Η αιώνια μοναξιά των άστρων

Όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν μα κουράστηκαν ήδη
και με παράπονο κινήσαν για το μεγάλο ταξίδι
επιστρέφουν μια μέρα κοντά μας και πάλι
γιατί η πίκρα στην ψυχή τους είν’ όσο ο κόσμος μεγάλη

Κάποιοι θα ‘ρθουν σαν σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής
κάτι απογεύματα του Απρίλη που ‘ναι ο ουρανός βαρύς
να ποτίσουν τη γη που ποτέ δεν τους δέχτηκε
να ξεπλύνουν το αίμα που τόσο άδικα ξοδεύτηκε

Άλλοι έρχονται σαν του πελάγους αφρισμένα κύματα
τα μεσημέρια του Σεπτέμβρη κι ακολουθούν τα βήματα
των ηττημένων, των ηρώων και των μοναχικών
τραγουδούν το τραγούδι των χαμένων αδελφών

Όσοι ονειρεύτηκαν πολύ μα τα όνειρά τους προδόθηκαν
και είναι αμέτρητες εκείνες οι φορές που πληγώθηκαν
επιστρέφουν σαν όνειρα και γυρίζουν στον ύπνο μας
σαν τριαντάφυλλα άγρια που φυτρώνουν στον κήπο μας

Και όσοι φύγαν με το πιο μεγάλο παράπονο
γίνονται αστέρια, τα πιο φωτεινά στον ουρανό,
πολεμούν το σκοτάδι και φωτίζουν τις νύχτες μας
η αιώνια μοναξιά τους στεφανώνει τις νίκες μας

Advertisements

Κλεφτές ματιές στον ουρανό

Η Κυριακή είναι ανάσες ελευθερίας,
κλεφτές ματιές στον ουρανό,
τα αργά βήματα
και οι περιπλανήσεις
χωρίς προορισμό,
η ήρεμη θάλασσα
κάτω απ’ τα φτερά των γλάρων,
οι ήσυχες πρωινές στιγμές στη λιακάδα,
οι συζητήσεις γύρω απ’ το τραπέζι
και η μυρωδιά του καφέ

Η Κυριακή είναι ένα δέντρο
ποτισμένο με αίμα,
μια σφιγμένη γροθιά,
ένα κόκκινο γαρύφαλλο,
μια σημαία με τα χρώματα της ζωής,
ο αγώνας του ανθρώπου να σταθεί όρθιος,
μια σελίδα της δικής μας ιστορίας,
η ανάμνηση πως τίποτα δεν χαρίζεται,
ένα ανεξίτηλο σημάδι
στο μέρος της καρδιάς,
μια στάλα δικαιοσύνης
σε έναν άδικο κόσμο
Η Κυριακή είναι η άρνηση
όσων αναπνέουν στο φως
να επιστρέψουν στο σκοτάδι της δουλείας

Υ.Γ. Το παραπάνω ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο https://potekuriaki.wordpress.com/ στο πλαίσιο μια δράσης για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας.

Στίχοι στο κόκκινο της πληγής

Η ψυχή μου πληγωμένο αγρίμι
στο πιο βαθύ λαγούμι του δάσους
που μαζεμένο στη γωνιά του
βαριανασαίνει
και προβάλλει απειλητικά τα νύχια του
Τα ουρλιαχτά του ακούγονται
στο πιο βαθύ σκοτάδι της νύχτας
λίγο πριν ξημερώσει

Μετά σωπαίνει πάλι
και περιμένει να νυχτώσει
Όταν βγει απ’ τη φωλιά του
αφήνει ίχνη με το αίμα του
για να βρει τον δρόμο της επιστροφής

Όταν κρυώνει θυμάται
πως κάποτε άγγιξε τον ήλιο
Όταν πεινάει τρώει τις σάρκες του
κι αιμοραγεί μέχρι να χορτάσει

Τότε πέφτει σε νάρκη
κι όλο πετιέται λες και θα ξυπνήσει
κι όλο βυθίζεται περισσότερο
στον βαρύ κι ανήσυχο ύπνο του

Ξυπνάει με τα χελιδόνια,
κοιμάται με τα πρωτοβρόχια
Καχεκτικό κι αδύναμο στην όψη·
όμως φυλαχτείτε
Ένα αγρίμι που παλεύει για τη ζωή του
δεν έχει τίποτα να χάσει

Έτσι ξεκινήσαμε

Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε το ταξίδι,
άμαθοι απ’ τη ζωή,
με τα μάτια των παιδιών
που ανακαλύπτουν τον κόσμο
Δεν ξέραμε να μετράμε
όλα αυτά που κάποιοι θα λέγανε πολύτιμα,
μόνο αστέρια και όνειρα

Κάποτε σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα,
είχαν περάσει χρόνια κι είχαμε κουραστεί
Η καρδιά μας σκοτείνιασε και νιώσαμε
στο στήθος ένα βάρος
χωρίς να ξέρουμε καλά καλά γιατί
Γύρω μας μόνο σιωπή και ερημιά

Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
τώρα που πια το ξέρουμε
δεν μετανιώσαμε στιγμή για το ταξίδι
Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
και μείναμε να μετράμε όνειρα και αστέρια
Μα έχουμε ακόμα τα μάτια των παιδιών