτοί οι άνθρωποι είναι τουρίστες, αν έχουν να βγουν πολύ καιρό, αν είναι φίλοι που έχουν να ειδωθούν χρόνια, αν γιορτάζουν κάτι, αν έχουν κάποια επαγγελματική συνάντηση. Επίσης, τα λίγα δευτερόλεπτα που θα περάσουμε έξω απ’ την καφετέρια δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιοι απ’ τους θαμώνες κάθονται τρεις ώρες με έναν καφέ, κάτι καθόλου ασυνήθιστο στην Ελλάδα, ειδικά τα τελευταία μνημονιακά χρόνια. Αν κάποιους ζούσε σε ένα χωριό πεντακοσίων κατοίκων και έβλεπε κάθε μέρα και όλη μέρα τους περισσότερους κατοίκους να κάθονται στα καφενεία, τότε θα είχε ένα αξιόπιστο δείγμα απ’ το οποίο όμως δεν θα μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα για όλη τη χώρα. Περνάω στην επόμενη λογική σκέψη, ότι δηλαδή και γεμάτες να ήταν οι καφετέριες αυτό το γεγονός από μόνο του δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Πόσες καφετέριες έχει πια η Ελλάδα που χωράνε όλο τον πληθυσμό της; Αν πάμε σε μια εκκλησία την Κυριακή θα την δούμε γεμάτη, αν πάμε σε ένα γήπεδο θα το δούμε επίσης γεμάτο, αν πάμε σε ένα θέατρο Σάββατο βράδυ θα το δούμε (τι έκπληξη) γεμάτο. Το γεμάτο κάθε φορά μπορεί να σημαίνει από εκατό μέχρι κάποιες χιλιάδες ανθρώπους, σε μια χώρα με πληθυσμό έντεκα εκατομμύρια κατοίκους. Είναι σαν κάποιος να πηγαίνει σε ένα νοσοκομείο κάποιας πόλης και βλέποντας όλα τα κρεβάτια γεμάτα να συμπεραίνει ότι όλοι οι κάτοικοι της πόλης είναι άρρωστοι. Αν ήταν όλες οι καφετέριες γεμάτες και ταυτόχρονα τα υποκαταστήματα του Ο.Α.Ε.Δ., τα συσσίτια και τα κέντρα υποστήριξης αστέγων άδεια, τότε θα είχε μια λογική βάση αυτή η νεοφιλελεύθερη καραμέλα με τις γεμάτες καφετέριες. Αλλά φαντάζομαι ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. είναι πολύ μπανάλ μέρος για τους δημοσιολόγους μνημονιακής κοπής.

Και φτάνω στην τελευταία λογική σκέψη, στο απλό γεγονός δηλαδή ότι και άνεργος ή χαμηλόμισθος να είναι κάποιος μπορεί να διαθέσει τρία ευρώ την εβδομάδα ή τον μήνα για να πιει έναν καφέ με τους φίλους του. Αλλά στην ουσία αυτό είναι που τους ενοχλεί. Πίσω απ’ τις ανοησίες για τον κόσμο που κάθεται όλη μέρα στις καφετέριες κρύβουν το μίσος τους για τους ανέργους και τους φτωχούς. Γιατί στην πραγματικότητα θέλουν να βλέπουν τους ανέργους να ζητιανεύουν για να νιώσουν οι ίδιοι ικανοποίηση, αφού δεν έχουν ζωή. Είναι τα ίδια άτομα που αν δουν μετανάστες και πρόσφυγες καλοντυμένους και χαμογελαστούς δυσανασχετούν, γιατί θέλουν να τους βλέπουν ρακένδυτους και πεινασμένους. Είναι αυτοί που ενώ υποστηρίζουν μια πολιτική που έχει λεηλατήσει τις ζωές μας (είτε για να βγάζουν το παντεσπάνι τους, είτε από αφέλεια), απαιτούν να νιώσουμε ενοχές γιατί μπορούμε ακόμα να πιούμε έναν καφέ σαν άνθρωποι, αντί να ψάχνουμε στα σκουπίδια για τρόφιμα.

Ξημέρωμα Δευτέρας

Έκλεισε την τηλεόραση και πήγε με το κεφάλι γεμάτο ψέματα για ύπνο. Το πρωί είχε συνέντευξη για δουλειά. Όχι δηλαδή ότι είχε ελπίδες, αλλά έτσι για να αισθάνεται ότι κάτι κάνει. Ξάπλωσε, έκλεισε το φως, αλλά ο ύπνος δεν έλεγε να έρθει. Ήταν κι εκείνος ο λογαριασμός που είχε λήξει πριν από μια βδομάδα. Ήταν και τα τρία νοίκια που παρέμεναν απλήρωτα. Ήταν και το περιφρονητικό βλέμμα του ταμία στο σούπερ μάρκετ, κάθε φορά που διαπίστωνε ότι δεν του φτάνουν τα χρήματα κι αναγκαζόταν να αφήσει κάτι στην άκρη. Ήταν και η ντροπή που ένιωσε όταν ζήτησε απ’ τον περιπτερά να του δώσει ένα πακέτο τσιγάρα βερεσέ. Ήταν και η αμηχανία που ένιωθε όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολείται αυτή την περίοδο κι αν βρήκε καμιά δουλειά. Ήταν κι ο φόβος κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο ότι θα ήταν για κακό. Ήταν κι εκείνος ο πονοκέφαλος που τον γυρόφερνε απ’ το απόγευμα. Κάθε τόσο σηκωνόταν, κάπνιζε νευρικά ένα τσιγάρο και ξαναέπεφτε στο κρεβάτι.

Κόντευε να ξημερώσει. Στην απέναντι πολυκατοικία έφεγγε ένα φως σε κάποιο παράθυρο. Δεν ήταν ο μόνος που δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Υπήρχαν κι άλλοι που τους κρατούσε ξύπνιους η ίδια αγωνία. Ίσως ο άγνωστος του απέναντι διαμερίσματος είχε κι εκείνος απλήρωτους λογαριασμούς κι απλήρωτα νοίκια. Ίσως αντιμετώπιζε κι εκείνος το περιφρονητικό βλέμμα του ταμία στο σούπερ μάρκετ. Ίσως ένιωθε κι εκείνος ντροπή για κάποιο βερεσέ. Ίσως ένιωθε την ίδια αμηχανία όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολείται αυτή την περίοδο κι αν βρήκε καμιά δουλειά και τον ίδιο φόβο όταν χτυπούσε το τηλέφωνο. Ίσως τον γυρόφερνε κι εκείνον πονοκέφαλος. Την άλλη μέρα ίσως ήταν και οι δυο τους υποψήφιοι για την ίδια θέση εργασίας. Ίσως βρίσκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο να διεκδικούν μαζί τη ζωή τους. Ίσως και να μάλωναν για κάποιον ασήμαντο λόγο, προσπαθώντας να ξορκίσουν τη φτώχεια τους. Οι τοίχοι που περικλείουν τις ζωές μας μεγεθύνουν αυτά που μας χωρίζουν και κρύβουν αυτά που μας ενώνουν.

Οι γκρίζοι τοίχοι των πολυκατοικιών κρύβουν πίσω τους φόβους, αγωνίες και πολύ πόνο. Τα βράδια που όλοι κοιμούνται κάποιες ψυχές, που ο πόνος δεν τις αφήνει να ησυχάσουν, αφήνουν ένα φως ανοιχτό για να δείξουν ότι υπάρχουν. Κι ο πόνος τους άλλες φορές ξεσπάει σε φωνές και σε κλάματα, άλλες φορές μένει βουβός. Το πρωί σέρνεται στους δρόμους, απαρατήρητος απ’ τους πολλούς, κρυμμένος κάτω απ’ τον θόρυβο της πόλης. Το φως που έμεινε ανοιχτό όλο το βράδυ φαντάζει σαν αμυδρή ανάμνηση, σαν τα όνειρα που βλέπουμε λίγο πριν ξυπνήσουμε. Μόνο οι μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα κουρασμένα μάτια μαρτυρούν την ανήσυχη νύχτα. Ο πόνος παραμένει κρυμμένος πίσω από τυπικές καλημέρες και περιμένει να πέσει το σκοτάδι για να φανερωθεί. Κάθε μέρα και πιο μεγάλος. Κάθε μέρα και πιο βαρύς. Μέχρι να γίνει τόσο βαρύς που κανένας πια δεν θα μπορούσε να τον αντέξει. Μέχρι τη στιγμή που πια το μόνο όνειρο όσων αγρυπνούν είναι να γίνουν ο εφιάλτης αυτών που σκότωσαν τα όνειρά τους. Τότε είναι που ο πόνος μπορεί να γίνει δύναμη, τόσο μεγάλη που κάνει τα αδύνατα να φαίνονται δυνατά.

Για να ησυχάσει το μυαλό του και να μπορέσει επιτέλους να κοιμηθεί, έπρεπε να σκεφτεί κάτι που να του δίνει ελπίδα, έστω κι αν ήταν κάτι που κάποιοι θα ονόμαζαν ουτοπία. Σκέφτηκε λοιπόν ότι θα έρθει μια μέρα που ο πόνος του θα συναντήσει τον πόνο των άλλων, θα βγάλει φτερά και θα γίνει ένας αετός με ανυπότακτη καρδιά που θα διαλύσει τα σύννεφα και θα πετάξει ίσια στον ήλιο. Και τότε θα σηκωθεί ένας αέρας που θα διώξει για πάντα όλα αυτά που γεννούν πόνο. Χαμογέλασε, γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε.

Μαχαίρι στην πληγή

Λυπάμαι που δεν έχω να αφηγηθώ όμορφες ιστορίες
για εραστές που πεθαίνουν από αγάπη,
για ευτυχισμένους ανθρώπους
που ζήσαν καλά κι εμείς καλύτερα,
για την αγάπη που νικάει το χρήμα,
για όνειρα που γίνονται πραγματικότητα,
για τη χώρα της αιώνιας χαράς

Οι στίχοι μου μοιάζουν με επιθανάτιο ρόγχο,
με την κραυγή που βγάζει κάποιος
όταν στρίβουν ένα μαχαίρι στην πληγή του,
με τον πιο σκοτεινό εφιάλτη που μπορείτε να φανταστείτε,
με το βλέμμα που έχουν οι μελλοθάνατοι,
με το παράπονο όσων δεν έζησαν,
με τα χιλιάδες όχι και γιατί
που βασανίζουν τις ψυχές,
με το πλοίο που δεν θα ‘ρθει ποτέ,
με τη θάλασσα που είναι πάντα φουρτουνιασμένη,
με το έρημο νησί που δεν υπάρχει στον χάρτη

Με ανεξίτηλο μελάνι

Χρόνια τώρα η ίδια διαδρομή. Γρηγορίου Λαμπράκη, Πειραιώς, Αθηνάς. Μα διαφορετικό ταξίδι κάθε φορά. Πάντα δίπλα στο παράθυρο, να ανακαλύπτεις την πόλη που ζεις μια ζωή ξανά και ξανά. Διαφορετικοί επιβάτες σε κάθε δρομολόγιο, σαν να είναι όλοι περαστικοί. Και κάπως έτσι φτάσαμε ως εδώ. Η μισή ζωή μας είναι διαδρομές σε σκονισμένους δρόμους, αγχωμένα πρωινά και γκρίζες Κυριακές. Όνειρα που τελειώνουν απότομα όταν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Ένα μπλε λεωφορείο που διασχίζει την πόλη. Κάθε ταξίδι συνέχεια του προηγούμενου, σαν σκηνές μιας ταινίας. Μέχρι τη διπλανή συνοικία ή μέχρι την άκρη του κόσμο. Με ένα αστέρι να μας δείχνει τον δρόμο ή ένα φανάρι να ρυθμίζει την κυκλοφορία. Σημασία έχει αυτό που θα γράψουμε στο ημερολόγιο του ταξιδιού με ανεξίτηλο μελάνι.

Μια χώρα όχι και τόσο μακρινή

Άκουσα κάποτε να μιλάνε για μια άγνωστη χώρα. Δεν θυμάμαι το όνομά της, ούτε πού βρίσκεται, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι σ’ αυτήν γίνονται σημεία και τέρατα. Το πολίτευμα αυτής της χώρας είναι δημοκρατικό, αλλά μόνο κατ’ όνομα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια χούντα όπου το ρόλο των στρατιωτικών τον έχουν οι τραπεζίτες και το ρόλο των τανκς οι ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας. Ενώ την εξουσία την έχουν οι τραπεζίτες, τυπικά κυβερνάνε οι πολιτικοί. Οι κυβερνώντες έχουν κουρελιάσει το σύνταγμα που οι ίδιοι έχουν ψηφίσει και καταπατούν τους νόμους που οι ίδιοι έχουν θεσπίσει. Συμπεριφέρονται δε σαν κονοί τραμπούκοι βρίζοντας χυδαία και συκοφαντώντας τον λαό, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που οι τραμπουκισμοί δεν είναι μόνο λεκτικοί. Αυτό όμως δεν αποτελεί έκπληξη, γιατί αυτοί που κυβερνούν αυτή τη χώρα δεν είναι τίποτα παραπάνω από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Απατεώνες, κλέφτες και καταχραστές. Το μεγαλύτερό τους έγκλημα όμως είναι ότι υποθήκευσαν τη χώρα για ένα χρέος που οι ίδιοι δημιούργησαν, φορτώνοντας στον λαό τις συνέπειες. Για να αποπληρωθεί αυτο το χρέος δανείζονται ξανά, με ληστρικούς όρους και φορτώνουν στον λαό ένα ακόμη πιο δυσβάσταχτο χρέος. Και σαν να μην έφτανε αυτό οι δανειστές απαιτούν επιπλέον απολύσεις, περικοπές μισθών και συντάξεων, κλείσιμο σχολείων και νοσοκομείων. Οι κυβερνώντες, σαν δουλικά υπαλληλάκια των δανειστών, σπεύδουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις τους. Η έκφραση “υποθήκευσαν τη χώρα” δεν είναι μεταφορική. Έχουν εκχωρήσει την εθνική κυριαρχία στους δανειστές, ενώ ετοιμάζονται να πουλήσουν τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις (συγκοινωνίες, ταχυδρομεία, εταιρεία υδρευσης, εταιρεία ρεύματος, αεροδρόμια, λιμάνια) έναντι πινακίου φακής σε αρπακτικά. Αυτές οι επιχειρήσεις ανήκουν στον λαό, γιατί δημιουργήθηκαν απ’ τον ιδρώτα και το αίμα του, κι αυτοί ετοιμάζονται να τις ξεπουλήσουν σαν να είναι κάποιο χωράφι που κληρονόμησαν απ’ τον πατέρα τους. Εκτός δηλαδή από εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου είναι και δοσίλογοι, που δεν διαφέρουν σε τίποτα απ’ τους δοσίλογους της ναζιστικής κατοχής. Κι ενώ αυτοί συνεχίζουν να ζουν πλουσιοπαροχα, ο μισός πληθυσμός της χώρας ζει κάτω απ’ τα όρια της φτώχειας, υπάρχουν τρία εκατομμύρια άνεργοι σε σύνολο έντεκα εκατομμυρίων ανθρώπων, χιλιάδες άνθρωποι ζουν στο δρόμο και τρέφονται απ’ τα συσσίτια. Χιλιάδες είναι δυστυχώς κι αυτοί που έχουν οδηγηθεί στην αυτοκτονία από απελπισία. Είναι τέτοιο το μίσος του λαού για αυτούς τους εγκληματίες, που δεν τολμούν να κυκλοφορήσουν χωρίς τη συνοδεία δεκάδων αστυνομικών. Και για να ολοκληρωθεί το σκηνικό της αθλιότητας, ξένοι πολιτικοί κάνουν ωμές παρεμβάσεις στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που θα έπρεπε να ελέγχουν τους κυβερνώντες, υποτίθεται ότι είναι ανεξάρτητα, όμως οι ιδιοκτήτες τους είναι επιχειρηματίες και εργολάβοι που παίρνουν κρατική διαφήμιση και αναλαμβάνουν δημόσια έργα, με αδιαφανείς όρους, απ’ τους κυβερνώντες. Ουσιαστικά δεν διαφέρουν σε τίποτα απ’ τους κυβερνώντες, αφού είναι μαφιόζοι με το προσωπείο του επιτυχημένου επιχειρηματία. Πολλές φορές τα ενημερωτικά μέσα που κατέχουν είναι βιτρίνες για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Οι συχνότητες τους έχουν παραχωρηθεί σκανδαλωδώς δωρεάν απ’ τους κυβερνώντες, ενώ πολλοί τηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούν χωρίς άδεια. Οι δραστηριότητες αυτών των μαφιόζων ποικίλουν. Εκτείνονται απ’ το λαθρεμπόριο παντός είδους μέχρι το χτίσιμο καζίνο και χρυσωρυχείων σε καταπατημένες και καμένες εκτάσεις. Περιττό να αναφέρω ότι δεν διστάζουν να δολοφονήσουν όποιον σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά τους. Όσο για τους δημοσιογράφους, αυτοί είναι πλήρως εναρμονισμένοι με τις απόψεις των αφεντικών τους. Αν και οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι είναι εργαζόμενοι, συκοφαντούν τους αγώνες των εργαζομένων και γενικότερα όποιον και ό,τι αντιστέκεται, ενώ παρουσιάζουν τους εγκληματίες που κυβερνούν τη χώρα σαν σωτήρες.

Η αστυνομία αυτής της χώρας θυμίζει παραστρατιωτικά τάγματα θανάτου λατινοαμερικάνικης δικτατορίας. Δολοφονεί εν ψυχρώ δεκαπεντάχρονα παιδιά, βασανίζει όποιον έχει την ατυχία να πέσει στα χέρια της, αστυνομικοί πέφτουν με τις μοτοσυκλέτες πάνω σε διαδηλωτές, χρησιμοποιεί επικίνδυνα χημικά όπλα ενάντια στο άοπλο πλήθος, απαγάγει ανθρώπους έξω απ’ τα σπίτια τους και τους κρατάει για ώρες χωρίς κατηγορία, φορτώνει ψεύτικα στοιχεία σε συλληφθέντες ώστε η σύλληψή τους να οδηγήσει σε καταδίκη, πραγματοποιεί σε λίγες ώρες εκατοντάδες παράνομες προσαγωγές, εισβάλλει σε γραφεία νόμιμων οργανώσεων όπου καταστρέφει, πλιατσικολογεί, χτυπάει βάναυσα όσους βρίσκονται εκεί, χτυπάει ηλικιωμένους, ανηλίκους, ακόμη και τραυματίες που μόλις έχουν βγει απ’ το νοσοκομείο. Όπως άκουσα να λένε χαρακτηριστικά, σ’ αυτή τη χώρα αρκεί κάποιος να έχει “περίεργη” εμφάνιση ή να αντιμιλήσει σε κάποιον αστυνομικό ή ακόμα και να βρεθεί στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, για να βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές συνέπειες. Το ότι πάνω απ’ τους μισούς αστυνομικούς αυτής της άγνωστης χώρας είναι ψηφοφόροι ενός ανοιχτά ναζιστικού κόμματος, δεν αποτελεί έκπληξη. Αυτό το κόμμα στην πραγματικότητα είναι συμμορία, αφού τα μέλη του είναι μαχαιροβγάλτες και μπράβοι του υποκόσμου. Δολοφονούν, μαχαιρώνουν και ξυλοκοπούν ανενόχλητα μετανάστες, αριστερούς, ομοφυλόφιλους και άλλες κοινωνικές ομάδες. Είναι τέτοια η σύμπνοια αυτής της ναζιστικής συμμορίας με την αστυνομία, που όταν γίνονται ρατσιστικές επιθέσεις, η αστυνομία αντί για τους θύτες συλλαμβάνει τα θύματα. Κάθε χούντα χρειάζεται πολλούς αστυνομικούς για να τρομοκρατεί τον λαό και να διατηρεί την εξουσία. Η τραπεζική χούντα που κυβερνά αυτή τη χώρα δεν θα μπορούσε να διαφέρει. Οι αστυνομικοί σ’ αυτή τη χώρα είναι πάρα πολλοί και βρίσκονται παντού. Ακόμη και σε χειρουργεία την ώρα που χειρουργούνται κρατούμενοι. Δεν αρκούνται όμως στο να βεβηλώνουν τον χώρο με την παρουσία τους, αλλά χλευάζουν, παρενοχλούν και φωτογραφίζουν τους ασθενείς. Οι γιατροί αν αντιδράσουν έρχονται αντιμέτωποι με ύβρεις και απειλές. Οι αναρίθμητοι αστυνομικοί που εμπλέκονται σε κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών και μαστροπείας, είναι κάτι χαρακτηριστικό για το πόσο διεφθαρμένη είναι η αστυνομία αυτής της χώρας.

“Μα καλά δεν υπάρχει δικαιοσύνη σ’ αυτή τη χώρα;” ρώτησα όταν τα άκουσα όλα αυτά. Φυσικά δεν είχα αυταπάτες. Ήξερα ότι σκοπός της δικαιοσύνης είναι να υπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, ωστόσο φροντίζει να τηρεί κάποια προσχήματα, για να δίνει την εντύπωση ότι είναι αμερόληπτη και ανεξάρτητη και ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο. Απ’ ό,τι έμαθα, σ’ αυτή τη χώρα οι δικαστές δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα. Κρίνουν τις απεργίες παράνομες, προφυλακίζουν χωρίς κανένα στοιχείο ανθρώπους που έχουν συλληφθεί σε διαδηλώσεις, κλείνουν προκλητικά τα μάτια στην αστυνομική και ναζιστική βία, δεν διστάζουν να φορτώσουν τον μισό ποινικό κώδικα σε ανθρώπους που απλώς διαμαρτύρονται για την αστυνομική βία. Οι ιστορίες που άκουσα μοιάζουν απίστευτες, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινές. Άνθρωποι που έχουν πυροβοληθεί πισώπλατα έχουν κατηγορηθεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας, νέα παιδιά που νοσηλεύονται σακατεμένα στο ξύλο από αστυνομικούς, προφυλακίζονται χωρίς στοιχεία, ενώ οι θύτες μένουν στο απυρόβλητο, άνθρωποι που διαμαρτυρήθηκαν όταν είδαν αστυνομικούς να ξυλοκοπούν κάποιον συλληφθέντα, βρέθηκαν στα καλά καθούμενα να κατηγορούνται για απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένου και συνέργεια σε ληστεία.. Τέτοιο θράσος έχουν οι δικαστές αυτής της χώρας. Αυτό που δεν έχουν είναι ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και φιλότιμο. Κάτι ακόμη χαρακτηριστικό για το ήθος τους είναι ότι όταν οι πολίτες εκφράζουν τη δίκαιη αγανάκτησή τους εναντίον των δοσίλογων πολιτικών, διώκονται για προσβολή θεσμών, συμβόλων και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, όταν όμως οι δοσίλογοι βρίζουν χυδαία τον λαό και του φορτώνουν την ευθύνη για τα εγκλήματά τους, δεν βρίσκεται ούτε ένας δικαστής να τιμήσει τον ρόλο του.

Σκέφτηκα σοβαρά όλα αυτά που άκουσα. Πράγματα απίστευτα, παράξενα, εξοργιστικά και απ’ την άλλη τόσο οικεία. Διαπίστωσα ότι τελικά αυτή η χώρα ίσως να μην είναι τόσο μακρινή.

Σαράντα βαθμοί υπό σκιά

Ζωή βασανισμένη. Εφιάλτης. Ένας εφιάλτης ζωντανός απ’ τον οποίο δεν μπορείς να ξυπνήσεις. Γιατί ξέρεις ότι, αν ξυπνήσεις, την ίδια στιγμή θα πάψεις να ζεις. Εξήντα πέντε χρόνια να ανεβαίνεις μια ανηφόρα, κι όταν φτάσεις στο τέρμα, να σου δίνουν μια κλωτσιά για να πέσεις στον γκρεμό.

Αύγουστος σε μια πόλη που βράζει. Έδιωξε με το χέρι τις μύγες πάνω απ’ τα κουλούρια και πέταξε μια βρισιά στο περιστέρι που πλησίαζε τον πάγκο. Τα περιστέρια δεν τα φοβόταν. Ήσυχα πουλιά, δεν θέλουν το κακό σου. Έτρεμε μόνο τους γύπες και τα κοράκια που έχουν ανθρώπινη μορφή. Κάπου όμως έπρεπε να ξεσπάσει. Και προτίμησε το περιστέρι που δεν μπορεί να ανταποδώσει.

Παλιότερα γύριζε τις κοντινές παραλίες φορτωμένος με την πραμάτεια του και το βάρος μιας ατέλειωτης ταλαιπωρίας. Δεκάδες χιλιόμετρα πάνω στην άμμο για ένα ετοιμόρροπο στενό δωμάτιο κι ένα πιάτο φαγητό. Τα τελευταία χρόνια δεν τον κρατούσαν τα πόδια του. Έμενε τα καλοκαίρια στην Αθήνα και προσπαθούσε να πουλήσει κουλούρια σε μια έρημη πόλη. Δεν την άντεχε αυτή την ερημιά. Του θύμιζε τη ζωή του. Τον χειμώνα χανόταν μέσα στο πλήθος. Η μοναξιά του περνούσε απαρατήρητη. Σκεφτόταν ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι πιο δυστυχισμένοι απ’ αυτόν. Έβλεπε τη δυστυχία στα μάτια τους κι ένιωθε λιγότερο έρημος. Τον πονούσε λιγότερο που αν πέθαινε δεν θα έλειπε σε κανέναν, ούτε καν στα περιστέρια.

Δεν ήταν όμως μόνο η ερημιά της πόλης που έκανε τα καλοκαίρια αφόρητα. Ήταν κι αυτή η φριχτή ζέστη. Είχε πειστεί πλέον πως η κόλαση βρίσκεται σ’ αυτή τη ζωή και πως οι κολασμένοι είναι όσοι μένουν το καλοκαίρι στην πόλη. Ποτέ δεν ζήτησε πολλά απ’ τη ζωή, αλλά τελικά δεν κατάφερε να αποκτήσει ούτε αυτά τα λίγα που ήθελε. Στα στερνά του είχε παραιτηθεί από κάθε αξίωση. Μόνο κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο έκλεινε για λίγα λεπτά τα μάτια κι έβλεπε κάθε φορά το ίδιο όνειρο. Τα όνειρα τα έβλεπε ξύπνιος, όπως ξύπνιος ζούσε και τον εφιάλτη. Ένας όμορφος μικρός κήπος. Με λίγα λουλούδια, δυο ελιές, έναν φοίνικα, μια κληματαριά. Να κάθεται στη σκιά των δέντρων και να διώχνει απ’ το μυαλό του όλες τις άσχημες σκέψεις. Να συγχωρεί όσους τον πρόδωσαν. Να μη ζηλεύει όσους έχουν αυτά που ήθελε να αποκτήσει. Να μη σκέφτεται τίποτα. Να γαληνεύει. Πότε πότε να έρχονται ένας δυο φίλοι να πίνουν ένα ποτήρι κρασί. Το όνειρο τέλειωνε απότομα. Ξανάνοιγε τα μάτια κι έπεφτε στο κρεβάτι. Μετά από μερικές ώρες -τις μισές στριφογύριζε με τα μάτια ανοιχτά και την καρδιά σφιγμένη- σηκωνόταν κι ο εφιάλτης ξαναζωντάνευε. Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή, η ίδια διαδικασία, η ίδια ταλαιπωρία. Κάθε μέρα η ίδια περιφρόνηση, η ίδια αδιαφορία. Κάθε μέρα η ίδια νοσταλγία για αυτά που δεν του χάρισε η ζωή. Όλα αυτά γίνονταν ακόμα πιο ανυπόφορα κάτω απ’ τους σαράντα βαθμούς του καλοκαιριού.

Σκούπισε τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του κι αναστέναξε σιγά. Έφερε το χέρι στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς. Ένας περαστικός κοντοστάθηκε.

-Είστε καλά;

Όχι, δεν ήταν καλά. Πόσο μπορεί να αντέξει μια καρδιά που βασανίζεται επί εξήντα πέντε χρόνια; Καμιά φορά τα όνειρα που βλέπουμε στον ξύπνιο μας γίνονται πραγματικότητα, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο.

Τώρα ξεκουράζεται σε έναν κήπο σαν κι αυτόν που ονειρευόταν. Είναι κάπως μοναχικά, αλλά η μοναξιά τον συντρόφευε σε όλη του τη ζωή και την είχε συνηθίσει. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη. Δεν βρέθηκαν συγγενείς. Ένας υπάλληλος του νεκροταφείου συγκινήθηκε απ’ την εγκατάλειψη που αντίκρισε. Σκέφτηκε ότι μπορεί κι αυτός κάποτε να βρεθεί στη θέση του. Του ανάβει το καντήλι κι αφήνει καμιά φορά πάνω στον τάφο του λίγα λουλούδια κι ένα πράσινο κλωνάρι ελιάς. Το πράσινο είναι για κάποιους το χρώμα της γαλήνης.

Για την υπεράσπιση της μνήμης

Κάποιοι σ’ αυτή τη χώρα ξεχνούν πολύ εύκολα. Ας θυμηθούν λοιπόν πως οι πρόγονοί τους ήρθαν πριν σχεδόν έναν αιώνα πρόσφυγες στην Ελλάδα ξεριζωμένοι απ’ τον τόπο τους. Ας θυμηθούν ότι οι πρόσφυγες πρόγονοί τους αποκαλούνταν απ’ τους μισάνθρωπους της εποχής τουρκόσποροι, όπως οι σημερινοί πρόσφυγες αποκαλούνται απ’ αυτούς λαθρομετανάστες. Ας θυμηθούν ότι οι γονείς τους πριν μερικές δεκαετίες πάλευαν για μια καλύτερη ζωή στη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αυστραλία και τον Καναδά. Ας θυμηθούν όταν τον Δεκαπενταύγουστο θα σταυροκοπιούνται στις εκκλησίες ότι ο Χριστός δίδαξε την αγάπη και την αλληλεγγύη. Ας θυμηθούν όταν νοσταλγούν συγκινημένοι την Ολυμπιάδα του 2004, τους μετανάστες εργάτες που έχασαν τη ζωή τους στα ολυμπιακά κάτεργα. Ας θυμηθούν τους χιλιάδες Έλληνες που αναζήτησαν καλύτερη τύχη στο εξωτερικό στην εποχή του μνημονίου που ζούμε. Ας θυμηθούν, όταν αγορεύουν στα καφενεία για την αρχαία Ελλάδα, τον Ξένιο Δία.

Ας καταλάβουν, δεν είναι δα και τόσο δύσκολο, ότι αυτοί που πετσοκόβουν μισθούς και συντάξεις δεν είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Ας θυμηθούν όταν υπερασπίζονται την ευρωπαϊκή τους ταυτότητα, ότι τα καραβάνια των προσφύγων είναι αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής (και όχι μόνο) πολιτικής. Ας μάθουν ότι υπάρχει κάτι που λέγεται ένστικτο επιβίωσης και όταν κάποιος φεύγει απ’ τη χώρα του για να σωθεί απ’ τον πόλεμο, το τελευταίο πράγμα που τον ενδιαφέρει είναι αν έχει ταξιδιωτικά έγγραφα. Ας μάθουν επιτέλους ότι οι άνθρωποι δεν είναι εμπορεύματα για να χωρίζονται σε λαθραίους και νόμιμους. Ας μάθουν επίσης πως όταν ακούν κάτι στις ειδήσεις το πιθανότερο είναι να πρόκειται για ψέμα, αφού τα συστημικά Μ.Μ.Ε. δεν είναι τίποτα άλλο παρά φερέφωνα των ιδιοκτητών τους.

Δυστυχώς όμως κάποιοι δεν είναι μόνο αμνήμονες, αλλά μαυρόψυχοι χωρίς ίχνος ανθρωπιάς. Γιατί για να ξεφύγουν οι ίδιοι απ’ τη μιζέρια τους χρειάζονται το αίμα των προσφύγων. Μόνο που δεν τους φτάνουν οι χιλιάδες νεκροί πρόσφυγες των τελευταίων χρόνων στις ακτές της Μεσογείου, αλλά θέλουν κι άλλους νεκρούς. Και δεν συγκινούνται ούτε απ’ την εικόνα των πεινασμένων παιδιών, ούτε ακόμα κι αν δουν αυτά τα παιδιά νεκρά. Εκτός απ’ όλα αυτά η όρασή τους είναι επιλεκτική. Ποτέ δεν είδαν το μαχαίρι στο χέρι του φασίστα, το γκλομπ στο χέρι του ματατζή, την καραμπίνα στα χέρια του επιστάτη και του αφεντικού. Μόνο που όποιος δεν βλέπει το μαχαίρι στο χέρι του φασίστα κινδυνεύει να το νιώσει μια μέρα καρφωμένο στην πλάτη του.

Τα μεσημέρια του Αυγούστου

Τα μεσημέρια του Αυγούστου ποτέ δεν κοιμόταν. Κατέβαινε στην παραλία κι αφού άφηνε τα πράγματά της σε μια ήσυχη γωνιά, έμπαινε στη θάλασσα. Κολυμπούσε μέχρι να φτάσει στα βαθιά. Όσο βαθιά χρειαζόταν ώστε να είναι μόνη. Τότε άρχιζε τα παράπονα. Για τη ζωή της που χαραμίστηκε, για τα ταξίδια που δεν έκανε και για τον γιο της που τον έχασε πριν προλάβει να τον δει να μεγαλώνει. Άρχιζε να κλαίει και τα κύματα σαν ένα στοργικό χέρι έπαιρναν τα δάκρυά της μακριά. Τα μάτια της κοκκίνιζαν απ’ το κλάμα και το θαλασσινό νερό. Ύστερα η θάλασσα ηρεμούσε και ηρεμούσε κι εκείνη. Η αναπνοή της ξανάβρισκε τον ρυθμό της και τα μάτια της συνέρχονταν απ’ το κλάμα. Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσουν τα πνευμόνια της θαλασσινό αέρα και η καρδιά της πλημμύριζε από ευγνωμοσύνη για τη θάλασσα που της στεκόταν σαν μάνα. Ύστερα έβγαινε στην ακτή κι επέστρεφε στο άδειο σπίτι της. Ωστόσο η ηρεμία δεν κρατούσε πολύ. Ένιωθε το σπίτι να στενεύει και τους τοίχους να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο έτοιμοι να την συνθλίψουν. Είχε τόσα να πει, θα μπορούσε να μιλάει ώρες ατέλειωτες, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Γιατί σε κανέναν άλλο δεν μιλούσε. Ήταν εκείνα τα κοινότοπα λόγια παρηγοριάς που κανείς δεν εννοούσε και η δυσφορία που έβλεπε στα μάτια των συνομιλητών της, όσες φορές είχε μιλήσει για τη ζωή της, που την έκαναν πλέον να σιωπά μπροστά στους ανθρώπους. Τα βράδια έπεφτε αργά για ύπνο και μέχρι να ξημερώσει πάλευε με τα σκεπάσματα.

Όταν πνιγόταν και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, σκεφτόταν τη θάλασσα που τόσα χρόνια την άκουγε με υπομονή και την παρηγορούσε. Όταν θα έφτανε η ώρα να αφήσει πίσω της τον κόσμο μας, η θάλασσα θα ήταν εκεί κοντά της. Θα κοιμόταν στην αγκαλιά της. Θα παραδινόταν σε έναν ύπνο βαθύ, ήρεμο κι αιώνιο. Και ύστερα θα την έπαιρνε η θάλασσα να την ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου. Θα ήταν ένα ζεστό αυγουστιάτικο μεσημέρι με λαμπερό ήλιο. Το καλοκαίρι πέρασε. Ήρθε ο χειμώνας, πέρασε κι αυτός και μετά ήρθε κι άλλο καλοκαίρι Μέσα της υπήρχαν αυτά που τη βασάνιζαν και η θάλασσα που θα την ταξίδευε μακριά τους.

Ένα αυγουστιάτικο πρωί ένιωσε ότι είχε έρθει πια η ώρα. Όταν έφτασε το μεσημέρι, ήταν όπως το είχε ονειρευτεί. Ζεστό και ήσυχο, με έναν λαμπερό ήλιο να σκορπάει το φως του. Κατέβηκε στην παραλία, μπήκε στη θάλασσα κι ανοίχτηκε στα βαθιά. Τόσο βαθιά, ώστε να είναι μόνη με τη θάλασσα. Αυτή τη φορά δεν έκανε παράπονα, ούτε έκλαψε. Μόνο περίμενε να έρθει ο ύπνος. Βαθύς, ήρεμος κι αιώνιος. Και ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Τότε άρχισε να ταξιδεύει. Στην άκρη του κόσμου δεν πρόλαβε να φτάσει. Τη βρήκαν την επόμενη μέρα να επιπλέει στα ανοιχτά. Στα χείλη της μπορούσε κανείς να διακρίνει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Η όψη της ήταν ήρεμη και γαλήνια. Ήταν η όψη που έχουν οι άνθρωποι όταν αφήνουν πίσω όλα αυτά που τους βασανίζουν και ταξιδεύουν.