Τα ψέματα του Απρίλη

Ζούμε μες στο ψέμα. Απ’ τη στιγμή που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Όσοι αναλαμβάνουν να μας γνωρίσουν τον κόσμο που μας περιβάλλει και να μας προετοιμάσουν για να γίνουμε μέλη της κοινωνίας, μας λένε ψέματα, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα. Οι γονείς μας αναγκάζονται να μας πουν ψέματα για να μας προστατεύσουν απ’ την αλήθεια που είναι πολύ σκληρή για τα παιδιά. Οι δάσκαλοι στα σχολεία μας λένε ψέματα, έτσι ώστε όταν μεγαλώσουμε να νομίζουμε το ψέμα για αλήθεια. Οι μεγάλοι μας λένε ψέματα γιατί μπερδεύουν την αθωότητα με την αφέλεια ή γιατί έχουν ξεχάσει ότι και οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε παιδιά. Τα παραμύθια μας λένε ψέματα, μόνο που κάτω απ’ αυτά τα ψέματα κάποιες φορές κρύβονται αλήθειες που αν φανερωθούν γίνονται επικίνδυνες.

Όταν μεγαλώνουμε εξακολουθούμε να ζούμε μες στο ψέμα. Αυτοί που μας κυβερνούν μας λένε ψέματα, γιατί η εξουσία τους στηρίζεται στο ψέμα. Αυτοί που μας ενημερώνουν μας λένε ψέματα, γιατί στηρίζουν την εξουσία που στηρίζεται στο ψέμα. Οι εργοδότες μας λένε ψέματα, γιατί οι εργαζόμενοι που ξέρουν την αλήθεια αντιδρούν στην αδικία. Αυτοί που μας εκπροσωπούν μας λένε ψέματα, γιατί αν έλεγαν την αλήθεια δεν θα χρειαζόμασταν εκπροσώπους. Αυτοί που μας ψυχαγωγούν μας λένε ψέματα, γιατί τα ψέματα αποκοιμίζουν και όταν είναι χαριτωμένα μοιάζουν πολύ αληθινά. Αυτοί που μας νουθετούν μας λένε ψέματα, γιατί φοβούνται την αλήθεια. Αυτοί που έχουν ταχθεί να μας προστατεύουν μας λένε ψέματα, γιατί οι άνθρωποι που ξέρουν την αλήθεια δεν χρειάζονται προστασία. Αυτοί που μας αγαπούν μας λένε ψέματα, γιατί η αγάπη έχει τους δικούς της νόμους που αψηφούν την αλήθεια. Αυτοί που μας μισούν μας λένε ψέματα, γιατί το μίσος τυφλώνει και τα μάτια βλέπουν μόνο όσα θέλουν να δουν. Αυτοί που μας πληγώνουν μας λένε ψέματα για να μας πονέσουν περισσότερο. Αυτοί που μας παρηγορούν μας λένε ψέματα γιατί η αλήθεια δεν επουλώνει πληγές.

Μπροστά σε τόσα ψέματα, τα ψέματα της Πρωταπριλιάς μοιάζουν πολύ αθώα. Τόσο που δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε απ’ τα ψέματα που μας παρουσιάζουν για αλήθεια. Πολλές φορές είναι πιο πιστευτά απ’ τα ψέματα που ακούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Άλλες φορές είναι όνειρα, ευχές και επιθυμίες που μεταμορφώνονται σε ψέματα χάριν του πρωταπριλιάτικου εθίμου. Είναι σαν κι αυτά που μας λένε οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας για να μας παρηγορήσουν και να μας προστατεύσουν. Όπως και να ‘χει είναι ψέματα ανώδυνα, ανάμνηση μιας χαμένης αθωότητας παλιότερων εποχών. Αν αφεθούμε στη γοητεία των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων μπορεί και να γίνουμε πιο δύσπιστοι απέναντι στα άλλα ψέματα, σε αυτά δηλαδή που μας κρατάνε στο σκοτάδι και καθορίζουν τη ζωή μας. Επιστρέφοντας για λίγο νοερά στην αγνότητα και την απλότητα των παιδικών μας χρόνων, ίσως διακρίνουμε θαμμένη κάτω από τόνους προπαγάνδας, συκοφαντίας και φλυαρίας την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια, που είναι πολύτιμη γιατί είναι σπάνια, για να βρεθεί χρειάζεται ανοιχτά μάτια, καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά. Όσο και να την κρύβουν μπορούμε να την ανακαλύψουμε αν διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας.

Η σιωπή είναι η ηρεμία πριν την καταιγίδα

Όταν με στοχεύετε με τα δηλητηριώδη βέλη σας
χαμογελώντας χαιρέκακα
δήθεν μιλώντας γενικά
με αυτές τις κοινότοπες εκφράσεις
“Συζήτηση κάνουμε”,
”Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά”

Όταν μου πετάτε ξεδιάντροπα
όλη τη σαπίλα της ψυχής
και του μυαλού σας
στο όνομα της άποψής σας
που πρέπει δήθεν να σεβαστώ

Όταν κακοποιείτε βάναυσα
κάθε ανθρώπινη αξία
νομίζοντας πως λέτε κάτι έξυπνο
Όταν το μίσος και η κακία ξεχειλίζουν
από κάθε εκατοστό της ύπαρξής σας
όσο κι αν προσπαθείτε να το κρύψετε
με επιτηδευμένα φιλικό ύφος

Τότε μένω για λίγο σιωπηλός
σας ζυγίζω με το βλέμμα
ψάχνοτας το σημείο που πονάει πιο πολύ
και περιμένω να χτυπήσω

Από ξένο τόπο

Τις τελευταίες εβδομάδες στο λιμάνι του Πειραιά έχει γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος. Ένα κόσμος ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Η τραγωδία των προσφύγων έχει φέρει ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης στους χώρους που φιλοξενούνται πρόσφυγες με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν όπως μπορούν. Η προσφορά σε τρόφιμα και ρούχα από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και ηλικίας έχει ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Οι πρώτες εικόνες που αντικρίζει κανείς όταν έρχεται για πρώτη φορά είναι πρωτόγνωρες. Πρόσφυγες στοιβαγμένοι στους κλειστούς χώρους του λιμανιού και σε σκηνές και εθελοντές να τρέχουν ασταμάτητα. Τα πρώτα συναισθήματα είναι αντιφατικά. Θλίψη για τον Γολγοθά αυτών των ανθρώπων αλλά και χαρά και αισιοδοξία γιατί κανείς δεν είναι μόνος του. Οτιδήποτε κι αν χρειαστεί κάποιος πρόσφυγας οι εθελοντές θα κάνουν ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να βοηθήσουν. Μαζί μ’ αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα γεννιούνται και τα πρώτα ερωτήματα. Πώς μπορεί να χωρέσει ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου σε μια βαλίτσα; Πώς χωράει τόσος πόνος μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα; Πού βρίσκουν τη δύναμη να χαμογελάνε;

Ο χρόνος συμπυκνώνεται. Όσα δεν έχει ζήσει κανείς μια ζωή τα ζει εδώ σε λίγες ώρες. Μέσα σε μερικές μέρες γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους που αν δεν τους είχα γνωρίσει από κοντά δεν θα πίστευα ότι υπάρχουν. Που μου φέρθηκαν με απέραντη καλοσύνη, σαν αδελφικοί φίλοι, αν και είχαμε γνωριστεί λίγες ώρες πριν. Που για αυτούς η αλληλεγγύη σε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη είναι αυτονόητη. Και έρχεται κάποια στιγμή που τα δικά σου προβλήματα σού φαίνονται μικρά. Γυρίζεις στο σπίτι και αγωνιάς. Για το αν θα βρεθεί σκηνή για τον πρόσφυγα που η μητέρα του είναι άρρωστη. Για το αν θα βρεθεί καρότσι για την οικογένεια με το μωρό. Οι ανάγκες δεν σταματούν ποτέ, όπως δεν σταματάει ποτέ και ο αγώνας για την κάλυψή τους. Όμως ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά από ένα παιδί σε κάνουν να ξεχνάς την κούραση. Και στο τέλος της μέρας αυτά που έχεις πάρει είναι περισσότερα απ’ αυτά που έχεις δώσει. Η ευγνωμοσύνη που βλέπεις στα μάτια ανθρώπων που έχεις βοηθήσει έστω και λίγο είναι κάτι που δεν ξεπληρώνεται με τίποτα. Η αγάπη που έχεις πάρει είναι τόση που στην ερώτηση αν θα είσαι και την επόμενη μέρα εκεί η απάντηση είναι αυτονόητη.

Σε κάποια απ’ τις δραστηριότητες για τα παιδιά τα προσφυγόπουλα έχουν μαζευτεί γύρω από κάποιον που παίζει με το ακορντεόν έναν μικρασιάτικο σκοπό: “Από ξένο τόπο κι από αλαργινό ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ”. Από ξένο τόπο φαίνεται να είναι και όλοι αυτοί οι μισάνθρωποι που εκτοξεύουν λάσπη και χολή εναντίον κατατρεγμένων ανθρώπων γιατί ξαφνικά ξέχασαν τι σημαίνει προσφυγιά. Που χαίρονται όταν πνίγονται παιδιά. Που μέσα στην ανοησία τους νομίζουν ότι οι πρόσφυγες ευθύνονται για τα προβλήματά τους. Από ξένο τόπο, στον οποίο απουσιάζει κάθε ανθρώπινη αξία, μοιάζουν να είναι κι αυτοί που αποφασίζουν για τις τύχες όλων μας. Αντιμετωπίζουν με σαδιστική αναλγησία την προσφυγική τραγωδία αρνούμενοι να κάνουν έστω και τα στοιχειώδη για να ανακουφίσουν τον πόνο αυτών των ανθρώπων, τον πόνο που οι ίδιοι προκάλεσαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους.

Μέχρι να γίνω μια αγκαλιά από κόκκινα γαρύφαλλα

Έχω ένα σκοτωμένο όνειρο,
μια αιματοβαμμένη μνήμη
και μια καρδιά
που θα ‘ναι δεν θα ‘ναι δέκα χρονών
Έχω πολλές πατρίδες,
έχω χιλιάδες ονόματα,
έχω χιλιάδες πληγές
Είμαι απ’ την Παλαιστίνη,
απ’ τη Συρία,
απ’ το Ιράκ,
απ’ το Αφγανιστάν,
απ’ το Βιετνάμ,
απ’ την Ιρλανδία,
απ’ την Κορέα,
απ’ την Ουκρανία

Με εξόρισαν στη χώρα των κολασμένων
η γη της είναι άγονη,
ο ουρανός της γκρίζος
και η θάλασσά της κόκκινη
Τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν θραύσματα από βόμβες,
η πρώτη λέξη που άκουσα ήταν θάνατος,
τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο κατώφλι του Άδη,
τα πρώτα μου βήματα τα έκανα
σε έναν δρόμο σπαρμένο με νάρκες
και συρματοπλέγματα
κι από τότε δεν σταμάτησα να βαδίζω

Ταξιδεύω στους αιώνες,
μέχρι να ξαναβρώ το χάδι της μάνας μου,
μέχρι να γίνω μια αγκαλιά
από χιλιάδες κόκκινα γαρύφαλλα
που θα στολίσουν τον κόσμο

Η αιώνια μοναξιά των άστρων

Όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν μα κουράστηκαν ήδη
και με παράπονο κινήσαν για το μεγάλο ταξίδι
επιστρέφουν μια μέρα κοντά μας και πάλι
γιατί η πίκρα στην ψυχή τους είν’ όσο ο κόσμος μεγάλη

Κάποιοι θα ‘ρθουν σαν σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής
κάτι απογεύματα του Απρίλη που ‘ναι ο ουρανός βαρύς
να ποτίσουν τη γη που ποτέ δεν τους δέχτηκε
να ξεπλύνουν το αίμα που τόσο άδικα ξοδεύτηκε

Άλλοι έρχονται σαν του πελάγους αφρισμένα κύματα
τα μεσημέρια του Σεπτέμβρη κι ακολουθούν τα βήματα
των ηττημένων, των ηρώων και των μοναχικών
τραγουδούν το τραγούδι των χαμένων αδελφών

Όσοι ονειρεύτηκαν πολύ μα τα όνειρά τους προδόθηκαν
και είναι αμέτρητες εκείνες οι φορές που πληγώθηκαν
επιστρέφουν σαν όνειρα και γυρίζουν στον ύπνο μας
σαν τριαντάφυλλα άγρια που φυτρώνουν στον κήπο μας

Και όσοι φύγαν με το πιο μεγάλο παράπονο
γίνονται αστέρια, τα πιο φωτεινά στον ουρανό,
πολεμούν το σκοτάδι και φωτίζουν τις νύχτες μας
η αιώνια μοναξιά τους στεφανώνει τις νίκες μας

Κλεφτές ματιές στον ουρανό

Η Κυριακή είναι ανάσες ελευθερίας,
κλεφτές ματιές στον ουρανό,
τα αργά βήματα
και οι περιπλανήσεις
χωρίς προορισμό,
η ήρεμη θάλασσα
κάτω απ’ τα φτερά των γλάρων,
οι ήσυχες πρωινές στιγμές στη λιακάδα,
οι συζητήσεις γύρω απ’ το τραπέζι
και η μυρωδιά του καφέ

Η Κυριακή είναι ένα δέντρο
ποτισμένο με αίμα,
μια σφιγμένη γροθιά,
ένα κόκκινο γαρύφαλλο,
μια σημαία με τα χρώματα της ζωής,
ο αγώνας του ανθρώπου να σταθεί όρθιος,
μια σελίδα της δικής μας ιστορίας,
η ανάμνηση πως τίποτα δεν χαρίζεται,
ένα ανεξίτηλο σημάδι
στο μέρος της καρδιάς,
μια στάλα δικαιοσύνης
σε έναν άδικο κόσμο
Η Κυριακή είναι η άρνηση
όσων αναπνέουν στο φως
να επιστρέψουν στο σκοτάδι της δουλείας

Υ.Γ. Το παραπάνω ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο https://potekuriaki.wordpress.com/ στο πλαίσιο μια δράσης για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας.

Στίχοι στο κόκκινο της πληγής

Η ψυχή μου πληγωμένο αγρίμι
στο πιο βαθύ λαγούμι του δάσους
που μαζεμένο στη γωνιά του
βαριανασαίνει
και προβάλλει απειλητικά τα νύχια του
Τα ουρλιαχτά του ακούγονται
στο πιο βαθύ σκοτάδι της νύχτας
λίγο πριν ξημερώσει

Μετά σωπαίνει πάλι
και περιμένει να νυχτώσει
Όταν βγει απ’ τη φωλιά του
αφήνει ίχνη με το αίμα του
για να βρει τον δρόμο της επιστροφής

Όταν κρυώνει θυμάται
πως κάποτε άγγιξε τον ήλιο
Όταν πεινάει τρώει τις σάρκες του
κι αιμοραγεί μέχρι να χορτάσει

Τότε πέφτει σε νάρκη
κι όλο πετιέται λες και θα ξυπνήσει
κι όλο βυθίζεται περισσότερο
στον βαρύ κι ανήσυχο ύπνο του

Ξυπνάει με τα χελιδόνια,
κοιμάται με τα πρωτοβρόχια
Καχεκτικό κι αδύναμο στην όψη·
όμως φυλαχτείτε
Ένα αγρίμι που παλεύει για τη ζωή του
δεν έχει τίποτα να χάσει

Έτσι ξεκινήσαμε

Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε το ταξίδι,
άμαθοι απ’ τη ζωή,
με τα μάτια των παιδιών
που ανακαλύπτουν τον κόσμο
Δεν ξέραμε να μετράμε
όλα αυτά που κάποιοι θα λέγανε πολύτιμα,
μόνο αστέρια και όνειρα

Κάποτε σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα,
είχαν περάσει χρόνια κι είχαμε κουραστεί
Η καρδιά μας σκοτείνιασε και νιώσαμε
στο στήθος ένα βάρος
χωρίς να ξέρουμε καλά καλά γιατί
Γύρω μας μόνο σιωπή και ερημιά

Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
τώρα που πια το ξέρουμε
δεν μετανιώσαμε στιγμή για το ταξίδι
Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
και μείναμε να μετράμε όνειρα και αστέρια
Μα έχουμε ακόμα τα μάτια των παιδιών

Ποιητική συλλογή Χειμερινή ισημερία

Ένα ποίημα απ’ τη συλλογή

Στην αθέατη όψη του κόσμου

Όταν θα μάθεις να ακούς κραυγές
εκεί που οι άλλοι ακούν μόνο σιωπή,
όταν θα μπορέσεις να δεις
ολόκληρους κόσμους
εκεί που οι άλλοι βλέπουν
το απόλυτο κενό

Όταν κλείσεις τα μάτια στο τίποτα
που ανάγεται σε σπουδαίο
Όταν κλείσεις τα αυτιά στον θόρυβο
που αποκοιμίζει συνειδήσεις
Όταν μάθεις να διαβάζεις
πίσω απ’ τους πηχυαίους τίτλους
Όταν αναζητήσεις την ουσία
μακριά απ’ το ψέμα
που βάφτισαν αλήθεια

Όταν καταλάβεις
πως ό,τι γράφεται με πόνο
προσεγγίζεται μόνο με την καρδιά
γιατί διαφορετικά
δεν μπορείς να το καταλάβεις
Όταν σταθείς με δακρυσμένα μάτια
πάνω από ένα ποίημα
και νιώσεις πως υπάρχει
και μια άλλη όψη του κόσμου
αθέατη για όσους δεν έχουν καρδιά

Τότε ίσως καταλάβεις
γιατί υπάρχουν άνθρωποι
που καταθέτουν την ψυχή τους στο χαρτί

Σελίδες: 70

ISBN: 978-960-571-177-1

Εκδόσεις: Bookstars – Free Publishing

Μνήμη Θόδωρου Αγγελόπουλου

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια απ’ τον αιφνίδιο θάνατο του κορυφαίου κινηματογραφιστή Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συνδυάζοντας το αστείρευτο ταλέντο του με μια σπάνια ευαισθησία και την ευφυΐα του με μια ευρύτατη μόρφωση, πρόσφερε στον παγκόσμιο κινηματογράφο μια σειρά από αριστουργήματα αλλάζοντάς τον για πάντα. Στις Μέρες του ’36, που γυρίστηκαν το 1972, για να στηλιτεύσει τη δικτατορία των συνταγματαρχών γύρισε πίσω σε μια προηγούμενη δικτατορία, αυτή του Μεταξά, για να αφηγηθεί μια σειρά γεγονότων που ξεκινούν απ’ τη δολοφονία ενός συνδικαλιστή. Στον Θίασο οι ήρωες της αρχαίας τραγωδίας γίνονται πρωταγωνιστές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Απ’ τον πόλεμο του ’40 στη Μικρασιατική καταστροφή κι από εκεί στα πέτρινα μετεμφυλιακά χρόνια οι πρωταγωνιστές του Θιάσου περιοδεύουν στην Ελλάδα αφηγούμενοι αλλά και ζώντας τη σύγχρονη τραγωδία. Στην ταινία Οι κυνηγοί μια παρέα μεγαλοαστών που έχει πάει για κυνήγι πολλά χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, ανακαλύπτει το πτώμα ενός αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού και κυριεύεται από πανικό. Το πτώμα του αντάρτη συμβολίζει το φάντασμα της επανάστασης που τρομοκρατεί την αστική τάξη δεκαετίες μετά την ήττα. Στον Μεγαλέξαντρο ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κάνει κριτική στον σοσιαλισμό, όπως αυτός εφαρμόστηκε σε μια σειρά από χώρες, χρησιμοποιώντας μια προσωπικότητα της αρχαιότητας, όχι όμως στην ιστορική αλλά στη μυθική της διάσταση. Στο Βλέμμα του Οδυσσέα ένας σύγχρονος Οδυσσέας περιπλανιέται στα ταραγμένα Βαλκάνια απ’ τις αρχές του εικοστού αιώνα ως τις μέρες μας. Σε άλλες ταινίες του όπως το Ταξίδι στα Κύθηρα και το Λιβάδι που δακρύζει επικεντρώνεται σε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε μικρή ιστορία, στην ιστορία δηλαδή των ηρώων του, με φόντο τη μεγάλη ιστορία, δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα. Στην ταινία Μια αιωνιότητα και μια μέρα καταπιάνεται με θέματα όπως η αγωνία του θανάτου ενώ ταινίες όπως η Αναπαράσταση, που ήταν και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, και Τοπίο στην ομίχλη είχαν σαν αφορμή πραγματικά γεγονότα τα οποία πληροφορήθηκε απ’ τις εφημερίδες και τα διαπραγματεύτηκε σκηνοθετικά μέσα απ’ τη δική του ιδιαίτερη ματιά.

Ανεξάρτητα όμως απ’ τη θεματολογία κάθε ταινία του θέτει ερωτήματα, προβληματίζει, προκαλεί συναισθήματα. Στο επίκεντρο κάθε ταινίας του βρίσκεται ο άνθρωπος. Απ’ την Εκπομπή μέχρι τη Σκόνη του χρόνου ο άνθρωπος αναμετράται με τα πάθη του, τη μοίρα του, την ιστορία και τον θάνατο, περιπλανώμενος στον τόπο και στον χρόνο. Όσα αποτελούν το σύμπαν των ταινιών του, απ’ το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, είναι δοσμένα με απλό και ταυτόχρονα αριστουργηματικό τρόπο. Αυτή η ιδιαίτερη ματιά του που αναφέρθηκε και παραπάνω, το βλέμμα του ποιητή όπως έγραφε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης σε ένα βιβλίο του για τον Αγγελόπουλο, ξεχώρισε απ’ την αρχή και άφησε το στίγμα της στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος παρά το ότι κέρδισε από πολύ νωρίς την αναγνώριση δεν πρόδωσε ποτέ το όραμά του. Παρέμεινε ένας ακούραστος εργάτης της τέχνης του. Ακόμα και ο θάνατός του, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της τελευταίας του ταινίας, ήταν σε πλήρη συμφωνία με τη ζωή του. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος πέθανε όπως έζησε: Υπηρετώντας τον κινηματογράφο. Το πλούσιο έργο του θα εμπνέει για πάντα τις νέες γενιές κινηματογραφιστών.