Στη σκιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου

Σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα υπήρχε φτώχεια. Εν όψει των γιορτών όλοι οι άνθρωποι θα είχαν στη διάθεσή τους ένα σεβαστό ποσό για δώρα, ταξίδια, εξόδους, γλυκά, ρούχα, χριστουγεννιάτικα δέντρα και στολίδια. Σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα υπήρχε μοναξιά. Όλοι οι άνθρωποι θα γιόρταζαν μαζί με αγαπημένα πρόσωπα, συγγενείς και φίλους. Επίσης σε έναν ιδανικό κόσμο ο θάνατος και η αρρώστια θα τηρούσαν κάποιου είδους εκεχειρία και δεν θα εμφανίζονταν σαν απρόσκλητος και ανεπιθύμητος επισκέπτης σε κανένα σπίτι κατά τις γιορτινές μέρες.

Ο κόσμος που ζούμε όμως είναι κάθε άλλο παρά ιδανικός. Υπάρχουν άνθρωποι που κατά τη διάρκεια των γιορτών στερούνται ακόμα και τα στοιχειώδη. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτές τις χαρούμενες, για τους άλλους, μέρες τις περνούν μέσα στην απέραντη μοναξιά και τη θλίψη. Και ως γνωστόν ο θάνατος και η αρρώστια δεν κάνουν διακρίσεις, ούτε τηρούν κάποιο πρωτόκολλο και μπορούν να μετατρέψουν και την πιο λαμπρή γιορτή σε εφιάλτη. Τα στολίδια, τα φώτα, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που ακούμε νυχθημερόν απ’ το ραδιόφωνο, τα εορταστικά τηλεοπτικά προγράμματα και οι προσφορές των πολυκαταστημάτων δεν μπορούν να λύσουν προβλήματα. Σε έναν κόσμο γεμάτο με ανισότητες και αντιφάσεις κάτι που σε κάποιους δίνει χαρά, για κάποιους άλλους είναι απόγνωση και πόνος.

Πέρα απ’ τα αναμμένα τζάκια, τις φωταγωγημένες πλατείες, τα πλούσια τραπέζια, τις ευχές και τα πυροτεχνήματα υπάρχει ένας κόσμος που δεν γιορτάζει ποτέ. Όσο κι αν είναι εκτός κλίματος, το κρύο, το σκοτάδι, η μοναξιά, η ανέχεια, η δυστυχία επιμένουν να υπάρχουν παρά τις γιορτές. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο υπάρχουν άνθρωποι που επειδή βιώνουν όλα αυτά, μισούν τις γιορτές. Δεν το κάνουν επειδή ακολουθούν κάποια μόδα, ούτε γιατί θέλουν να ξεχωρίσουν όπως συνηθίζουν να λένε κάποιοι, αλλά γιατί η αδικία και τα βάσανα δεν γνωρίζουν γιορτές και αργίες.

Advertisements

Επιστροφή στο μέλλον

Σε ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε πριν πολλά χρόνια, ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος πεθαίνει και αφήνει μια παράξενη διαθήκη. Έχει επιλέξει έξι, άγνωστους σ’ αυτόν και μεταξύ τους, ανθρώπους με μοναδικό κριτήριο επιλογής τον τόπο γέννησής τους που είναι το Σικάγο. Οι έξι αυτοί άνθρωποι πρέπει να πάρουν μέρος σε ένα παιχνίδι που θυμίζει τη Μονόπολη. Ο εκτελεστής της διαθήκης ρίχνει ανά τακτά χρονικά διατήματα δυο ζάρια και ανάλογα με τον αριθμό που θα φέρουν, ο εκάστοτε παίκτης πρέπει να ταξιδέψει σε κάποια πολιτεία των Η.Π.Α., που μπορεί να είναι κοντά αλλά μπορεί να είναι και χιλιάδς χιλιόμετρα μακριά. Όποιος παίκτης φτάσει πρώτος στο τέρμα θα κληρονομήσει την αμύθητη περιουσία του εκλιπόντος.

Απ’ την αρχή του παιχνιδιού οι εφημερίδες δημοσιεύουν φωτογραφίες και συνεντεύξεις των παικτών και οι δημοσιογράφοι ψάχνουν μανιωδώς στοιχεία για τις ζωές τους, ενώ δεν λείπουν και οι ιστορίες για αυτούς που είναι προϊόν της φαντασίας των συντακτών τους. Οι παίκτες γίνονται διάσημοι, όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη. Εκατομμύρια άνθρωποι στοιχηματίζουν σημαντικά ποσά υπέρ του ενός ή του άλλου παίκτη, ενώ οι παίκτες εισάγονται στο χρηματιστήριο σαν προϊόντα και οι τιμές των μετοχών τους ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα με τις επιδόσεις τους στο παιχνίδι.

Με τον καιρό οι παίκτες αποκτούν φανατικούς θαυμαστές και στις πόλεις απ’ τις οποίες περνούν, οι αρχές και οι πολίτες τους επιφυλάσουν θερμή υποδοχή. Διοργανώνονται προς τιμήν τους δεξιώσεις και παρατίθενται επίσημα γεύματα. Πολλές φορές γίνονται επίτιμοι δημότες των πόλεων που συμβαίνουν όλα αυτά και τους απονέμονται τιμητικά διάφορα αξιώματα. Όσοι παίκτες παρουσιάζουν κάμψη στις επιδόσεις τους, από κει που γνώριζαν την αποθέωση, αντιμετωπίζουν τη χλεύη και την περιφρόνηση του κόσμου. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού κάποιοι παίκτες περνούν απίστευτες ταλαιπωρίες και θέτουν ακόμα και τη ζωή τους σε κίνδυνο.

Για τους περισσότερους παίκτες το μόνο που μετράει είναι η νίκη και τους συμπαίκτες τους τούς αντιμετωπίζουν σαν μισητούς εχθρούς. Υπάρχουν όμως και δυο παίκτες που δυσανασχετούν μ’ αυτή την παράνοια και ο μόνος λόγος που δέχτηκαν να πάρουν μέρος στο παιχίδι είναι οι πιέσεις του οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος. Οι δυο αυτοί παίκτες είναι ένας νεαρός ζωγράφος και μια νεαρή υπάλληλος πολυκαταστήματος. Και οι δυο τους θεωρούν το παιχνίδι ανόητο και τις διαστάσεις που έχει πάρει υπερβολικές. Πιστεύουν ότι δεν κάνουν κάτι σπουδαίο για να αξίζουν όλο αυτόν τον θαυμασμό και τις τιμές. Δεν αντιμετωπίζουν τους συμπαίκτες τους σαν εχθρούς και στεναχωριούνται με τις δοκιμασίες που περνάνε. Νιώθουν ότι χάνουν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους γιατί έχουν μετατραπεί σε πιόνια. Πιστεύουν ότι στη ζωή υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα απ’ τα πλούτη και τη νίκη σε ένα γελοίο παιχνίδι. Αυτοί οι δυο άνθρωποι είναι οι μοναδικοί που έχουν αντισταθεί στον κοινωνικό κανιβαλισμό που επιβάλλει το παιχνίδι και έχουν διατηρήσει την ανθρωπιά τους.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι «Η μυστηριώδης διαθήκη» του Ιουλίου Βερν και γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Το τέλος δεν θα το αποκαλύψω γιατί δεν έχει σχέση με το παρόν άρθρο. Κατά τη γνώμη μου είναι το πιο προφητικό βιβλίο του. Η σχέση του με ένα μέρος της σημερινής τηλεοπτικής πραγματικότητας είναι ανατριχιαστική. Η μεγαλοφυΐα του συγγραφέα κατάφερε να προβλέψει την παρακμή της τηλεόρασης πριν την εφεύρεσή της.