Ψηφιακό μίσος

Το μίσος είναι ένα συναίσθημα που υπάρχει σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Άλλοτε εκδηλώνεται με λόγια και πράξεις και άλλοτε μένει κρυφό. Σαν ανθρώπινο συναίσθημα λοιπόν το μίσος δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ το διαδίκτυο. Λόγω μάλιστα της ανωνυμίας που κυριαρχεί σ’ αυτό και της ασφάλειας που αισθάνονται οι χρήστες του πίσω απ’ την οθόνη του υπολογιστή τους, καθίσταται προνομιακό πεδίο έκφρασης μίσους. Το να μισεί κάποιος συνανθρώπους του λόγω της καταγωγής τους, της θρησκείας τους ή της ομάδας που υποστηρίζουν είναι κάτι αποτρόπαιο, το οποίο όμως μπορεί εύκολα να εξηγηθεί και να αποδοθεί στην έλλειψη παιδείας, στο οικογενειακό περιβάλλον και σε άλλους παράγοντες. Όπως επίσης το να μισεί κάποιος αυτούς που του κατέστρεψαν τη ζωή ή δράστες εγκλημάτων με αθώα θύματα είναι κάτι που άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μπορεί εύκολα να δικαιολογηθεί.

Αυτό όμως που προκαλεί μεγάλη έκπληξη στους ανυποψίαστους επισκέπτες του αχανούς σύμπαντος του διαδικτύου είναι ότι το μίσος που βλέπουν να μοιράζεται απλόχερα είναι κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εντελώς αναίτιο. Κύριοι αποδέκτες του διαδικτυακού μίσους είναι άνθρωποι που είτε δεν έχουν κάνει τίποτα μεμπτό, είτε ακόμα κι αν έχουν κάνει είναι εντελώς δυσανάλογο με το μίσος που δέχονται. Παίκτες τηλεπαιχνιδιών, παρουσιαστές τηλεοπτικών επομπών, μουσικοί που δημοσιεύουν βίντεο με τραγούδια τους, κωμικοί που δημοσιεύουν χιουμοριστικά βίντεο γίνονται αποδέκτες ενός ασύλληπτα χυδαίου υβρεολογίου ανάμεικτου με κατάρες. Προσπαθώντας να κατανοήσω αυτό το φαινόμενο το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω όταν σαν παιδί πήγα για πρώτη φορά, με έναν μεγαλύτερο φίλο μου, στο γήπεδο. Εκεί ακούγοντας τις βρισιές των οπαδών ακόμα και για τους παίκτες της δικής τους ομάδας ρώτησα τον φίλο μου γιατί συμβαίνει αυτό. Η απάντησή του ήταν: «Όταν όλη τη βδομάδα είσαι με το μάλιστα κάπου πρέπει να ξεσπάσεις». Στην προκειμένη περίπτωση οι ποδοσφαιριστές ήταν ο εύκολος στόχος της καταπιεσμένης οργής των οπαδών.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Αυτοί που βρίζουν, για παράδειγμα, κάποιον παίκτη ενός reality και εύχονται να πάθει καρκίνο, στην πραγματικότητα δεν μισούν τον αποδέκτη των βρισιών αλλά τη ζωή τους. Όσα λένε εναντίον μιας τηλεπερσόνας ή ενός μουσικού είναι όσα θα ήθελαν να πουν στο αφεντικό τους, στον προϊστάμενό τους, στους καθηγητές τους ή στον σπιτονοικοκύρη τους. Αισθανόμενοι αδύναμοι να αντιδράσουν στην καταπίεση που βιώνουν καθημερινά ξεσπούν βρίζοντας ανθρώπους που δεν τους έχουν κάνει τίποτα. Μεγάλο ρόλο παίζει και η ψευδαίσθηση που έχουν πολλοί άνθρωποι πως όσα γράφονται στο διαδίκτυο δεν έχουν κανέναν αντίκτυπο. Βρίζουν τα αγαπημένα πρόσωπα κάποιου σαν να αλλάζουν κανάλι στην τηλεόραση, χωρίς να νιώθουν ότι κάνουν κάτι κακό. Το χειρότερο είναι ότι το να μοιράζουν βρισιές και κατάρες το θεωρούν αυτονόητο δικαίωμά τους. Ταυτίζουν τον λεκτικό τραμπουκισμό με την ελευθερία έκφρασης. Πρόκειται για ανθρώπους δυστυχισμένους που η μόνη τους ευχαρίστηση είναι να προσβάλλουν αναίτια τους άλλους μέσα απ’ την ασφάλεια του σπιτιού τους και πολύ συχνά κρυμμένοι πίσω απ’ την ανωνυμία. Και είναι ακριβώς η απόσταση και η ανωνυμία που τους δίνει το θράσος να παριστάνουν τους νταήδες. Είναι σίγουρο πως αν είχαν μπροστά τους τους ανθρώπους που βρίζουν διαδικτυακά δεν θα τολμούσαν να πουν λέξη. Όπως δεν τολμούν να πουν λέξη για τις αιτίες της οργής τους.

Δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι εξοικοιωμένο με αυτή την αθλιότητα και τη θεωρεί απόλυτα φυσιολογική. Συχνά ακούμε εκφράσεις του τύπου: «Όταν εκτίθεσαι πρέπει να δέχεσαι και την κριτική» όπου κριτική εννοούν το υβρεολόγιο χαμαιτυπείου. Και δεν θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν άνθρωποι που λούζουν με βρισιές κάποιον επειδή δεν τους αρέσει μια φωτογραφία που ανέβασε, σε περίπτωση που αυτοκτονήσει κάποια έφηβη επειδή δεν μπορεί να αντέξει τον διαδικτυακό τραμπουκισμό αποτίουν φόρο τιμής στη μνήμη της και ξιφουλκούν ενάντια στο bullying. Δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε ιστολόγια με μεγάλη επισκεψιμότητα όπου μεγάλο ποσοστό της ύλης τους είναι σατιρικά κείμενα που τα δημοσιεύουν ως πραγματικές ειδήσεις και κουτσομπολιά. Εκεί κάτω από βίντεο με τίτλους όπως: «Ο ηλίθιος της χρονιάς» θα δείτε δακρύβρεχτα άρθρα για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Advertisements

Περί νοσταλγίας

Πολύ συχνά οι άνθρωποι νοσταλγούν το παρελθόν. Στην πραγματικότητα αυτό που νοσταλγούν δεν είναι μια συγκεκριμένη εποχή για παράδειγμα η δεκαετία του ’60 ή του ’70 αλλά τα νιάτα τους και τα παιδικά τους χρόνια. Μαζί με τη νοσταλγία συνήθως έρχεται και ο εξωραϊσμός του παρελθόντος ίσως γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να θυμούνται ό,τι τους κάνει να αισθάνονται ευχάριστα. Έτσι, πολλές φορές θα ακούσουμε για το πόσο ωραία ήταν η Αθήνα παλιότερα με λιγότερες πολυκατοικίες και περισσότερο πράσινο, όμως σχεδόν ποτέ δεν θα ακούσουμε ότι παλιότερα οι δημόσιες συγκοινωνίες ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση σε σχέση με σήμερα και ότι για να πάει κάποιος απ’ τη μια περιοχή της Αθήνας στην άλλη έπρεπε να κάνει ολόκληρο ταξίδι. Στο πλαίσιο λοιπόν της ωραιοποίησης του παρελθόντος εκφράζεται και η άποψη ότι παλιότερα υπήρχε περισσότερη αγνότητα και τιμιότητα απ’ ό,τι σήμερα. Ότι υπήρχε αθωότητα που τώρα πια έχει χαθεί. Και παρόλο που θα μπορούσε μια τέτοια άποψη να είναι συζητήσιμη, ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται με εκφράσεις του τύπου «Παλιά οι άνθρωποι ήταν τίμιοι και αγνοί, τώρα κοιτάνε όλοι να σε κλέψουν» την καθιστά πολύ προβληματική. Πέρα απ’ την αφέλεια και τον ρατσισμό που κρύβει μια τέτοια άποψη που θεωρεί ότι οι ανθρώπινες αρετές συναντώνται σε συγκεκριμένες εποχές σαν να είναι κάποια μόδα, δείχνει και παντελή άγνοια της πραγματικότητας. Εκτός απ’ το ότι παραγνωρίζει κάτι αυτονόητο ότι δηλαδή σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο υπάρχουν καλοί και κακοί, τίμιοι και άτιμοι, αγνοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι, δείχνει να αγνοεί ότι σε εποχές που υποτίθεται άνθιζαν η αγνότητα και η τιμιότητα και όλοι ήταν αθώοι υπήρχαν και σκάνδαλα και εγκλήματα και ένα πολύ πλούσιο αστυνομικό δελτίο, αλλά και φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού όπου κάποιοι επιτήδειοι πλούτισαν αγοράζοντας σπίτια για έναν τενεκέ λάδι.

Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε κάποια κοινωνικά φαινόμενα που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν καθημερινά και σήμερα αν δεν έχουν εκλείψει παντελώς, όταν εκδηλώνονται προκαλούν αποτροπιασμό. Αυτά τα φαινόμενα δείχνουν ότι οι εποχές που κάποιοι νοσταλγούν κάθε άλλο παρά αθώες ήταν. Μέχρι πριν περίπου τριάντα χρόνια λοιπόν πολλά παιδιά ξυλοκοπούνταν ανελέητα απ’ τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Ο ξυλοδαρμός ανυπεράσπιστων παιδιών εκτός από καθημερινό φαινόμενο με σχεδόν καθολική αποδοχή ήταν και μέθοδος σωφρονισμού. Η παροιμία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» εκφράζει εύγλωττα και ξεδιάντροπα τις αντιλήψεις περασμένων εποχών γύρω απ’ τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αλλά τα παιδιά δεν ήταν τα μόνα που υπέφεραν από τέτοιες συμπεριφορές. Σε αυτές τις «αγνές» και «αθώες» εποχές στις οποίες αναφέρομαι οι ψυχικά ασθενείς (ο περίφημος «τρελός του χωριού» ή «τρελός της γειτονιάς») τραμπουκίζονταν και εξευτελίζονταν καθημερινά χωρίς κανένα λόγο, έτσι απλώς για να περνάει η ώρα. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμία ουσιαστική κρατική μέριμνα για αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν τους προστάτευε κανείς αλλά ακόμα και οι οικογένειές τους ντρέπονταν για αυτούς. Μαζί με όλα αυτά μια πολύ δημοφιλής διασκέδαση για τα παιδιά περασμένων εποχών ήταν ο βασανισμός και η θανάτωση δύστυχων ζώων. Γάτες, σκυλιά και πουλιά που είχαν την ατυχία να βρεθούν στον δρόμο βαριεστημένων παιδιών και εφήβων κυνηγιούνταν με πέτρες, κλωτσούνταν και θανατώνονταν σαν να ήταν άψυχα αντικείμενα. Οι πρωταγωνιστές αυτής της φρίκης μάλιστα επαίρονταν για τα «κατορθώματά» τους. Η νεοελληνική λογοτεχνία βρίθει από τέτοιες αναφορές.

Για να μη μακρηγορήσω δεν θα αναφερθώ στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση που υφίσταντο πολλοί άνθρωποι λόγω επαγγέλματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, προσωπικών επιλογών ή κάποιας ασθένειας. Όσα ήδη αναφέρθηκαν πιστεύω πως είναι αρκετά ενδεικτικά. Επίσης δεν θα αναφερθώ σε ακόμα παλιότερες εποχές που οι καταδικασμένοι σε θάνατο εκτελούνταν δημόσια και πλήθος κόσμου παρακολουθούσε ανθρώπους να πεθαίνουν σαν να ήταν θεατρική παράσταση, ιθαγενείς απ’ τις αποικίες των μεγάλων δυνάμεων παρουσιάζονταν σαν εκθέματα σε θεματικά πάρκα όπως τα ζώα στους ζωολογικούς κήπους ή πωλούνταν ως σκλάβοι. Η γνώμη μου είναι ότι παλιότερα υπήρχε πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα και λιγότερη ανθρωπιά σε σχέση με σήμερα. Λόγω των πολέμων, της παιδικής θνησιμότητας αλλά και θανάτου από αρρώστιες που σήμερα είναι ιάσιμες, οι άνθρωποι ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με τον θάνατο ενώ η μεγαλύτερη εξαθλίωση που υπήρχε ευνοούσε φαινόμενα όπως η παιδική εργασία. Επίσης το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού ήταν πολύ χαμηλότερο και σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούσαν η αμάθεια και ο σκοταδισμός. Απ’ την άλλη λόγω βλακωδών κοινωνικών αντιλήψεων ήταν πολύ δύσκολο να εκφραστούν συναισθήματα καθ’ όλα αγνά και ανθρώπινα. Όσο για την τιμιότητα ας σκεφτούμε σε εποχές που ο αναλφαβητισμός έκανε θραύση πόσοι άνθρωποι γίνονταν θύματα επιτήδειων και έχαναν την περιουσία τους. Αν κάτι έχουμε να ζηλέψουμε από παλιότερες εποχές αυτό σίγουρα δεν είναι η αθωότητα.