Πρύμνη

Ήταν ένα από κείνα τα συννεφιασμένα μεσημέρια που ναρκώνουν τις σκέψεις και κάνουν τα βήματα νωχελικά. Μερικές δεκάδες μέτρα μπροστά του ήταν το λιμάνι. Όταν ήταν παιδί ονειρευόταν μια μέρα να γίνει πουλί. Ένα μεσημέρι όταν όλοι κοιμούνταν, θα άνοιγε το παράθυρο, θα έβγαζε φτερά και θα πετούσε. Από ψηλά όσα κρατούσαν την καρδιά του φυλακισμένη θα έμοιαζαν ασήμαντα. Μεγαλώνοντας ξέχασε πολλά απ’ την παιδική του ηλικία, αλλά τα όνειρα ήταν πάντα ζωντανά στη μνήμη του. Τα θυμόταν το ίδιο φυσικά όπως θυμάται κανείς το όνομά του. Όταν έγινε είκοσι χρονών του χάρισαν ένα βιβλίο με ποιήματα που μιλούσαν για μεγάλα και μακρινά ταξίδια, άγνωστες χώρες, εξωτικά λιμάνια, ανεξερεύνητες θάλασσες και μυθικά πλάσματα. Όταν ένιωθε ότι πνιγόταν έκλεινε για λίγο τα μάτια και έφερνε στο μυαλό του το παιδικό του όνειρο. Εκείνο που γινόταν πουλί και πετούσε. Έπαιρνε το βιβλίο με τα ποιήματα στεκόταν δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και διάβαζε δυνατά. Τότε έπαιρνε μερικές βαθιές ανάσες και γέμιζαν τα πνευμόνια του οξυγόνο. Τα χρόνια πέρασαν. Τα όνειρα πήραν τη θέση της ζωής και των ανθρώπων. Ζούσε μόνος σε έναν κόσμο φτιαγμένο απ’ τα υλικά των ονείρων. Μπήκε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και αγόρασε ένα εισιτήριο για το επόμενο πλοίο. Ανέβηκε στο καράβι, κατευθύνθηκε στην πρύμνη και βγήκε στο κατάστρωμα. Όταν βγήκαν στα ανοιχτά ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Δίπλα του βρήκαν ένα βιβλίο με ποιήματα. Κάποιοι ονειροπόλοι την ώρα που έφευγε είδαν τη σκιά ενός γλάρου στο κατάστρωμα.

Advertisements

Στο χρώμα της τέφρας

Ήταν, λέει, χειμώνας. Κόντευε μεσημέρι και βρισκόταν στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης. Δίπλα του έβλεπε πεινασμένα παιδιά με κόκκινα μάτια απ’ το κλάμα. Παρακάτω κάποιοι έψαχναν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου άνθρωποι απελπισμένοι πηδούσαν απ’ τα μπαλκόνια. Σε μια γωνιά κάποιοι άλλοι είχαν ανάψει φωτιά για να ζεσταθούν. Μάνες με μωρά στην αγκαλιά παρακαλούσαν για λίγο ψωμί. Από παντού ακούγονταν κραυγές απελπισίας και κατάρες. Προχωρώντας πιο κάτω είδε ένα πολυτελές αυτοκίνητο. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ένας άντρας με ακριβό κοστούμι. Τα μάτια του ήταν άδεια. Παρακολοθούσε αυτά που συνέβαιναν γύρω του με ένα σαδιστικό χαμόγελο. Όταν μια οργισμένη ομάδα ανθρώπων αντιλήφθηκε την παρουσία του κι όρμησε κατά πάνω του, ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα και το αυτοκίνητο χάθηκε πίσω από ένα σύννεφο σκόνης. Έξω από ένα κτίριο, στα σκαλιά, καθόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Ήταν σκυφτός. Σε μια στιγμή σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε στα μάτια και ψέλλισε κάτι ακατανόητο. Στο βλέμμα του συμπύκνωνε όλη τη δυστυχία και όλο τον πόνο που έβλεπε γύρω του.

Ξύπνησε. Έμεινε για λίγα λεπτά στο κρεβάτι κοιτώντας γύρω του. Σηκώθηκε νυσταγμένος. Έφτιαξε καφέ κι άναψε τσιγάρο. Ετοιμάστηκε κι έφυγε βιαστικά. Στο λεωφορείο συνάντησε τους ίδιους ανθρώπους που συναντούσε κάθε μέρα. Ήταν το ίδιο αμίλητοι και το ίδιο σκεφτικοί. Τα χείλη τους ήταν σφιγμένα όπως κάθε μέρα. Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο και προχώρησε με γρήγορα βήματα. Όμως κάτι στη στάση του είχε τραβήξει την προσοχή. Γύρισε και κοίταξε πίσω του. Ήταν ένας άστεγος με μακριά μαλλιά και γένια. Όταν κοίταξε προσεκτικά τα μάτια του, θυμήθηκε τον εφιάλτη της προηγούμενης νύχτας. Στη δουλειά όλοι μιλούσαν για την επίθεση εναντίον του υπουργείου. “Γεια στα χέρια τους” και τέτοια. Και όλο χαμόγελα. Παρακολουθούσε τη συζήτηση σιωπηλός. Το απόγευμα όταν σχόλασε, βλέποντας τον συνωστισμό που υπήρχε στη στάση, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι με τα πόδια.

Σε κάθε βήμα του διαπίστωνε πως όλα αυτά που είχε δει στον ύπνο του δεν απείχαν καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Όσο προχωρούσε, τόσο ο εφιάλτης ζωντάνευε. Άκουγε ιστορίες για απολύσεις και εξώσεις, για μετανάστευση, για σπίτια χωρίς ρεύμα και θέρμανση. Και όλοι αναζητούσαν μια ριζική λύση. Στα καφενεία και στα πηγαδάκια μιλούσαν για κρεμάλες και όπλα. Τα πρωτοσέλιδα των περισσότερων εφημερίδων έγραφαν για τις επιτυχίες της κυβέρνησης και την ανάπτυξη που θα έρθει. Ήταν άνοιξη. Τουλάχιστον σύμφωνα με το ημερολόγιο. Οι μέρες ήταν ηλιόλουστες και ζεστές, ωστόσο όλα γύρω του θύμιζαν χειμώνα. Τον χειμώνα που έβλεπε στον ύπνο του. Η πραγματικότητα έμοιαζε με σκηνικό θεάτρου στο χρώμα της τέφρας. Παντού σφιγμένα χείλη, πνιγμένα δάκυα και οι επιγραφές των ενεχυροδανειστηρίων να αναβοσβήνουν. Απ’ το βάθος ακουγόταν η σειρήνα ενός περιπολικού. Κι όμως, αν σήκωνε κανείς το κεφάλι, μπορούσε να δει ένα χελιδόνι που πετούσε προς τη φωλιά του.

Εκεί που σταματάει η λογική

Ας υποθέσουμε ότι ξυπνάτε μια μέρα και βρίσκεστε σε έναν παράξενο κόσμο που η κοινή λογική δεν έχει καμία θέση. Σε αυτό τον κόσμο συμβαίνουν παράλογα και εξωφρενικά πράγματα τα οποία σχεδόν όλοι αποδέχονται ως απόλυτα φυσιολογικά. Η μέρα σας ξεκινάει λοιπόν και βγαίνετε απ’ το σπίτι σας. Στον δρόμο σας σταματάει ένας άγνωστος για να σας ζητήσει πληροφορίες για κάποιο θέμα, μιλώντας σας με ένα επιτακτικό ύφος σαν να απευθύνεται σε υπηρέτη του. Εσείς παραβλέπετε το θράσος και την αγένειά του και δείχνοντας καλή διάθεση προσπαθείτε να τον βοήθησετε. Tότε αυτός χωρίς να πει έστω ένα ευχαριστώ συνεχίζει να σας βομβαρδίζει με ερωτήσεις, επιπλήττοντάς σας γιατί δεν του δώσατε ακριβώς τις πληροφορίες που ζήτησε και πουλώντας σας ειρωνεία. Αυτό διαρκεί μέχρι να αποφασίσετε να συνεχίσετε τον δρόμο σας και ο άγνωστος να σταματήσει κάποιον άλλο περαστικό. Σταματάτε σε ένα περίπτερο και ρίχνετε μια ματιά στις εφημερίδες. Οι τίτλοι των περισσότερων απ’ αυτές είναι ανορθόγραφοι, χωρίς σημεία στίξης, γεμάτοι συντακτικά, εκφραστικά και γραμματικά λάθη. Αγοράζετε μια εφημερίδα και ξεφυλλίζοντάς την διαπιστώνετε με έκπληξη ότι στη στήλη με τις επιστολές των αναγνωστών υπάρχουν επιστολές που απαντούν σε άρθρα τα οποία δημοσιεύτηκαν πριν δέκα ή περισσότερα χρόνια. Πολλές απ’ αυτές είναι υβριστικές και ανυπόγραφες. Στις άλλες σελίδες βλέπετε άρθρα τα περισσότερα απ’ τα οποία είναι αναδημοσιευμένα από άλλες εφημερίδες.

Στη συνέχεια χαιρετάτε κάποιους γνωστούς σας που συναντάτε. Εκείνοι συνεχίζουν να προχωρούν χωρίς να σας απαντήσουν. Προσπαθώντας να εξηγήσετε αυτή την ανοίκεια συμπεριφορά τους, θυμάστε ότι κάποτε σας είχαν πει πως όταν τους χαιρετούν στον δρόμο δεν απαντάνε ποτέ γιατί δεν έχουν χρόνο. Κάθεστε σε ένα καφενείο να πιείτε έναν καφέ. Δυο θαμώνες εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους αρχίζουν να καυγαδίζουν για κάποια ασήμαντη αφορμή. Σιγά σιγά τα πνεύματα οξύνονται και ανταλλάσσουν απίστευτες ύβρεις. Όταν πια έχουν ξεπεράσει κάθε όριο αθλιότητας βρίζοντας μάνες και νεκρούς αναρωτιέστε τι είδους ελεεινό χαμαιτυπείο είναι αυτό το καφενείο που κάνατε το λάθος να καθίσετε. Οι υπόλοιποι θαμώνες συνεχίζουν ατάραχοι να πίνουν τον καφέ τους βρίσκοντας αυτό που συμβαίνει απόλυτα φυσιολογικό. Όταν ζητάτε απ’ τον καφετζή να τους πετάξει έξω ή έστω να τους κάνει να σωπάσουν, σας απαντάει ότι στο καφενείο του υπάρχει ελευθερία λόγου που σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Κάποια στιγμή τα πνεύματα ηρεμούν. Βρίσκετε και μερικούς γνωστούς σας και πιάνετε τη συζήτηση. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης σκέφτεστε ότι οι άνθρωποι με τους οποίους μιλάτε όπως σχεδόν όλοι οι γνωστοί και οι φίλοι σας χρησιμοποιούν ψευδώνυμα, ενώ κρατάνε καλά κρυμμένο το πραγματικό τους όνομα σαν να πρόκειται για επτασφράγιστο μυστικό που αν το αποκαλύψουν θα κινδυνεύσει η ζωή τους. Κάποιοι δε απ’ αυτούς μιλούν επίτηδες δυσνόητα τραυλίζοντας και ψευδίζοντας, ενώ μπορούν να μιλήσουν κανονικά, με το πρόσχημα ότι έτσι τους βολεύει.

Αφού πιείτε τον καφέ σας φεύγετε απ’ το καφενείο και μπαίνετε στο απέναντι βιβλιοπωλείο. Καθώς περιηγείστε ανάμεσα στους πάγκους βλέπετε κάποια βιβλία που σας φαίνονται ενδιαφέροντα. Όταν προσπαθήσετε να τα ξεφυλλίσετε διαπιστώνετε ότι τα εξώφυλλά τους είναι φορτωμένα με ένα σωρό μπιχλιμπίδια που τα κάνουν πολύ βαριά. Μετά από λίγη ώρα αποφασίζετε ότι χρειάζεται πολύ μεγάλη προσπάθεια να ανοίξετε αυτά τα βιβλία και ότι δεν αξίζει ο κόπος. Αφού έχετε εκνευριστεί αρκετά φεύγετε. Ο επόμενος σταθμός σας είναι ένα σούπερ μάρκετ. Εκεί μπαίνουν διάφοροι άνθρωποι και ρωτούν τα πιο απίθανα πράγματα. Τις ερωτήσεις για θέματα υγείας διαδέχονται οι ερωτήσεις νομικής φύσης, ενώ δεν λείπουν οι εξομολογήσεις και η έκκληση για βοήθεια σε προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα.

Έχει φτάσει η ώρα πια να επιστρέψετε στο σπίτι σας. Στον δρόμο κάποιοι σας βρίζουν εντελώς αναίτια και πάντα από απόσταση ασφαλείας. Είτε γιατί θέλουν να ξεσπάσουν και είστε ο εύκολος στόχος, είτε γιατί παρεξήγησαν κάτι που είπατε. Όταν φτάνετε στο σπίτι σας βλέπετε κάποια γράμματα πεταμένα έξω απ’ το γραμματοκιβώτιο και αναρωτιέστε τι συμβαίνει. Ανοίγοντας το γραμματοκιώτιο διαπιστώνετε ότι κάποιος σας έχει στείλει ένα γράμμα σε έναν τεράστιο φάκελο με αποτέλεσμα να πιάσει όλο τον χώρο και τα υπόλοιπα γράμματα να μην χωρούν. Μπαίνετε στο σπίτι, κάθεστε στον καναπέ και αναλογίζεστε όσα παράλογα ζήσατε κατά τη διάρκεια της μέρας. Προσπαθείτε να τα εξηγήσετε αλλά είναι μάταιο. Μετά από λίγο σκέφτεστε όσα θετικά σας έχει δώσει αυτός ο κόσμος: τη βοήθεια που πήρατε από ανθρώπους που δεν σας γνώριζαν καν, τα ενδιαφέροντα πράγματα που μάθατε, τους ενδιαφέροντες ανθρώπους που γνωρίσατε. Αυτός ο τόσο παράξενος κόσμος υπάρχει. Αν θέλετε να τον γνωρίσετε δεν έχετε παρά να ανοίξετε τον υπολογιστή σας.

Διατεταγμένη υπηρεσία

-Υπάρχει Θεός; Σε ρωτάω. Δεν μιλάς, ε; Εγώ σου λέω ότι υπάρχει. Αλλά αφού υπάρχει, γιατί με αφήνει να βασανίζομαι; Να προσπαθώ να κάνω άνθρωπο ένα ρεμάλι σαν κι εσένα;

Η πόρτα ανοίγει και ξανακλείνει απότομα.

-Γιατί άργησες; Σου έχω πει να μη μ’ αφήνεις μόνο μου μ΄αυτόν. Αγριεύομαι.

Τα εργοστάσια συνεχίζουν να παράγουν προϊόντα. Τα σχολεία συνεχίζουν να παράγουν γνώση. Το κράτος συνεχίζει να παράγει νόμους για περισσότερη ησυχία, περισσότερη τάξη, περισσότερη ασφάλεια.

-Πάντα φοβόμουν αυτούς που δεν μιλάνε. Δεν μπορείς να καταλάβεις πώς σκέφτονται. Τι σκέφτονται. Τι να περιμένεις απ’ αυτούς. Ας λένε ότι η σιωπή είναι χρυσός. Για μένα είναι τρόμος.

Σταματάει μπροστά σε ένα πολυώροφο κτίριο και χτυπάει το κουδούνι που γράφει «Δικηγορικό γραφείο». Ανοίγει την πόρτα κι ανεβαίνει στον τρίτο. Η γραμματέας στέκεται όρθια στην αίθουσα αναμονής

-Περάστε, σας περιμένει.

Κάθεται σε μια καρέκλα και κουνάει το πόδι νευρικά.

-Δεν μ’ αφήσανε να τον δω.

-Ούτε εμένα. Έκανα διάβημα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά κάνουν πως δεν ακούνε. Η μόνη λύση είναι να δώσουμε δημοσιότητα στην υπόθεση. Να απευθυνθούμε στην κοινή γνώμη. Κι εδώ και στο εξωτερικό.

Χαμηλόφωνες συζητήσεις. Συνωμοτικά βλέμματα. Συνθηματικά χτυπήματα. Μετά σιωπή.

-Να δεις που αυτός δεν πρόκειται να μιλήσει. Έχουμε δοκιμάσει τα πάντα. Όλοι λυγίζουν αργά ή γρήγορα. Όλοι έχουν το ευαίσθητο σημείο τους. Μ’ αυτόν είναι σαν να χτυπάς έναν τοίχο.

Τρεις νεαροί στέκονται σε κεντρική πλατεία. Καπνίζουν νευρικά. Κατεβαίνουν στον δρόμο. Προχωράνε συντεταγμένα, με γρήγορο βήμα. Φωνάζουν συνθήματα: «Θάνατος στον φασισμό», «Ελευθερία» και χάνονται στα στενά. Ακούγονται πυροβολισμοί.

-Κοίτα τον ύφος. Εντελώς ανέκφραστος. Τι παριστάνει; Μίλα. Πες κάτι. Φώναξε. Βρίσε με. Δεν αντέχω αυτή τη σιωπή. Με τρελαίνει.

Αίθουσα Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δίνει συνέντευξη σε ξένους δημοσιογράφους.

-Κύριε Υπουργέ, υπάρχουν καταγγελίες για βασανιστήρια. Τι απαντάτε;

-Όλα αυτά είναι ανυπόστατα. Κανείς δεν βασανίστηκε. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι απολύτως σεβαστά.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας. Δείχνουν αποφασισμένοι. Η διαταγή είναι σαφής: μηδενική ανοχή. Οι σφαίρες κατευθύνονται προς την καρδιά του συγκεντρωμένου πλήθους. Μία απ’ αυτές βρίσκει μια φοιτήτρια στο κεφάλι.

-Αυτός είναι παγωμένος. Δεν αναπνέει. Δεν έχει σφυγμό. Είναι νεκρός. Φώναξε τον γιατρό.

Τα εργοστάσια συνεχίζουν να παράγουν προϊόντα. Τα σχολεία συνεχίζουν να παράγουν γνώση. Το κράτος συνεχίζει να παράγει νεκρούς. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό θανάτου ο θάνατός του οφείλεται σε παθολογικά αίτια.

Η ρίζα στο χώμα

Σκούπισε τα δάκρυα απ’ τα μάγουλά του και ψέλλισε ότι ο αέρας πάντα έκανε τα μάτια του να δακρύζουν, γιατί ντρεπόταν που έκλαιγε. Κάθε φορά που θυμόταν την πατρίδα του έκλαιγε. Οι άνθρωποι είναι καταραμένοι να έχουν μνήμη. Να κουβαλούν για πάντα μέσα τους όσα τους αγγίζουν. Έτσι πονούν για αυτά που χάνουν. Έτσι δένονται με τον τόπο τους. Οι άνθρωποι αγαπάνε την πατρίδα τους. Γράφουν τραγούδια για να υμνήσουν τις ομορφιές της. Κάποτε είχε κι αυτός πατρίδα, όμως τον διώξανε απ’ αυτήν. Εκατομμύρια ανθρώπινες τραγωδίες κρυμμένες πίσω από ημερομηνίες μαχών και συνθήκες. Πριν φύγει απ’ την πατρίδα του, πήρε μαζί του λίγο χώμα σε ένα μαντίλι. Φύτεψε ένα δέντρο και γύρω απ’ τη ρίζα του έριξε το χώμα απ’ την πατρίδα του. Από τότε η πατρίδα του ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης.

Γύρω απ’ το δέντρο μια αυλή. Έξω απ’ την αυλή ο δρόμος. Πιο πέρα η θάλασσα. Σύνορα, έλεγχοι διαβατηρίων. Άνθρωποι που εγκατέλειπαν την πατρίδα τους. Άνθρωποι που γύριζαν στην πατρίδα τους μετά από χρόνια. Άλλοι που σκέφτονταν τη μέρα του γυρισμού στην πατρίδα τους λίγο πριν κοιμηθούν, για να την ονειρευτούν όταν ξυπνήσουν. Όμως η δική του πατρίδα ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης. Ο πρωθυπουργός ζητούσε θυσίες για τη σωτηρία της πατρίδας, όμως η δική του πατρίδα ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης. Κοίταξε τον ουρανό. Ο ήλιος είχε αρχίσει να βασιλεύει. Του άρεσε το ηλιοβασίλεμα στην πατρίδα του, όμως τώρα η πατρίδα του ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης. Σε μερικές ώρες ξημέρωνε Κυριακή. Άλλοτε, στην πατρίδα του, ήταν η χαρά του οι Κυριακές, όμως τώρα η πατρίδα του ήταν πολύ μικρή για να τις χωρέσει. Στο διπλανό σπίτι είχαν γιορτή. Στην πατρίδα του αγαπούσε τις γιορτές, όμως τώρα δεν είχε κανέναν λόγο να γιορτάζει. Απ’ τον δρόμο πέρασε μια παρέα φίλων. Στην πατρίδα του είχε πολλούς φίλους, όμως τώρα ήταν μόνος, γιατί η πατρίδα του ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης. Τα γέλια τους αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά. Στην πατρίδα του γελούσε συχνά, όμως τώρα είχε ξεχάσει να γελάει, γιατί η πατρίδα του ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης.

Ένα απόγευμα, την ώρα που σκούπιζε τα δάκρυα απ’ τα μάγουλά του, η καρδιά του σταμάτησε και τα υγρά του μάτια έκλεισαν για πάντα. Όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, συνήθως τους κηδεύουν στην πατρίδα τους, όμως η δική του πατρίδα ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης. Έτσι τον κήδεψαν στο πλησιέστερο νεκροταφείο. Δημοσία δαπάνη. Η είδηση του θανάτου του δεν έφτασε ποτέ στην πατρίδα του, γιατί η πατρίδα του ήταν μισό τετραγωνικό μέτρο γης.

Μήνυμα σε μπουκάλι

Ξαφνικά ο κόσμος έγινε πολύ μικρός. Ασφυκτιώ. Παλεύω να μιλήσω, αλλά οι λέξεις σαν ναρκωμένες δεν λένε να βγουν απ’ το στόμα μου. Έτσι κι αλλιώς ποιος θα μ’ ακούσει; Κάνω να σηκωθώ και ξαναπέφτω. Μια ζωή. Έχω βρει την πιο σκοτεινή γωνιά και κάθομαι απ’ το απόγευμα και μετράω πληγές. Όλα μπερδεμένα: Μπουκάλια, γέλια, κλάματα, ντροπή. Έξω κάνει κρύο και φυσάει. Ο δρόμος για το σπίτι είναι ατέλειωτος όταν δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου. Τρέμω. Ψάχνω ένα χέρι να με βοηθήσει, αλλά ο κόσμος έγινε πολύ μικρός. Και σε έναν μικρό κόσμο γεννιέσαι και πεθαίνεις μόνος. Στο διάστημα που μεσολαβεί νομίζεις ότι μοιράζεσαι τη ζωή. Αλλά πάλι μόνος είσαι. Τελευταία μια λέξη υπάρχει στο μυαλό μου: Μάνα.

Μια χαραμάδα τρυφερότητας στην κόλαση

Όταν μοιάζει να έχουν ειπωθεί τα πάντα
και οι λέξεις δεν έχουν πια νόημα
έρχεται η σιωπή
Μετά τη σιωπή έρχεται η ποίηση

Η ποίηση είναι πόνος
που μετατράπηκε σε λέξεις
ζυγισμένες με ακρίβεια,
κραυγές πληγωμένων αγριμιών,
το τραγούδι φυλακισμένων πουλιών
και το παράπονο όσων δεν χωράνε στον κόσμο τους,
μια χαραμάδα τρυφερότητας στην κόλαση,
τα δάκρυα που δεν στέγνωσαν ποτέ
η αγάπη της πρώτης μάνας του κόσμου,
η ανάμνηση της παλιάς ευτυχίας
και το φως ενός κεριού
στους αμέτρητους σκοτεινούς αιώνες

Πώς υποδουλώνει κάποιος έναν λαό

Στο παρόν κείμενο παρουσιάζονται συνοπτικά αυτά που μπορεί να κάνει κάποιος προκειμένου να υποδουλώσει έναν λαό. Πρώτα εξαγοράζει τους ηγέτες του. Αν αρνηθούν να εξαγοραστούν τους αντικαθιστά με άλλους που θα ενεργούν σαν πειθήνια όργανά του. Πρόθυμοι υπάρχουν πολλοί. Στη συνέχεια παραμυθιάζει τον λαό ότι επιτέλους θα γίνει μέλος της εκλεκτής οικογένειας των πολιτισμένων λαών, θα κατακτήσει μια αξιοζήλευτη θέση και θα ζήσει μέρες ευημερίας. Αυτό είναι δαπανηρό και χρονοβόρο. Απαιτεί προπαγάνδα, ιδεολογική τρομοκρατία, γεωπολιτικές, οικονομικοπολιτικές και ιστορικές αναλύσεις, υποσχέσεις, επίκληση κινδύνων, συναισθηματικά φορτισμένες ομιλίες που αναφέρονται στην ειρήνη, την ελευθερία, την αληλλεγγύη και την ισότητα που είναι δήθεν θεμελιώδεις αξίες της οικογένειας στην οποία καλείται να γίνει μέλος, καθώς και κάποια χρόνια για να πειστεί ο λαός ότι αυτό είναι το ιστορικό του πεπρωμένο και δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Κατόπιν δίνει στον λαό που θέλει να υποδουλώσει κάποια ψίχουλα ώστε να πιστέψει ότι όσα του υποσχόταν δεν ήταν κούφια λόγια. Το αντάλλαγμα για αυτά τα ψίχουλα είναι ο λαός να σταματήσει να παράγει, ώστε να είναι απόλυτα εξαρτημένος απ’ τις άλλες χώρες. Η παραγωγή όμως, για να μην υπάρξουν μεγάλες αντιδράσεις, δεν μπορεί να σταματήσει απότομα. Αυτό πρέπει να γίνει σταδιακά και να συνοδεύεται από οικονομικές αναλύσεις που να εξηγούν την αναγκαιότητα αυτής της ενέργειας.

Το επόμενο βήμα που πρέπει να κάνει κάποιος για να υποδουλώσει έναν λαό είναι να τον συκοφαντήσει. Αυτό είναι επίσης δαπανηρό και χρονοβόρο και χρειάζεται τη συστράτευση πολλών δυνάμεων, από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες μέχρι διανοούμενους και καλλιτέχνες. Όλοι αυτοί πρέπει να προπαγανδίζουν διαρκώς την άποψη ότι ο λαός που πρόκειται να υποδουλωθεί αποτελείται από ανθρώπους που είναι τεμπέληδες και λιάζονται όλη μέρα περιμένοντας τους άλλους να τους βοηθήσουν. Ότι ζουν εις βάρος των άλλων λαών. Ότι αυτά τα ψίχουλα που πήραν ήταν αμύθητα πλούτη, με τα οποία αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν ζωή χαρισάμενη αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Όλα αυτά πρέπει να λέγονται άλλοτε δημόσια και επίσημα και άλλοτε ανεπίσημα και σε κλειστούς κύκλους και στη συνέχεια να διαρρέονται από δημοσιογράφους. Επειδή όμως όπως είναι φυσικό τέτοιες δηλώσεις προκαλούν αντιδράσεις, όσοι τις κάνουν πρέπει μερικές φορές να τις ανακαλούν ζητώντας συγγνώμη ή να κάνουν συμπληρωματικές δηλώσεις στις οποίες θα εξηγούν ότι παρανοήθηκαν τα λεγόμενά τους.

Το κυριότερο όμως είναι ότι αυτές τις συκοφαντίες πρέπει να τις πιστέψει ο λαός που πρόκειται να υποδουλωθεί και να αισθάνεται ένοχος. Στη χώρα που ζει πρέπει να είναι πανταχού παρούσα, άλλοτε ως κυρίαρχη και άλλοτε ως “αιρετική”, η άποψη ότι όλα όσα λέγονται εις βάρος του λαού δεν είναι συκοφαντίες αλλά η πικρή αλήθεια που πρέπει να αποδεχτεί αν θέλει να προκόψει. Παντού, απ’ το κοινοβούλιο και τις έγκριτες εφημερίδες μέχρι τα πηγαδάκια στις δημόσιες υπηρεσίες και το τελευταίο καφενείο πρέπει να υποστηρίζεται η άποψη που συνοψίζεται στις παρακάτω φράσεις: “Είμαστε τεμπέληδες και απατεώνες”, “Έχουμε τη διαφθορά στο αίμα μας”, “Μας αξίζουν όσα παθαίνουμε”, “Δεν είμαστε λαός, δεν θα εκπολιτιστούμε ποτέ”, “Ζούμε με τα χρήματα των άλλων”. Κάποια χρήσιμα τρικ για να πετύχει αυτή η εκστρατεία λάσπης είναι να γενικεύονται μεμονωμένες περιπτώσεις και να χαρακτηρίζονται όσοι διαφωνούν βολεμένοι.

Αυτό που πρέπει να κάνει στη συνέχεια κάποιος που θέλει να υποδουλώσει έναν λαό είναι να τον ταπεινώσει. Να του ζητήσει χωρίς περιστροφές το αίμα του, τη γη του, τον αέρα του και τις θάλασσές του. Πετώντας το προσωπείο του φίλου και συμμάχου, που του είναι πλέον άχρηστο, γίνεται απόλυτα κυνικός ώστε να προκαλέσει δέος. Το επόμενο βήμα, που είναι αλληλένδετο, είναι να τρομοκρατήσει τον λαό ζητώντας του να διαλέξει ανάμεσα στην υποταγή και την καταστροφή. Έχει φροντίσει από πριν να κάνει την εναλλακτική επιλογή πολύ δύσκολη ώστε η υποταγή να φαντάζει μονόδρομος. Τέλος, αναγκάζει τον λαό να αποδεχτεί τους όρους του και τον συγχαίρει για τη φρόνιμη στάση που επέδειξε. Τον αφήνει να ηρεμήσει για λίγο καιρό μέχρι το επόμενο χτύπημα. Καθώς η αλαζονεία του και ο σαδισμός του μεγαλώνουν, η επόμενη απαίτησή του μπορεί να είναι να θυσιάζονται κάθε χρόνο τα πρωτότοκα παιδιά κάθε οικογένειας στον βωμό του Μαμωνά.

Εθνική Άμυνα

Αφιερωμένο στη μνήμη των παιδιών που έχασαν τη ζωή τους στον στρατό εν καιρώ ειρήνης και στη μνήμη του Υπιάτρου Β.Δ.

-Αλτ! Τις ει;

-Έφοδος.

-Προχώρει εφοδεύων. Αλτ! Δύο.

-Πέντε.

-Προχώρει. Αλτ! Προχώρει στο παρασύνθημα.

-Θάνατος.

Επιθεώρηση. Δύο ημέρες φυλακή για μη προβλεπόμενο σακίδιο εκστρατείας. “Ορκίζομαι υποταγή εις τους ανωτέρους μου”. Εμπλοκή. ΣΤΡ(ΠΖ) Παπαδόπουλος Ιωάννης, ετών δεκαεννέα. Ανάκληση αδειών. Έξοδος. Περιφρονητικά βλέμματα. “Κωλοφάνταρα”. “Απαγορεύονται τα σκυλιά και οι φαντάροι”. Παράκαμψη ιεραρχίας. ΣΤΡ(ΠΒ) Κυριακίδης Ηλίας, ετών είκοσι. Πρωινή γυμναστική. “Με όρθιο κεφάλι Βυζάντιο και πάλι”. Ταξιαρχική επιθεώρηση. Νυχτερινή εκπαίδευση. “Τυγχάνω παραπονούμενος”. Πέντε ημέρες φυλακή. ΣΤΡ(ΤΘ) Παπαγεωργίου Νικόλαος, ετών είκοσι. Κ.Ψ.Μ. Στρατονομία. Μαγειρεία. ΣΤΡ(ΕΜ) Σωτηρόπουλος Δημήτριος, ετών είκοσι δύο. Χειμερινή διαβίωση. Στέρηση εξόδου. Πνιγμένα δάκρυα. “Μακεδονία ξακουστή”. Βύσματα. Εμπλοκή. Προσοχή. Ημιανάπαυση. Γραφείο κινήσεως. “Αδελφέ έχεις ένα τσιγάρο;”. Λέσχη Αξιωματικών. “Να προσέχεις”. ΣΤΡ(ΥΠ) Παρασκευόπουλος Γεώργιος, ετών είκοσι πέντε.

Στολή εξόδου. Κατάσταση υπηρεσιών. Τιμωρημένοι. Προσευχή. Φάκελος. Υποφάκελος. Ενέδρα. Φυλάκια. “Μη φοβάσαι, θα σε βοηθήσω”. “Οι νέοι είναι πονηροί”. Ιατρική εξέταση. Χειμερινή διαβίωση. Ασκήσεις. Δεκανέας υπηρεσίας. Σ.Β. Μετάθεση. ΣΤΡ(ΤΧ) Αντωνίου Πέτρος, ετών είκοσι τεσσάρων. Ι5. “Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα”. “Εξύβριση ανωτέρου”. Στέρηση εξόδου. Βραδιά οπλίτη. Πειθαρχείο. Διοικητήριο. Έπαρση σημαίας. Σχολή Πολέμου. Υπερένταση. Καυγάδες χωρίς λόγο. “Μου κρατάς κακία;”. “Τροχάδην.” “Κλίνατε επί δεξιά”. Πρωινό ρόφημα. Ελεύθερος υπηρεσίας. “Ποντίκια”. Άσκοπη χρήση πυρομαχικών. “Πάλι τρίτο νούμερο”. “Μου ‘χεις λείψει”. Κατάσταση επιβίβασης. “Σειρούλα.” Αποθήκη οπλισμού. “Λόχος, άκυρο”. Τρυφερότητα κρυμμένη πίσω από στολή παραλλαγής. “Κάντε ησυχία να κοιμηθούμε”. Επιφυλακή. “Αδυνάτισες”. Μετάταξη. Απόσπαση. Στρατοδικείο. ΣΤΡ(ΥΓ) Ηλιάδης Κωνσταντίνος, ετών είκοσι οχτώ. Π.Σ.Κ. Εγερτήριο. Δεύτερο γραφείο. “Καλός πολίτης”. Φοριαμός. Ειδικότητα. Εγκατάλειψη σκοπιάς. Μοναξιά. Αναβολή. Άδεια απολύσεως. Προεδρική Φρουρά. Ειδικές Δυνάμεις. Τ.Α.Π. Ομάδα αίματος. “Επανέλαβε το αληθές”. Υπηρεσιακό σημείωμα. Θαλαμοφύλακας. “Δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα”. Τ.Ε.Ν.Ξ. Δύναμη Λόχου. Σιωπητήριο. Ατομικός οπλισμός. “Θέλω να πάω σπίτι μου”. “Εσύ ψηλέ τι κοιτάς;”. Ελευθερία ή Θάνατος. Σταθμός Διαλογής. Δεν προβλέπεται. Νοσταλγία. Έχω πήξει. Άρνηση εκτέλεσης διαταγής. ΣΤΡ(ΠΖ) Κωνσταντινίδης Θεόδωρος, ετών είκοσι τριών. Πυρ και κίνηση. “Με καλύπτεις;”. Αδικαιολογήτως απών.“Κάνε υπομονή”. Αστυνομία Μονάδος.

“Έχω παγώσει. Γιατί αργεί;”. Σάκος ιματισμού. “Μη μας ξεχάσεις”. Μέγιστο βεληνεκές. “Βαρέθηκα”. Ωφέλιμο βεληνεκές. “Θα πεθάνω στο κανόνι μου επάνω”. Ορύγματα. Πέσατε θύματα. Σκοινάκια. Τυφέκιο G3A3. “Φοβάμαι”. Ημιανάπαυση. “Θα σε περιμένω”. Επ’ ώμου. Αγρύπνια. Βολές. “Γιατί δεν χαιρετάς;”. Διαταγή κινήσεως. Αξιωματικός Υπηρεσίας. Σύντομα όνειρα. Προσκλητήριο νεκρών. Καθήκοντα σκοπού. Σ.Κ. 20 – 1. Στάση. “Παρουσιάστε”. Θαλαμάρχης. Αέρα. Οπλόσημο. ΣΤΡ(ΤΘ) Ιωάννου Αναστάσιος, ετών δεκαεννέα. Χαμένα καλοκαίρια. Αναφορά Τάγματος. “Και του χρόνου σπίτια μας”. Σκοπός πύλης. Ομίχλη. Λόχος Αντιαρματιστών. Απαγορεύονται οι πολιτικές συζητήσεις. “Με θυμάσαι;”. Συνθηματικά. Πορεία. “Είσαι αξύριστος”. “Είσαι ακούρευτος”. “Είμαι άυπνος”. Δεκαοχτώ μήνες. “Δεν σε βλέπω να τρέχεις”. “Είσαι ο και λέγεσαι”. “Με χτυπάνε οι αρβύλες”. “Τζιτζίκια”. Φύλλο Πορείας. Οπλοβαστός. “Πιο σιγά”. “Δεν προλαβαίνω”. “Τι ήταν αυτό;”. “Γεμιστήρες αναλάβατε. Οπλίσατε. Απασφαλίσατε. Άρξατε πυρ”. Κατευθείαν στην καρδιά. “Ήμασταν μαζί στο Κέντρο. Δεν το περίμενα”. “Θα γίνει Ε.Δ.Ε.”. Δεν έχουν σημασία τα ονόματα αλλά τα δεκαεννιά και είκοσι χρόνια.

Υπόμνημα:

ΣΤΡ(ΠΖ): Στρατιώτης Πεζικού
ΣΤΡ(ΠΒ): Στρατιώτης Πυροβολικού
ΣΤΡ(ΤΘ): Στρατιώτης Τεθωρακισμένων
Κ.Ψ.Μ: Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδας
ΣΤΡ(ΕΜ): Στρατιώτης Εφοδιασμού Μεταφορών
ΣΤΡ(ΥΠ): Στρατιώτης Υλικού Πολέμου
Σ.Β.: Στρατιωτικό Βιβλιάριο
ΣΤΡ(ΤΧ): Στρατιώτης Τεχνικού
Ι5: Βαθμός ικανότητας που ισοδυναμεί με απαλλαγή απ’ τη θητεία
ΣΤΡ(ΥΓ): Στρατιώτης Υγειονομικού
Π.Σ.Κ.: Η άδεια του Σαββατοκύριακου
Τ.Α.Π: Ταυτότητα αναγνώρισης πτώματος
Τ.Ε.Ν.Ξ: Τάγμα Εξουδετέρωσης Ναρκοπεδίων Ξηράς
Σ.Κ. 20 – 1: Στρατιωτικός κανονισμός 20 – 1 που αναφέρεται στα δικαιώματα
των στρατιωτών
Ε.Δ.Ε.: Ένορκη Διοικητική Εξέταση

Τα άχαρα καλοκαίρια

Άγνωστος τόπος κι εσύ ξένος. Ένας ψυχρός αέρας και μια ασταμάτητη ψιλή βροχή. Άγνωστοι άνθρωποι, άγνωστη γλώσσα. Δυο τρεις κουβέντες ίσα ίσα για να παραγγείλεις έναν καφέ και να αγοράσεις τσιγάρα. Μετράς τις δυνάμεις σου. Όταν με τον καιρό ξεκαθαρίζουν όλα γύρω σου, διαπιστώνεις ότι για τους άλλους δεν είσαι πια αυτό που πίστευες μια ζωή. Είσαι ένα σύνολο από στερεότυπα και προκαταλήψεις που έχουν δημιουργήσει για σένα ερήμην σου. Πρέπει να κάνεις μεγάλη προσπάθεια για να αποδείξεις όσα μέχρι τώρα θεωρούσες αυτονόητα. Κι έρχονται κάτι στιγμές που νιώθεις πως αν σε πιάσουν απ’ τη μύτη θα σκάσεις. Έχεις τόσα να πεις και δεν υπάρχει κανένας να σε ακούσει. Και τότε είναι που θυμάσαι δυο δακρυσμένα μάτια στο αεροδρόμιο. Κι έρχονται κάτι άλλες στιγμές που ξυπνάς και βγαίνεις έξω βιαστικά να τηλεφωνήσεις γιατί είδες ένα άσχημο όνειρο. Όταν μαθαίνεις ότι είναι όλα καλά ησυχάζεις, μέχρι το επόμενο άσχημο όνειρο, μέχρι το επόμενο άσχημο προαίσθημα.

Και κάποτε διαπιστώνεις ότι κανείς δεν μπορεί να σε καταλάβει, όχι γιατί δεν μιλάτε την ίδια γλώσσα, αλλά γιατί κανείς δεν μπορεί να έρθει στη θέση σου. Είσαι παντού ξένος. Και οι φίλοι που δεν βλέπεις πια έρχονται και σε βρίσκουν στα όνειρά σου. Και ξυπνάς με κεφαλι βαρύ κι όλη μέρα δεν σου παίρνουν κουβέντα. Κοιτάς στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Αλλά η μεγάλη αλλαγή έχει γίνει μέσα σου. Κάνεις χώρο να χωρέσει ό,τι αγαπάς για να μπορέσεις να σταθείς όρθιος. Μετράς τα χρόνια που έχασες. Την κάθε άνοιξη που περίμενες για καιρό και τους χειμώνες που έμοιαζαν ατέλειωτοι. Και τα άχαρα καλοκαίρια. Και το κάθε φθινόπωρο που έμοιαζε με μια νέα αρχή. Ώσπου ένα φθινόπωρο διαπιστώνεις ότι ο τόπος που προσπάθησες να νιώσεις δικό σου, είναι πολύ μικρός για να σε χωρέσει. Θυμίζει φυλακή με θεόρατους άσπρους τοίχους. Κάθε φορά που προσπαθείς να προχωρήσεις χτυπάς πάνω σε κάποιον τοίχο και γεμίζεις πληγές.

Μετά είναι κι όλα αυτά τα μικρά καθημερινά πράγματα που κάνουν τα βήματά σου όλο και πιο βαριά. Οι απλήρωτοι λογαριασμοί, το στενάχωρο σπίτι που δεν λέει να ζεσταθεί με τίποτα, τα απλήρωτα νοίκια, αυτός ο επίμονος βήχας που σε ανησυχεί, οι εφιάλτες. Και είναι και τα άλλα, τα πιο μεγάλα που σε κρατάνε άυπνο. Τα χρόνια που περνάνε, η μοναξιά, τα λάθη, οι απογοητεύσεις. Ώσπου να αποφασίσεις πως το ταξίδι τέλειωσε, γιατί δεν έχει πια να σου δώσει τίποτα άλλο. Κι ό,τι σου ‘χει δώσει μέχρι τώρα προσπαθείς να το ξεχάσεις. Ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου και γυρνάς εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Προσπαθείς σιγά σιγά να ξαναβρείς τον εαυτό σου. Έρχεται μια μέρα που αυτό το ταξίδι είναι πια μια μακρινή ανάμνηση. Καμιά φορά κάποιες στιγμές απ’ το ταξίδι έρχονται στην επιφάνεια. Όπως μερικές φορές παρατηρείς τυχαία κάποια σημάδια από παιδικά τραύματα στα γόνατα. Τότε μένεις για λίγο σκεφτικός, χαμογελάς πικρά και συνεχίζεις. Το μυαλό σου βρίσκεται ήδη στα επόμενα ταξίδια.