Φίλια πυρά

Σταμάτησε για μια στιγμή και έφερε το χέρι στο τραυματισμένο του πόδι. Τα βήματά του γίνονταν όλο και πιο βαριά. Σχεδόν σερνόταν. Παρόλο που πολλές φορές είχε υπερβεί τα όριά του και είχε εκπλαγεί με την αντοχή του, αυτή τη φορά ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τώρα βάδιζε σχεδόν αδιάκοπα, με ελάχιστη ξεκούραση και ελάχιστο νερό, χωρίς τροφή και χωρίς ύπνο. Όλες αυτές τις μέρες δεν είχε ακούσει ανθρώπινη φωνή. Χωρίς πυξίδα και χωρίς κάποιο μέσο επικοινωνίας δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε πού πήγαινε. Το τοπίο γύρω του παρέμενε ίδιο κι απαράλλαχτο όλες αυτές τις μέρες, σαν να περνούσε χιλιάδες φορές απ’ το ίδιο σημείο. Όταν νύχτωνε συνέχιζε να περπατάει στο βαθύ σκοτάδι. Έξι μήνες τώρα πολεμούσε χωρίς να έχει καταλάβει το γιατί. Οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά του ήταν συγκεχυμένες. Οι διαταγές που έπαιρναν κάθε μέρα απ’ το αρχηγείο ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους και να αναμένουν νεότερα. Είχαν ξεκινήσει να υποστηρίξουν τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί. Μετά από πολύ καιρό χωρίς να έχουν βρει κάποιο ίχνος τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είτε προχώρησαν είτε έχουν αποδεκατιστεί. Οι διαταγές όμως παρέμεναν οι ίδιες. Ακούγονταν φήμες ότι τους παραπλανούν για κάποιο λόγο που κανείς δεν γνώριζε.

Ένα πρωί άκουσε έναν συριχτό ήχο που συνοδεύτηκε από μια έκρηξη. Δεν πρόλαβε να καλυφθεί και έτσι κάποια θραύσματα της οβίδας τον τραυμάτισαν στο πόδι. Το τραύμα ήταν επιφανειακό και επιπόλαιο αλλά αρκετό για να τον αφήσει πίσω. Η διμοιρία του αφού ανασυντάχτηκε συνέχισε την πορεία της αδιαφορώντας για την τύχη του. Έτσι, έμεινε μόνος του με ακόμα περισσότερα αναπάντητα ερωτηματικά. Μέσα στον πανικό έχασε σχεδόν τα πάντα. Την πυξίδα του, το ρολόι του, τον φακό του, τον αναπτήρα του. Έμεινε μόνο με το όπλο του, δυο σφαίρες και ένα μισογεμάτο παγούρι. Έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του ξεκίνησε να προχωράει προς την κατεύθυνση που του φαινόταν σωστή βασιζόμενος μόνο στο ένστικτο. Αυτή η μοναχική πορεία ήταν σαν μια μικρογραφία της ζωής του. Πορευόταν μόνος, προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς να ξέρει ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι οι εχθροί του. Κάθε φορά που πήγαινε να πέσει στεκόταν όρθιος την τελευταία στιγμή χωρίς να ξέρει αν αυτό είναι η σωτηρία του ή η καταστροφή του. Στα εικοσιπέντε χρόνια του δεν είχε ακόμα αποφασίσει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, πώς θέλει να ζήσει. Πάνω που πήγαινε να βρει μια άκρη ήρθε ο πόλεμος.

Ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν. Η κούραση τον είχε καταβάλλει σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να έχει βαρίδια στα πόδια. Κάθε βήμα απαιτούσε μια τεράστια προσπάθεια. Για να νικήσει την αϋπνία κρατούσε διαρκώς το μυαλό του απασχολημένο. Σκεφτόταν τα πιο πιθανά και απίθανα πράγματα. Ανέσυρε ξεχασμένες αναμνήσεις, έκανε τον απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής του, αναθεωρούσε αποφάσεις, αναζητούσε απαντήσεις. Μετά από τρεις μέρες και νύχτες μοναχικής πορείας είχε πια φτάσει σε οριακό σημείο. Αν συνέχιζε έτσι σύντομα θα κατέρρεε. Σταμάτησε για να πάρει μια απόφαση. Τελικά αποφάσισε να συνεχίσει μέχρι να ξημερώσει. Τότε θα έβρισκε ένα σχετικά ασφαλές σημείο και θα κοιμόταν. Μετά ξεκούραστος πια θα σκεφτόταν αν πρέπει να ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση. Ήπιε δυο γουλιές νερό και συνέχισε παρά την εξάντληση τον δρόμο του. Μόλις είχε διανύσει μερικά μέτρα είδε κάτι που τον έκανε να ξεχάσει την κούραση και την αϋπνία. Μακριά, στο βάθος φαινόταν ένα φως. Ήταν αδύναμο και θαμπό αλλά φαινόταν καθαρά. Νόμιζε πως ονειρευόταν. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και τα ξανάνοιξε. Το φως ήταν ακόμα εκεί. Είχε σωθεί.

Μπορεί να ήταν από κάποια πόλη ή από κάποιο χωριό. Μπορεί η διμοιρία του να αποφάσισε να γυρίσει πίσω για να τον βρει. Μπορεί να ήταν απ’ τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί και είχε διαταγή να υποστηρίξει η διμοιρία του. Έπρεπε πρώτα να διαπιστώσει αν η πηγή του φωτός ήταν σταθερή ή κινούταν. Σταμάτησε και είδε το φως να μεγαλώνει σιγά σιγά. Κάποιοι έρχονταν προς το μέρος του. Σκέφτηκε να φωνάξει για να αντιληφθούν την παρουσία του και να επιταχύνουν το βήμα τους αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Αν αυτοί που έρχονταν δεν είχαν φιλικές διαθέσεις; Αν ήταν απ’ τα εχθρικά στρατεύματα; Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Κράτησε ακόμα και την αναπνοή του για να ακούσει έστω έναν ψίθυρο. Απόλυτη σιωπή. Σκέφτηκε να αρχίσει να κινείται προς άλλη κατεύθυνση για να μην τον βρουν, αν όμως αυτοί που έρχονταν δεν ήταν εχθροί θα είχε χάσει τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας. Προσπάθησε να διακρίνει κάποιο σημάδι που να μαρτυράει την ταυτότητά τους. Το μόνο που φαινόταν ήταν το φως. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε.

Σαν τα σύννεφα που φέρνουν βροχή

Κοιμόμαστε με τον φόβο,
ξυπνάμε με την αγωνία
και στο ενδιάμεσο λέμε ότι ζούμε
μήπως και το πιστέψουμε
Μαζευόμαστε στη γωνιά μας
και τη ζωή όλο την αναβάλλουμε

Κι είναι κάτι στιγμές που η ψυχή μας
θέλει να ξεχυθεί στους δρόμους
και να ξαναδώσει νόημα στις λέξεις
μα πάντα κάτι την κρατάει

Ανασαίνουμε εγκλωβισμένοι σ’ έναν κόσμο
που οι άνθρωποι κοιτάζουν το κενό
και δεν γελούν ποτέ
Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ
μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει