Ποιητική συλλογή Χειμερινή ισημερία

Ένα ποίημα απ’ τη συλλογή

Στην αθέατη όψη του κόσμου

Όταν θα μάθεις να ακούς κραυγές
εκεί που οι άλλοι ακούν μόνο σιωπή,
όταν θα μπορέσεις να δεις
ολόκληρους κόσμους
εκεί που οι άλλοι βλέπουν
το απόλυτο κενό

Όταν κλείσεις τα μάτια στο τίποτα
που ανάγεται σε σπουδαίο
Όταν κλείσεις τα αυτιά στον θόρυβο
που αποκοιμίζει συνειδήσεις
Όταν μάθεις να διαβάζεις
πίσω απ’ τους πηχυαίους τίτλους
Όταν αναζητήσεις την ουσία
μακριά απ’ το ψέμα
που βάφτισαν αλήθεια

Όταν καταλάβεις
πως ό,τι γράφεται με πόνο
προσεγγίζεται μόνο με την καρδιά
γιατί διαφορετικά
δεν μπορείς να το καταλάβεις
Όταν σταθείς με δακρυσμένα μάτια
πάνω από ένα ποίημα
και νιώσεις πως υπάρχει
και μια άλλη όψη του κόσμου
αθέατη για όσους δεν έχουν καρδιά

Τότε ίσως καταλάβεις
γιατί υπάρχουν άνθρωποι
που καταθέτουν την ψυχή τους στο χαρτί

Σελίδες: 70

ISBN: 978-960-571-177-1

Εκδόσεις: Bookstars – Free Publishing

Μνήμη Θόδωρου Αγγελόπουλου

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια απ’ τον αιφνίδιο θάνατο του κορυφαίου κινηματογραφιστή Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συνδυάζοντας το αστείρευτο ταλέντο του με μια σπάνια ευαισθησία και την ευφυΐα του με μια ευρύτατη μόρφωση, πρόσφερε στον παγκόσμιο κινηματογράφο μια σειρά από αριστουργήματα αλλάζοντάς τον για πάντα. Στις Μέρες του ’36, που γυρίστηκαν το 1972, για να στηλιτεύσει τη δικτατορία των συνταγματαρχών γύρισε πίσω σε μια προηγούμενη δικτατορία, αυτή του Μεταξά, για να αφηγηθεί μια σειρά γεγονότων που ξεκινούν απ’ τη δολοφονία ενός συνδικαλιστή. Στον Θίασο οι ήρωες της αρχαίας τραγωδίας γίνονται πρωταγωνιστές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Απ’ τον πόλεμο του ’40 στη Μικρασιατική καταστροφή κι από εκεί στα πέτρινα μετεμφυλιακά χρόνια οι πρωταγωνιστές του Θιάσου περιοδεύουν στην Ελλάδα αφηγούμενοι αλλά και ζώντας τη σύγχρονη τραγωδία. Στην ταινία Οι κυνηγοί μια παρέα μεγαλοαστών που έχει πάει για κυνήγι πολλά χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, ανακαλύπτει το πτώμα ενός αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού και κυριεύεται από πανικό. Το πτώμα του αντάρτη συμβολίζει το φάντασμα της επανάστασης που τρομοκρατεί την αστική τάξη δεκαετίες μετά την ήττα. Στον Μεγαλέξαντρο ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κάνει κριτική στον σοσιαλισμό, όπως αυτός εφαρμόστηκε σε μια σειρά από χώρες, χρησιμοποιώντας μια προσωπικότητα της αρχαιότητας, όχι όμως στην ιστορική αλλά στη μυθική της διάσταση. Στο Βλέμμα του Οδυσσέα ένας σύγχρονος Οδυσσέας περιπλανιέται στα ταραγμένα Βαλκάνια απ’ τις αρχές του εικοστού αιώνα ως τις μέρες μας. Σε άλλες ταινίες του όπως το Ταξίδι στα Κύθηρα και το Λιβάδι που δακρύζει επικεντρώνεται σε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε μικρή ιστορία, στην ιστορία δηλαδή των ηρώων του, με φόντο τη μεγάλη ιστορία, δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα. Στην ταινία Μια αιωνιότητα και μια μέρα καταπιάνεται με θέματα όπως η αγωνία του θανάτου ενώ ταινίες όπως η Αναπαράσταση, που ήταν και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, και Τοπίο στην ομίχλη είχαν σαν αφορμή πραγματικά γεγονότα τα οποία πληροφορήθηκε απ’ τις εφημερίδες και τα διαπραγματεύτηκε σκηνοθετικά μέσα απ’ τη δική του ιδιαίτερη ματιά.

Ανεξάρτητα όμως απ’ τη θεματολογία κάθε ταινία του θέτει ερωτήματα, προβληματίζει, προκαλεί συναισθήματα. Στο επίκεντρο κάθε ταινίας του βρίσκεται ο άνθρωπος. Απ’ την Εκπομπή μέχρι τη Σκόνη του χρόνου ο άνθρωπος αναμετράται με τα πάθη του, τη μοίρα του, την ιστορία και τον θάνατο, περιπλανώμενος στον τόπο και στον χρόνο. Όσα αποτελούν το σύμπαν των ταινιών του, απ’ το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, είναι δοσμένα με απλό και ταυτόχρονα αριστουργηματικό τρόπο. Αυτή η ιδιαίτερη ματιά του που αναφέρθηκε και παραπάνω, το βλέμμα του ποιητή όπως έγραφε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης σε ένα βιβλίο του για τον Αγγελόπουλο, ξεχώρισε απ’ την αρχή και άφησε το στίγμα της στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος παρά το ότι κέρδισε από πολύ νωρίς την αναγνώριση δεν πρόδωσε ποτέ το όραμά του. Παρέμεινε ένας ακούραστος εργάτης της τέχνης του. Ακόμα και ο θάνατός του, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της τελευταίας του ταινίας, ήταν σε πλήρη συμφωνία με τη ζωή του. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος πέθανε όπως έζησε: Υπηρετώντας τον κινηματογράφο. Το πλούσιο έργο του θα εμπνέει για πάντα τις νέες γενιές κινηματογραφιστών.

Τουλάχιστον είμαι ακόμα ζωντανός

Το παρακάτω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα
http://imerologioanergou.gr πριν από τρία χρόνια.

Κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο το σηκώνω με την ελπίδα ότι θα είναι για δουλειά. Μετά από λίγο προσγειώνομαι στην πραγματικότητα: συνήθως είναι από το τμήμα πωλήσεων κάποιας τηλεφωνικής εταιρείας.

Κάθε φορά που με ρωτάνε αν βρήκα δουλειά, η ίδια αμηχανία. Προτιμώ να μη σκέφτομαι την κατάστασή μου γιατί απελπίζομαι. Φοβάμαι το αύριο. Απασχολώ το μυαλό μου με ζητήματα της καθημερινότητας και πέφτω για ύπνο πολύ κουρασμένος, ώστε να κοιμηθώ αμέσως. Μόνο καμιά φορά, όταν η αϋπνία επιμένει και σηκώνομαι για τσιγάρο, έρχεται στο μυαλο μου αυτό που φοβάμαι. Σε συνεντεύξεις για δουλειά ρωτούν καμιά φορά τον υποψήφιο πώς φαντάζεται τον εαυτό του σε πέντε χρόνια. Εγώ τον φαντάζομαι πιο φτωχό και πιο μόνο.

Τουλάχιστον είμαι ακόμα ζωντανός. Άνθρωποι της ηλικίας μου φεύγουν προδομένοι απ΄ την καρδιά τους, στον αγώνα για το μεροκάματο ή για μια θέση εργασίας.

Κάποιοι μιλούν για τους νέους που κάθονται όλη μέρα στις καφετέριες και αναρωτιέμαι σε ποια χώρα ζουν. Γιατί εγώ τους νέους τους βλέπω στην ουρά του Ο.Α.Ε.Δ., άλλοτε να μοιράζουν φυλλάδια για δύο ευρώ την ώρα, να πέφτουν θύματα απατεώνων που εκμεταλλεύονται την ανάγκη τους για δουλειά, να μεταναστεύουν μαζικά. Κάποιοι άλλοι λένε ότι όποιος θέλει να δουλέψει βρίσκει δουλειά. Επιτέλους, κλείστε την τηλεόραση και μιλήστε με τα παιδιά σας.

Μας φτάσαν στο σημείο μετά από χρόνια σπουδών να μην μπορούμε να ελπίσουμε ούτε σε μια θέση πωλητή, να ντρεπόμαστε να μιλήσουμε για τη ζωή μας, να φοβόμαστε να κάνουμε όνειρα. Μας σκοτώνουν σιγά σιγά. Αύριο θα έρθει η σειρά σας και δεν θα υπάρχει κανείς να σας ακούσει.

Μια χώρα που σκοτώνει τα παιδιά της είναι καταδικασμένη να αφανιστεί. Κάθε νέος άνθρωπος που βυθίζεται στην απελπισία και είτε φεύγει απ΄ τη ζωή είτε φυτοζωεί περιμένοντας τον θάνατο, είναι ένα κομμάτι της χώρας που πεθαίνει, μια ψηφίδα απ΄ το μέλλον που χάνεται για πάντα, η αυγή μιας καινούργιας μέρας που δεν θα ΄ρθει ποτέ. Κι αυτό δεν έχει δικαίωμα κανείς να το ξεχνά.

Εχθρός των φτωχών

Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε την Πρωτοχρονιά του 2013. Ωστόσο από τότε ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει.

Οι γιορτές είναι εχθρός των φτωχών. Παρά τις πολυδιαφημισμένες φιλανθρωπικές δραστηριότητες των γιορτινών ημερών, οι φτωχοί ζουν και πεθαίνουν στη σκιά της εορταστικής ατμόσφαιρας. Στην ειδησεογραφία κυριαρχούν η λαμψη των ρεβεγιόν, οι εορταστικές εκδηλώσεις και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Στα ψιλά των εφημερίδων διαβάζουμε για την κόλαση που ζουν οι εργάτες που παράγουν τα χριστουγεννιάτικα στολίδια σε κάποιες μακρινές χώρες και για ανθρώπους που πέθαναν απ’ το κρύο. Η παραμονή πρωτοχρονιάς με βρήκε στο σπίτι μου. Φέτος δεν ήρθαν παιδιά για τα κάλαντα. Ίσως ο φόβος τα κράτησε κλεισμένα στα σπίτια τους. Ίσως δεν ήθελαν να θυμούνται πως είναι παραμονή πρωτοχρονιάς. Η μέρα κύλησε κανονικά, σαν μια οποιαδήποτε μέρα του χρόνου, χωρίς να συμβεί κάτι αξιοσημείωτο. Λίγα λεπτά πριν τις δώδεκα βγήκα στο μπαλκόνι για να υποδεχτώ τον καινούριο χρόνο. Οι σειρήνες των πλοίων και τα πυροτεχνήματα σήμαναν τον ερχομό του. Ξαναμπήκα στο σπίτι και αφού αντάλλαξα ευχές απ’ το τηλέφωνο σε λίγες ώρες πήγα για ύπνο. Το πρώτο πρωινό του 2013 με βρήκε να κάνω τον απολογισμό του προηγούμενου χρόνου. Τα καλά που είχα να θυμηθώ δεν ήταν πολλά και έτσι σταμάτησα γρήγορα. Δυο συναισθήματα κυριαρχούν μέσα μου. Ο φόβος και η ελπίδα. Ο φόβος για τα χειρότερα που έρχονται και η ελπίδα ότι ο φόβος μας θα γίνει δικός τους. Ότι φέτος θα πάρουμε πίσω όλα όσα μας έκλεψαν.

Το απόγευμα βγήκα μια βόλτα. Οι δρόμοι στολισμένοι, τα καταστήματα εστίασης γεμάτα κόσμο. Ένα υπαίθριο παζάρι και το σπίτι του Άι Βασίλη συμπληρώνουν το όλο κλίμα. Περπατάω αργά κοιτώντας γύρω μου. Είναι η πρώτη μέρα του χρόνου και θέλω να έχω στο μυαλό μου εικόνες απ’ αυτήν. Αμφιβάλλω ομως αν αυτές οι εικόνες απηχούν την πραγματικότητα, η οποία δυστυχώς είναι πολύ πιο σκληρή. Αυτά που βλέπω δεν είναι παρά η εορταστική βιτρίνα της πραγματικής ζωής. Την ίδια ώρα, λίγα χιλιόμετρα μακριά, ένα παιδί βασανίζεται σε κάποιο κέντρο κράτησης μεταναστών. Ακόμη πιο κοντά κάποια άλλα παιδιά ζουν χωρίς ρεύμα και χωρίς θέρμανση. Ξεχασμένα απ’ τον Άι Βασίλη και το πνεύμα των ημερών, οι ευχές ηχούν στα αυτιά τους σαν κατάρες. Για πολλούς ανθρώπους το 2013 είναι η συνέχεια του εφιάλτη που ζουν τα τελευταία χρόνια. Τα εκατομμύρια των ανέργων, των ανθρώπων που ζουν κάτω απ’ τα όρια της φτώχειας, των απόμαχων της δουλειάς που η σύνταξή τους μετά βίας φτάνει για το νοίκι, οι χιλιάδες των αστέγων, των ανθρώπων που τρέφονται απ’ τα συσσίτια, των ασθενών που δίνουν αγώνα για τη ζωή τους χωρίς φάρμακα, στοιχειώνουν τις πρωτοχρονιάτικες φιέστες. Όλοι εμείς που βλέπουμε τα όνειρά μας να συντρίβονται, ας γίνουμε οι πρωταγωνιστές του καινούριου χρόνου. Ας γίνουμε το μέλλον. Οι δρόμοι μας περιμένουν. Ας κάνουμε το 2013 τον κόσμο δικό μας.

Πίσω απ’ την ομίχλη των λέξεων

Όσες κραυγές κατάπιε το σκοτάδι,
όσα δάκρυα έπνιξα σφίγγοντας τα δόντια,
όσα χρόνια έχασα παρατηρώντας τη ζωή,
όσες άγρυπνες νύχτες πέρασα
περιμένοντας να ξημερώσει,
όσες μπόρες δεν πέρασαν ποτέ,
όσα καλοκαίρια κράτησα μέσα μου
σε πείσμα του χειμώνα,
όσες θάλασσες δεν ταξίδεψα ποτέ,
όσοι φόβοι με κράτησαν καθηλωμένο,
όσοι σκοτεινοί δρόμοι έχω διαβεί,
όσοι κόσμοι χωράνε συην ψυχή μου,
όσες φορές έπεσα μα δεν σηκώθηκα ποτέ
και προσποιήθηκα ότι στέκομαι όρθιος,
όσα “αν” στοιχειώνουν τις ναρκωμένες μου σκέψεις,
όσα δεν ήρθαν, όσα πέρασαν αθόρυβα,
όσα χάθηκαν, όσα θα ξαναβρεθούν
είναι όσα δεν είπα ποτέ
μα ήταν πάντα εκεί
για όσους διαβάζουν πίσω απ’ τις λέξεις