Δυο πράγματα είναι άπειρα: Το ίντερνετ και η ανθρώπινη ευπιστία. Για το πρώτο δεν είμαι τόσο σίγουρος

Η εποχή μας είναι η εποχή της πληροφορίας. Καθημερινά, από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, βομβαρδιζόμαστε από εκατοντάδες πληροφορίες. Η ταχύτητα με την οποία διαχέονται οι πληροφορίες, δεν μας επιτρέπει να εστιάσουμε, να σκεφτούμε, να αναλύσουμε. Διαβάζουμε μια είδηση και σε λίγο την έχουμε ξεχάσει, αφού τη θέση της έχουν πάρει δεκάδες άλλες. Τα ρεπορτάζ είναι όλο και πιο μικρά, οι ειδήσεις όλο και λιγότερο έγκυρες, γιατί αυτό που μετράει είναι η ταχύτητα και η πρωτιά της μετάδοσης. Παράλληλα το διαδίκτυο κατακλύζεται από αποφθέγματα ή αλλιώς τσιτάτα. Μικρές, εύληπτες φράσεις που αποδίδονται (συνήθως λανθασμένα) σε επιστήμονες, λογοτέχνες, στοχαστές, καλλιτέχνες και πολιτικούς ηγέτες. Η συχνότητα με την οποία τα συναντά κανείς βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με την πληθώρα των πληροφοριών και την ταχύτητα διάδοσής τους. Όπως μπορείς να βρεις δεκάδες άρθρα λίγων γραμμών για ένα γεγονός αλλά ούτε μια ανάλυση, έτσι μπορείς να βρεις σερφάροντας στο διαδίκτυο δεκάδες τσιτάτα του Κάφκα, αλλά ούτε ένα διήγημά του.

Τα αποφθέγματα είναι το fast food της σκέψης. Γιατί να διαβάσεις τα βιβλία ενός συγγραφέα όταν σε λίγα λεπτά μπορείς να διαβάσεις μερικά αποφθέγματά του; Δεν χρειάζεται να σκεφτείς, αφού κάποιοι άλλοι έχουν σκεφτεί πριν από σένα. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις επιχειρήματα σε μια συζήτηση. Πετάς ένα τσιτάτο και ξεμπερδεύεις. Δεν χρειάζεται καν να ανατρέξεις σε βιβλία ή ιστοσελίδες για να βρεις αποφθέγματα, αλλά ούτε και να μπεις στον κόπο να τα αντιγράψεις. Κυκλοφορούν εκατοντάδες κακόγουστες φωτογραφίες μ’ αυτά. Και δεν χρειάζεται να αναρωτηθείς αν πράγματι ανήκουν σ’ αυτούς που αποδίδονται, αφού ελάχιστοι θα ασχοληθούν με τη γνησιότητά τους. Μερικά κλικ αρκούν και μπορείς να καμαρώνεις αυτάρεσκα για τη σοφία που χαρίζεις απλόχερα στον κόσμο του διαδικτύου. Υπάρχουν χιλιάδες τσιτάτα για κάθε περίσταση. Για τη ζωή, τον θάνατο, τον πόλεμο, την ειρήνη, τον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία, την ευτυχία, τη δυστυχία. Αιώνες μετά τον Διαφωτισμό χιλιάδες άνθρωποι επικαλούνται καθημερινά κάποια αυθεντία. Αφού ο Μαχάτμα Γκάντι, για παράδειγμα, είπε (υποτίθεται) ότι η ζωή είναι έτσι σημαίνει ότι έτσι είναι. Ποιος είσαι εσύ που θα το αμφισβητήσεις; Τα περίφημα αποφθέγματα δεν δημοσιεύονται ως τροφή για σκέψη ή βάση για συζήτηση, αλλά ως απόλυτες αλήθειες που πρέπει να αποδεχτούμε.

Απ’ την υποτιθέμενη δήλωση του Κίσινγκερ για τους Έλληνες μέχρι την υποτιθέμενη ρήση του Αϊνστάιν για το σύμπαν και την ανθρώπινη βλακεία, κυκλοφορούν εκατοντάδες αποφθέγματα που έχουν δημοσιευτεί χιλιάδες φορές το καθένα, αλλά ποτέ δεν έχει αναφερθεί κάποια πηγή. Με λίγη έρευνα ανακαλύπτει κανείς ότι τα περισσότερα απ’ αυτά δεν είναι γνήσια. Άλλοτε πάλι αποδίδουν τα λόγια κάποιου ήρωα λογοτεχνικού βιβλίου στον συγγραφέα του, ενώ αυτός μπορεί να διαφωνεί και να βάζει αυτά τα λόγια στο στόμα του ήρωά του για να τα στηλιτεύσει. Δεν είναι λίγες και οι φορές που η ζωή του ανθρώπου στον οποίο αποδίδεται κάποιο απόφθεγμα ήταν σε πλήρη διαφωνία μ’ αυτό. Στο διαδίκτυο υπάρχει ένας ωκεανός γνώσης. Από βίντεο με πανεπιστημιακά μαθήματα μέχρι χιλιάδες βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή που μπορούμε να κατεβάσουμε δωρεάν. Το να θαυμάζουμε και να αναπαράγουμε ανόητα, πολλές φορές, αποφθέγματα επειδή υποτίθεται ότι ανήκουν σε κάποια μεγάλη προσωπικότητα, είναι σπατάλη χρόνου και φαιάς ουσίας.

Advertisements

Στη σκιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου

Σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα υπήρχε φτώχεια. Εν όψει των γιορτών όλοι οι άνθρωποι θα είχαν στη διάθεσή τους ένα σεβαστό ποσό για δώρα, ταξίδια, εξόδους, γλυκά, ρούχα, χριστουγεννιάτικα δέντρα και στολίδια. Σε έναν ιδανικό κόσμο δεν θα υπήρχε μοναξιά. Όλοι οι άνθρωποι θα γιόρταζαν μαζί με αγαπημένα πρόσωπα, συγγενείς και φίλους. Επίσης σε έναν ιδανικό κόσμο ο θάνατος και η αρρώστια θα τηρούσαν κάποιου είδους εκεχειρία και δεν θα εμφανίζονταν σαν απρόσκλητος και ανεπιθύμητος επισκέπτης σε κανένα σπίτι κατά τις γιορτινές μέρες.

Ο κόσμος που ζούμε όμως είναι κάθε άλλο παρά ιδανικός. Υπάρχουν άνθρωποι που κατά τη διάρκεια των γιορτών στερούνται ακόμα και τα στοιχειώδη. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτές τις χαρούμενες, για τους άλλους, μέρες τις περνούν μέσα στην απέραντη μοναξιά και τη θλίψη. Και ως γνωστόν ο θάνατος και η αρρώστια δεν κάνουν διακρίσεις, ούτε τηρούν κάποιο πρωτόκολλο και μπορούν να μετατρέψουν και την πιο λαμπρή γιορτή σε εφιάλτη. Τα στολίδια, τα φώτα, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που ακούμε νυχθημερόν απ’ το ραδιόφωνο, τα εορταστικά τηλεοπτικά προγράμματα και οι προσφορές των πολυκαταστημάτων δεν μπορούν να λύσουν προβλήματα. Σε έναν κόσμο γεμάτο με ανισότητες και αντιφάσεις κάτι που σε κάποιους δίνει χαρά, για κάποιους άλλους είναι απόγνωση και πόνος.

Πέρα απ’ τα αναμμένα τζάκια, τις φωταγωγημένες πλατείες, τα πλούσια τραπέζια, τις ευχές και τα πυροτεχνήματα υπάρχει ένας κόσμος που δεν γιορτάζει ποτέ. Όσο κι αν είναι εκτός κλίματος, το κρύο, το σκοτάδι, η μοναξιά, η ανέχεια, η δυστυχία επιμένουν να υπάρχουν παρά τις γιορτές. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο υπάρχουν άνθρωποι που επειδή βιώνουν όλα αυτά, μισούν τις γιορτές. Δεν το κάνουν επειδή ακολουθούν κάποια μόδα, ούτε γιατί θέλουν να ξεχωρίσουν όπως συνηθίζουν να λένε κάποιοι, αλλά γιατί η αδικία και τα βάσανα δεν γνωρίζουν γιορτές και αργίες.

Επιστροφή στο μέλλον

Σε ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε πριν πολλά χρόνια, ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος πεθαίνει και αφήνει μια παράξενη διαθήκη. Έχει επιλέξει έξι, άγνωστους σ’ αυτόν και μεταξύ τους, ανθρώπους με μοναδικό κριτήριο επιλογής τον τόπο γέννησής τους που είναι το Σικάγο. Οι έξι αυτοί άνθρωποι πρέπει να πάρουν μέρος σε ένα παιχνίδι που θυμίζει τη Μονόπολη. Ο εκτελεστής της διαθήκης ρίχνει ανά τακτά χρονικά διατήματα δυο ζάρια και ανάλογα με τον αριθμό που θα φέρουν, ο εκάστοτε παίκτης πρέπει να ταξιδέψει σε κάποια πολιτεία των Η.Π.Α., που μπορεί να είναι κοντά αλλά μπορεί να είναι και χιλιάδς χιλιόμετρα μακριά. Όποιος παίκτης φτάσει πρώτος στο τέρμα θα κληρονομήσει την αμύθητη περιουσία του εκλιπόντος.

Απ’ την αρχή του παιχνιδιού οι εφημερίδες δημοσιεύουν φωτογραφίες και συνεντεύξεις των παικτών και οι δημοσιογράφοι ψάχνουν μανιωδώς στοιχεία για τις ζωές τους, ενώ δεν λείπουν και οι ιστορίες για αυτούς που είναι προϊόν της φαντασίας των συντακτών τους. Οι παίκτες γίνονται διάσημοι, όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη. Εκατομμύρια άνθρωποι στοιχηματίζουν σημαντικά ποσά υπέρ του ενός ή του άλλου παίκτη, ενώ οι παίκτες εισάγονται στο χρηματιστήριο σαν προϊόντα και οι τιμές των μετοχών τους ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα με τις επιδόσεις τους στο παιχνίδι.

Με τον καιρό οι παίκτες αποκτούν φανατικούς θαυμαστές και στις πόλεις απ’ τις οποίες περνούν, οι αρχές και οι πολίτες τους επιφυλάσουν θερμή υποδοχή. Διοργανώνονται προς τιμήν τους δεξιώσεις και παρατίθενται επίσημα γεύματα. Πολλές φορές γίνονται επίτιμοι δημότες των πόλεων που συμβαίνουν όλα αυτά και τους απονέμονται τιμητικά διάφορα αξιώματα. Όσοι παίκτες παρουσιάζουν κάμψη στις επιδόσεις τους, από κει που γνώριζαν την αποθέωση, αντιμετωπίζουν τη χλεύη και την περιφρόνηση του κόσμου. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού κάποιοι παίκτες περνούν απίστευτες ταλαιπωρίες και θέτουν ακόμα και τη ζωή τους σε κίνδυνο.

Για τους περισσότερους παίκτες το μόνο που μετράει είναι η νίκη και τους συμπαίκτες τους τούς αντιμετωπίζουν σαν μισητούς εχθρούς. Υπάρχουν όμως και δυο παίκτες που δυσανασχετούν μ’ αυτή την παράνοια και ο μόνος λόγος που δέχτηκαν να πάρουν μέρος στο παιχίδι είναι οι πιέσεις του οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος. Οι δυο αυτοί παίκτες είναι ένας νεαρός ζωγράφος και μια νεαρή υπάλληλος πολυκαταστήματος. Και οι δυο τους θεωρούν το παιχνίδι ανόητο και τις διαστάσεις που έχει πάρει υπερβολικές. Πιστεύουν ότι δεν κάνουν κάτι σπουδαίο για να αξίζουν όλο αυτόν τον θαυμασμό και τις τιμές. Δεν αντιμετωπίζουν τους συμπαίκτες τους σαν εχθρούς και στεναχωριούνται με τις δοκιμασίες που περνάνε. Νιώθουν ότι χάνουν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους γιατί έχουν μετατραπεί σε πιόνια. Πιστεύουν ότι στη ζωή υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα απ’ τα πλούτη και τη νίκη σε ένα γελοίο παιχνίδι. Αυτοί οι δυο άνθρωποι είναι οι μοναδικοί που έχουν αντισταθεί στον κοινωνικό κανιβαλισμό που επιβάλλει το παιχνίδι και έχουν διατηρήσει την ανθρωπιά τους.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι «Η μυστηριώδης διαθήκη» του Ιουλίου Βερν και γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Το τέλος δεν θα το αποκαλύψω γιατί δεν έχει σχέση με το παρόν άρθρο. Κατά τη γνώμη μου είναι το πιο προφητικό βιβλίο του. Η σχέση του με ένα μέρος της σημερινής τηλεοπτικής πραγματικότητας είναι ανατριχιαστική. Η μεγαλοφυΐα του συγγραφέα κατάφερε να προβλέψει την παρακμή της τηλεόρασης πριν την εφεύρεσή της.

Ατομική έκθεση φωτογραφίας Δημήτρη Θεοδόση

Πειραιάς (Δεν βρίσκω άλλο λιμάνι)

Γεννήθηκα στον Πειραιά, κάπου στην Ευαγγελίστρια. Η αλμύρα του νοτισμένου καλοκαιρινού αέρα με συντροφεύει από τότε διά βίου.

Ο Πειραιάς είναι πολλά πράγματα. Είναι η κόρνα του πλοίου της γραμμής σαν μπαίνει στο λιμάνι, είναι ο κρότος από τα σφυριά στα μηχανουργεία της περιοχής Παπαστράτου, είναι οι φωνές των μαθητών στο Πασαλιμάνι, είναι η φανέλα του Ολυμπιακού πού φοράει ο Σύρος πρόσφυγας στην θύρα Ε5 του λιμανιού. Είναι και άλλα, πολλά άλλα.

Αυτά τα βασικά, αλλά κυρίως τα άλλα, είναι πού αναζητώ σε αυτό το φωτογραφικό οδοιπορικό μου σε ένα από τα πιο εμβληματικά λιμάνια της Μεσογείου. Η ένταση στην ματιά μου είναι μεγαλύτερη, οι αισθήσεις μου σε μόνιμη επαγρύπνηση, η μνήμη μου οξυμένη. Όταν σε καλεί ο γενέθλιος τόπος σου δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για ολιγωρία.

Ο Πειραιάς έχει αξία ιδιαίτερη. Έχει ειδικό βάρος. Αυτό προσπαθώ να αναδείξω μέσα από την δουλειά μου. Προσπαθώ να ξαναανακαλύψω την πόλη εφαλτήριο, την πόλη των ελπίδων. Γιατί όσο κι αν ψάχνω δεν βρίσκω άλλο λιμάνι…

Πειραιάς 2017 Δημήτρης Θεοδόσης

Η ατομική έκθεση φωτογραφίας του Δημήτρη Θεοδόση με τίτλο «Πειραιάς (δεν βρίσκω άλλο λιμάνι)» στην Art Prisma Gallery στην οδό Κουντουριώτου 187 στον Πειραιά θα εγκαινιαστεί στις 10 Νοεμβρίου και θα έχει διάρκεια ένα μήνα.

Βιογραφικό Δημήτρη Θεοδόση

Ο Δημήτρης Θεοδόσης γεννήθηκε στον Πειραιά. Είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστήμιου Πειραιά. Ασχολείται με την φωτογραφία πάνω από 30 χρόνια.

Την διετία 1982-1983 δούλεψε στο Φωτογραφικό Κέντρο Αθήνας, όπου συνεργάστηκε και επηρεάστηκε με μερικούς από τους πλέον εμβληματικούς φωτογράφους της εποχής, όπως ο Γιώργος Δεπόλας και ο Στέφανος Πάσχος.

Η φωτογραφία τον ενδιαφέρει σε όλες της τις εκφάνσεις, χωρίς κατηγοριοποιήσεις και αφορισμούς. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό πού δικαιώνει τον καλλιτέχνη και το νόημα πού δίνει στις καταστάσεις.

Ατομικές εκθέσεις

Αθήνα,2005 gallery Manifactura «Όλα είναι δρόμος» (φωτογραφία και κολάζ)

Αθήνα,2007 gallery FNAC «Το street art στην Αθήνα»

Αθήνα 2007, gallery Spilioti Projects «Το street art στην Αθήνα»

Θεσσαλονίκη, 2008 Art House «Stencil in Athens»

Κορυδαλλός, 2009 Πνευματικό Κέντρο «Κορυδαλλός, στιγμές και τόπος»
Βερολίνο,2009 Tacheles «Berlin in one day»

Κορυδαλλός, 2010 Festival μεταναστευτικών κοινοτήτων «Μετανάστες, οι νέοι Αθηναίοι»

Αθήνα,2010 Γαλλικό Ινστιτούτο «Αστικές μορφές τέχνης στους δρόμους της Αθήνας»

Αθήνα ,2010 Κεραμείο «Αθηναϊκά παράδοξα»

Αθήνα,2012 Hair Studio The Box «Το κούρεμα»

Κορυδαλλός,2012 Κοινωνικός χώρος Pasamontana «Από τον Δεκέμβρη του 2008 στα μνημόνια»

Montpellier Γαλλία,2012 gallery Expo 1 «Greece in crisis»

Αθήνα, 2013 I.P.P.O. «Ο τυφλός φωτογράφος»

Ζάκυνθος,2013 Φώσκολος «Η Ζάκυνθος με κυριεύει»

Πειραιάς,2013 πολυχώρος Κ. Κωσταράκος «Το Ελληνικό σοκ»

Ζάκυνθος, 2014 χώρος τέχνης Ίριδα «Καθημερινός Ζακυνθινός σουρεαλισμός»

Πειραιάς,2014 Πολυχώρος Κ. Κωσταράκος «Για την δημόσια υγεία»

Αθήνα,2014 ΣΚΟΡΔ-ART «Το street art στην ΣΚΟΡΔ-ΑΡΤ»

Αθήνα,2015 Booze Cooperativa «Στην έρημο της μνήμης»

Αθήνα,2015 Θέατρο Εμπρός «Στην έρημο της μνήμης», στο πλαίσιο του αντιφασιστικού festival

Αθήνα 2016 Booze Cooperativa «Αναζητώντας τον θάνατο»

Ομαδικές εκθέσεις

Αθήνα,2002 gallery Σταύλος «Η Κούβα την ειδική περίοδο»

Αθήνα,2006 Ευρωπαϊκό Forum ενάντια στην παγκοσμιοποίηση «Το γυναικείο ζήτημα σήμερα» (φωτοκολάζ)

Αθήνα, 2007 Anti-art Athina.Αθήνα , 2007 Δημοτική αγορά Κυψέλης «Ματιές στην πόλη»

Αθήνα, 2007 Festival μεταναστών δήμου Βύρωνα

Αθήνα,2007 Κυψέλη, έκθεση Κ.Ε.Δ.Ε. «Κοινωνικός αποκλεισμός»

Αθήνα,2008 Κολωνός Festival Κυριακάτικου σχολείου μεταναστών
Κορυδαλλός Festival μεταναστών δήμου Κορυδαλλού

Αθήνα, 2008 Κυψέλη Festival νεολαίας Συνασπισμού «Ζώντας στην Ελλάδα των 700 ευρώ» (slide show)

Αθήνα,2008 gallery OBI «Πτυχώσεις»

Αθήνα, 2009 Festival μεταναστών δήμου Κορυδαλλού

Αθήνα, 2010 gallery Manifactura «Samples of art»

Αθήνα 2010, Φάληρο , ART ATINA στο περίπτερο του arteshop.gr .Αθήνα,2011 ομαδική arteshop.gr

Αθήνα, 2011 Πάντειο Πανεπιστήμιο Festival Κυριακάτικου σχολείου μεταναστών

Αθήνα, 2011 Photovision έκθεση Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας «Η είδηση υπό διωγμό»

Αθήνα ,2012 Γεωπονική Σχολή, Festival Αναιρέσεις, «Από τον Δεκέμβρη
του 2008 στα μνημόνια» (slide show)

2013 Gallery Boo «Το ποδήλατο»

2013 Βρυξέλλες Βέλγιο, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση Ε.Φ.Ε. «Η είδηση υπό διωγμό»

2016.Αθήνα, χώρος τέχνης Fokianou 24/7, Δημήτρης Θεοδόσης / Αλεξία Λιακουνάκου «Σε επαφή»

2016 Στέκι Μεταναστών, Εξάρχεια, «blank(A)expressions»

2016 Αθήνα, Σύλλογος Αρχαιολόγων Ελλάδας «Το βιβλίο ως έργο τέχνης»

2017 ΗΠΑ, Νέα Υόρκη ΑΑΑ3Α «Huan Rulfo turns one hundred»

Εκδόσεις

Το 2007 οι εκδόσεις ΟΞΥ εξέδωσαν το φωτογραφικό του λεύκωμα «Τοιχοδρομίες – το street art στην Αθήνα». Το 2008 και το 2009 από τον ίδιο Οίκο εκδόθηκαν τα λευκώματα του «Stencil in Athens», «Το νέο χρώμα της πόλης». Το 2014 εξέδωσε σε συνεργασία με τον ποιητή Ζαχαρία Στουφή το λεύκωμα «Στην έρημο της μνήμης». Το 2016, επίσης σε συνεργασία με τον Ζαχαρία Στουφή, εξέδωσε το λεύκωμα «Αναζητώντας τον θάνατο». Το 2016 το, εκτός εμπορίου, λεύκωμα ACTION ΕΣΤΙ, με φωτογραφίες και κείμενά του.

Συνεργασίες

Συνεργάστηκε, για περίπου 10 χρόνια και μέχρι το κλείσιμό της, με την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ και τα περιοδικά της Ε και Γεωτρόπιο. Είναι ο βασικός φωτογράφος του ενημερωτικού site http://www.tvxs.gr Φωτογραφίες και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και sites.

Για τη θεατρική παράσταση «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων»

Πριν λίγο καιρό διάβασα στο διαδίκτυο μια ανακοίνωση απ’ τη θεατρική ομάδα «πείρα(γ)μα». Η ομάδα αναζητούσε εθελοντές για τη θεατρική παράσταση «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων». Το θεατρικό έργο αναφέρεται στην εκτέλεση απ’ τους ναζί διακοσίων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και ειδικότερα στη ζωή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και βασίζεται στο ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημα του Σπύρου Τζόκα.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909. Το 1922 ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα ως πρόσφυγας και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Σε νεαρή ηλικία οργανώθηκε στο Κ.Κ.Ε. και συμμετείχε ενεργά στους εργατικούς αγώνες της εποχής αν και ο ίδιος είχε μια αρκετά καλοπληρωμένη δουλειά. Συνελήφθη το 1936 και εξορίστηκε στον Άη Στράτη, στη συνέχεια φυλακίστηκε σε διάφορες φυλακές για να καταλήξει στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και από κει στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών διατάχθηκε απ’ τους κατακτητές σαν αντίποινα για την εκτέλεση απ’ τον Ε.Λ.Α.Σ. λίγες μέρες πριν την Πρωτομαγιά του 1944 του στρατιωτικού διοικητή Πελοποννήσου και των συνοδών του στους Μολάους Λακωνίας. Ο τόπος και ο χρόνος της εκτέλεσης δεν επιλέχθηκαν τυχαία. Η Καισαριανή ήταν ανταρτομάνα και η Πρωτομαγιά είναι η μέρα της εργατικής τάξης. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης είχε την ευκαιρία να σώσει τη ζωή του. Επειδή γνώριζε γερμανικά εκτελούσε χρέη διερμηνέα στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Όταν επιλέχθηκαν οι διακόσιοι κρατούμενοι για την εκτέλεση ο διοικητής του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ διαπίστωσε ότι ανάμεσά τους βρισκόταν και εκείνος. Επειδή δεν υπήρχε κάποιος άλλος κατάλληλος για διερμηνέας ο Φίσερ του πρότεινε να εκτελεστεί κάποιος άλλος στη θέση του. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε λέγοντας ότι αγαπάει τη ζωή και αγωνίζεται για αυτή αλλά δεν δέχεται να πεθάνει κάποιος σύντροφός του για να ζήσει ο ίδιος και θεώρησε την πρόταση του Φίσερ προσβλητική.

Διαβάζοντας λοιπόν αυτή την ανακοίνωση θεώρησα ότι ήταν μια ευκαιρία να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων που θυσίασαν τη ζωή τους για να είμαστε σήμερα ελεύθεροι και έτσι δήλωσα συμμετοχή. Σε λίγες μέρες συναντηθήκαμε στο Σκοπευτήριο για την πρώτη πρόβα. Πάνω από εκατό άνθρωποι συνεργαστήκαμε αρμονικά και το αποτέλεσμα δικαίωσε τους κόπους μας. Η παράσταση είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και την παρακολούθησαν πάνω από χίλιοι θεατές.

Η σκηνοθεσία και η διασκευή του έργου ήταν της Αγγελικής Κασσόλα. Τον διοικητή του στρατοπέδου Χαϊδαρίου ερμήνευσε ο Γεράσιμος Γεννατάς, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ο Γιάννης Καρούνης και τη σύντροφό του Χαρά Λιουδάκη η Ειρήνη Μελά. Δεκάδες εθελοντές και εθελόντριες, ανάμεσά τους συγγενείς των πεσόντων, ερμήνευσαν τους εκτελεσμένους κομμουνιστές και τις συγγενείς τους. Τραγούδησαν η Φωτεινή Βελεσιώτου, η Νατάσα Παπαδοπούλου – Τζαβέλλα και η Κατερίνα Κατσίγιαννη. Η σκηνοθεσία και όλες οι ερμηνείες ήταν εξαιρετικές ενώ πολύτιμη ήταν η συμβολή της Μαρίας Μανάβη, της Ευτυχίας – Μαρίας Ροδοπούλου και της Αιμιλίας Κούβελα.

Η εμπειρία που αποκόμισα απ’ τη συμμετοχή μου σ’ αυτή την προσπάθεια ήταν συγκλονιστική. Θα κουβαλάω για πάντα μέσα μου το σπαρακτικό τραγούδι με τίτλο «Μάνα η πέτρα βαριά» για τους εκτελεσμένους που τραγούδησε ο Διονύσης Χριστακόπουλος, γιος του εκτελεσμένου κομμουνιστή Διομήδη Χριστακόπουλου, την εκπληκτική ερμηνεία του «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» απ’ τη Φωτεινή Βελεσιώτου (είμαι σίγουρος πως αν την άκουγε ο Γιάννης Ρίτσος θα ήταν περήφανος), την πομπή με τις μαυροφορεμένες γυναίκες, το βροντερό «παρών» από εκατοντάδες στόματα στο άκουσμα του τελευταίου ονόματος που ακούστηκε σε όλη την Καισαριανή, τις ιαχές «αθάνατοι», τις υψωμένες γροθιές και τα συνθήματα των θεατών.

Υ.Γ. Το χώμα της Καισαριανής όπως και όλης της Ελλάδας είναι ποτισμένο απ’ το αίμα χιλιάδων αγωνιστών, μελών του Ε.Α.Μ., του Ε.Λ.Α.Σ. και του Κ.Κ.Ε. Χωρίς τη θυσία αυτών των ανθρώπων η μοίρα του ελληνικού λαού θα ήταν πολύ διαφορετική. Όσες προσπάθειες κι αν κάνουν κάποιοι μοιράζοντας «ιστορικά» βιβλία που δεν αξίζουν ούτε το μελάνι που ξοδεύτηκαν για να γραφτούν, με σκοπό να συκοφαντήσουν την ιστορία της εαμικής εθνικής αντίστασης δεν πρόκειται να καταφέρουν τίποτα. Τις αθλιότητες που αναπαράγουν δεν τις πίστεψε ο λαός ούτε στις συνθήκες της πιο άγριας τρομοκρατίας γιατί ξέρει πολύ καλά ποιοι πολέμησαν τους κατακτητές και ποιοι συνεργάστηκαν μαζί τους. Τα «ιστορικά» τους πονήματα λοιπόν σύντομα θα καταλήξουν εκεί που είναι η θέση τους: στα σκουπίδια.

Μαύρη θάλασσα

Και ξαφνικά η θάλασσα βάφτηκε μαύρη για να ταιριάξει με το κλίμα της εποχής. Μέσα σε λίγες ώρες προκλήθηκε μια τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή και θα χρειαστούν χρόνια για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειές της. Δεν ήταν η «κακιά στιγμή» όπως συνηθίζεται να λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα. Όταν σαπιοκάραβα που θα έπρεπε προ πολλού να έχουν γίνει παλιοσίδερα ταξιδεύουν στη θάλασσα, είναι ζήτημα χρόνου να βυθιστούν σκορπώντας τον όλεθρο. Πέρα απ’ τις ευθύνες της πλοιοκτήτριας εταιρείας, τις πολιτικές ευθύνες και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις αυτό που μένει είναι η ευκολία με την οποία καταστρέφουν οι οικονομικά ισχυροί απ’ τις θάλασσες και τα δάση μέχρι ανθρώπινες ζωές αρκεί να δουν τα κέρδη τους να αυξάνονται, αλλά και η αποξένωση απ’ τον κόσμο που τους περιβάλλει, αφού καταστρέφουν τον πλανήτη σαν να μη ζουν οι ίδιοι σ’ αυτόν.

Η πετρελαιοκηλίδα που μόλυνε τον Σαρωνικό δεν προκάλεσε ζημιά μόνο στην αλιεία και τον τουρισμό αλλά επηρέασε γενικότερα τις ζωές μας. Η υποβάθμιση που επέφερε στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της Αττικής έχει και μια άλλη, ταξική, διάσταση. Οι κοντινές παραλίες ήταν για τους κατοίκους της Αθήνας και του Πειραιά που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε διακοπές η μοναδική διέξοδος για να κάνουν ένα μπάνιο και να ξεφύγουν λίγο απ’ την καθημερινότητα. Και οι φωνές αυτών των ανθρώπων που πονάνε πραγματικά τη θάλασσα δεν ακούστηκαν καθόλου.

Μετά από κάθε οικολογική καταστροφή ακούμε για τον άνθρωπο που με την απληστία του καταστρέφει το περιβάλλον. Δεν είναι ο άνθρωπος γενικά και αόριστα που καταστρέφει το περιβάλλον, αλλά συγκεκριμένοι άνθρωποι που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Ο πιο εύκολος τρόπος για να απαλλάξεις κάποιον απ’ τις ευθύνες του είναι να τις μοιράσεις σε όλους τους υπόλοιπους.

Ψηφιακό μίσος

Το μίσος είναι ένα συναίσθημα που υπάρχει σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Άλλοτε εκδηλώνεται με λόγια και πράξεις και άλλοτε μένει κρυφό. Σαν ανθρώπινο συναίσθημα λοιπόν το μίσος δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ το διαδίκτυο. Λόγω μάλιστα της ανωνυμίας που κυριαρχεί σ’ αυτό και της ασφάλειας που αισθάνονται οι χρήστες του πίσω απ’ την οθόνη του υπολογιστή τους, καθίσταται προνομιακό πεδίο έκφρασης μίσους. Το να μισεί κάποιος συνανθρώπους του λόγω της καταγωγής τους, της θρησκείας τους ή της ομάδας που υποστηρίζουν είναι κάτι αποτρόπαιο, το οποίο όμως μπορεί εύκολα να εξηγηθεί και να αποδοθεί στην έλλειψη παιδείας, στο οικογενειακό περιβάλλον και σε άλλους παράγοντες. Όπως επίσης το να μισεί κάποιος αυτούς που του κατέστρεψαν τη ζωή ή δράστες εγκλημάτων με αθώα θύματα είναι κάτι που άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μπορεί εύκολα να δικαιολογηθεί.

Αυτό όμως που προκαλεί μεγάλη έκπληξη στους ανυποψίαστους επισκέπτες του αχανούς σύμπαντος του διαδικτύου είναι ότι το μίσος που βλέπουν να μοιράζεται απλόχερα είναι κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εντελώς αναίτιο. Κύριοι αποδέκτες του διαδικτυακού μίσους είναι άνθρωποι που είτε δεν έχουν κάνει τίποτα μεμπτό, είτε ακόμα κι αν έχουν κάνει είναι εντελώς δυσανάλογο με το μίσος που δέχονται. Παίκτες τηλεπαιχνιδιών, παρουσιαστές τηλεοπτικών επομπών, μουσικοί που δημοσιεύουν βίντεο με τραγούδια τους, κωμικοί που δημοσιεύουν χιουμοριστικά βίντεο γίνονται αποδέκτες ενός ασύλληπτα χυδαίου υβρεολογίου ανάμεικτου με κατάρες. Προσπαθώντας να κατανοήσω αυτό το φαινόμενο το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω όταν σαν παιδί πήγα για πρώτη φορά, με έναν μεγαλύτερο φίλο μου, στο γήπεδο. Εκεί ακούγοντας τις βρισιές των οπαδών ακόμα και για τους παίκτες της δικής τους ομάδας ρώτησα τον φίλο μου γιατί συμβαίνει αυτό. Η απάντησή του ήταν: «Όταν όλη τη βδομάδα είσαι με το μάλιστα κάπου πρέπει να ξεσπάσεις». Στην προκειμένη περίπτωση οι ποδοσφαιριστές ήταν ο εύκολος στόχος της καταπιεσμένης οργής των οπαδών.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Αυτοί που βρίζουν, για παράδειγμα, κάποιον παίκτη ενός reality και εύχονται να πάθει καρκίνο, στην πραγματικότητα δεν μισούν τον αποδέκτη των βρισιών αλλά τη ζωή τους. Όσα λένε εναντίον μιας τηλεπερσόνας ή ενός μουσικού είναι όσα θα ήθελαν να πουν στο αφεντικό τους, στον προϊστάμενό τους, στους καθηγητές τους ή στον σπιτονοικοκύρη τους. Αισθανόμενοι αδύναμοι να αντιδράσουν στην καταπίεση που βιώνουν καθημερινά ξεσπούν βρίζοντας ανθρώπους που δεν τους έχουν κάνει τίποτα. Μεγάλο ρόλο παίζει και η ψευδαίσθηση που έχουν πολλοί άνθρωποι πως όσα γράφονται στο διαδίκτυο δεν έχουν κανέναν αντίκτυπο. Βρίζουν τα αγαπημένα πρόσωπα κάποιου σαν να αλλάζουν κανάλι στην τηλεόραση, χωρίς να νιώθουν ότι κάνουν κάτι κακό. Το χειρότερο είναι ότι το να μοιράζουν βρισιές και κατάρες το θεωρούν αυτονόητο δικαίωμά τους. Ταυτίζουν τον λεκτικό τραμπουκισμό με την ελευθερία έκφρασης. Πρόκειται για ανθρώπους δυστυχισμένους που η μόνη τους ευχαρίστηση είναι να προσβάλλουν αναίτια τους άλλους μέσα απ’ την ασφάλεια του σπιτιού τους και πολύ συχνά κρυμμένοι πίσω απ’ την ανωνυμία. Και είναι ακριβώς η απόσταση και η ανωνυμία που τους δίνει το θράσος να παριστάνουν τους νταήδες. Είναι σίγουρο πως αν είχαν μπροστά τους τους ανθρώπους που βρίζουν διαδικτυακά δεν θα τολμούσαν να πουν λέξη. Όπως δεν τολμούν να πουν λέξη για τις αιτίες της οργής τους.

Δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι εξοικοιωμένο με αυτή την αθλιότητα και τη θεωρεί απόλυτα φυσιολογική. Συχνά ακούμε εκφράσεις του τύπου: «Όταν εκτίθεσαι πρέπει να δέχεσαι και την κριτική» όπου κριτική εννοούν το υβρεολόγιο χαμαιτυπείου. Και δεν θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν άνθρωποι που λούζουν με βρισιές κάποιον επειδή δεν τους αρέσει μια φωτογραφία που ανέβασε, σε περίπτωση που αυτοκτονήσει κάποια έφηβη επειδή δεν μπορεί να αντέξει τον διαδικτυακό τραμπουκισμό αποτίουν φόρο τιμής στη μνήμη της και ξιφουλκούν ενάντια στο bullying. Δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε ιστολόγια με μεγάλη επισκεψιμότητα όπου μεγάλο ποσοστό της ύλης τους είναι σατιρικά κείμενα που τα δημοσιεύουν ως πραγματικές ειδήσεις και κουτσομπολιά. Εκεί κάτω από βίντεο με τίτλους όπως: «Ο ηλίθιος της χρονιάς» θα δείτε δακρύβρεχτα άρθρα για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Περί νοσταλγίας

Πολύ συχνά οι άνθρωποι νοσταλγούν το παρελθόν. Στην πραγματικότητα αυτό που νοσταλγούν δεν είναι μια συγκεκριμένη εποχή για παράδειγμα η δεκαετία του ’60 ή του ’70 αλλά τα νιάτα τους και τα παιδικά τους χρόνια. Μαζί με τη νοσταλγία συνήθως έρχεται και ο εξωραϊσμός του παρελθόντος ίσως γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να θυμούνται ό,τι τους κάνει να αισθάνονται ευχάριστα. Έτσι, πολλές φορές θα ακούσουμε για το πόσο ωραία ήταν η Αθήνα παλιότερα με λιγότερες πολυκατοικίες και περισσότερο πράσινο, όμως σχεδόν ποτέ δεν θα ακούσουμε ότι παλιότερα οι δημόσιες συγκοινωνίες ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση σε σχέση με σήμερα και ότι για να πάει κάποιος απ’ τη μια περιοχή της Αθήνας στην άλλη έπρεπε να κάνει ολόκληρο ταξίδι. Στο πλαίσιο λοιπόν της ωραιοποίησης του παρελθόντος εκφράζεται και η άποψη ότι παλιότερα υπήρχε περισσότερη αγνότητα και τιμιότητα απ’ ό,τι σήμερα. Ότι υπήρχε αθωότητα που τώρα πια έχει χαθεί. Και παρόλο που θα μπορούσε μια τέτοια άποψη να είναι συζητήσιμη, ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται με εκφράσεις του τύπου «Παλιά οι άνθρωποι ήταν τίμιοι και αγνοί, τώρα κοιτάνε όλοι να σε κλέψουν» την καθιστά πολύ προβληματική. Πέρα απ’ την αφέλεια και τον ρατσισμό που κρύβει μια τέτοια άποψη που θεωρεί ότι οι ανθρώπινες αρετές συναντώνται σε συγκεκριμένες εποχές σαν να είναι κάποια μόδα, δείχνει και παντελή άγνοια της πραγματικότητας. Εκτός απ’ το ότι παραγνωρίζει κάτι αυτονόητο ότι δηλαδή σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο υπάρχουν καλοί και κακοί, τίμιοι και άτιμοι, αγνοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι, δείχνει να αγνοεί ότι σε εποχές που υποτίθεται άνθιζαν η αγνότητα και η τιμιότητα και όλοι ήταν αθώοι υπήρχαν και σκάνδαλα και εγκλήματα και ένα πολύ πλούσιο αστυνομικό δελτίο, αλλά και φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού όπου κάποιοι επιτήδειοι πλούτισαν αγοράζοντας σπίτια για έναν τενεκέ λάδι.

Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε κάποια κοινωνικά φαινόμενα που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν καθημερινά και σήμερα αν δεν έχουν εκλείψει παντελώς, όταν εκδηλώνονται προκαλούν αποτροπιασμό. Αυτά τα φαινόμενα δείχνουν ότι οι εποχές που κάποιοι νοσταλγούν κάθε άλλο παρά αθώες ήταν. Μέχρι πριν περίπου τριάντα χρόνια λοιπόν πολλά παιδιά ξυλοκοπούνταν ανελέητα απ’ τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Ο ξυλοδαρμός ανυπεράσπιστων παιδιών εκτός από καθημερινό φαινόμενο με σχεδόν καθολική αποδοχή ήταν και μέθοδος σωφρονισμού. Η παροιμία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» εκφράζει εύγλωττα και ξεδιάντροπα τις αντιλήψεις περασμένων εποχών γύρω απ’ τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αλλά τα παιδιά δεν ήταν τα μόνα που υπέφεραν από τέτοιες συμπεριφορές. Σε αυτές τις «αγνές» και «αθώες» εποχές στις οποίες αναφέρομαι οι ψυχικά ασθενείς (ο περίφημος «τρελός του χωριού» ή «τρελός της γειτονιάς») τραμπουκίζονταν και εξευτελίζονταν καθημερινά χωρίς κανένα λόγο, έτσι απλώς για να περνάει η ώρα. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμία ουσιαστική κρατική μέριμνα για αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν τους προστάτευε κανείς αλλά ακόμα και οι οικογένειές τους ντρέπονταν για αυτούς. Μαζί με όλα αυτά μια πολύ δημοφιλής διασκέδαση για τα παιδιά περασμένων εποχών ήταν ο βασανισμός και η θανάτωση δύστυχων ζώων. Γάτες, σκυλιά και πουλιά που είχαν την ατυχία να βρεθούν στον δρόμο βαριεστημένων παιδιών και εφήβων κυνηγιούνταν με πέτρες, κλωτσούνταν και θανατώνονταν σαν να ήταν άψυχα αντικείμενα. Οι πρωταγωνιστές αυτής της φρίκης μάλιστα επαίρονταν για τα «κατορθώματά» τους. Η νεοελληνική λογοτεχνία βρίθει από τέτοιες αναφορές.

Για να μη μακρηγορήσω δεν θα αναφερθώ στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση που υφίσταντο πολλοί άνθρωποι λόγω επαγγέλματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, προσωπικών επιλογών ή κάποιας ασθένειας. Όσα ήδη αναφέρθηκαν πιστεύω πως είναι αρκετά ενδεικτικά. Επίσης δεν θα αναφερθώ σε ακόμα παλιότερες εποχές που οι καταδικασμένοι σε θάνατο εκτελούνταν δημόσια και πλήθος κόσμου παρακολουθούσε ανθρώπους να πεθαίνουν σαν να ήταν θεατρική παράσταση, ιθαγενείς απ’ τις αποικίες των μεγάλων δυνάμεων παρουσιάζονταν σαν εκθέματα σε θεματικά πάρκα όπως τα ζώα στους ζωολογικούς κήπους ή πωλούνταν ως σκλάβοι. Η γνώμη μου είναι ότι παλιότερα υπήρχε πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα και λιγότερη ανθρωπιά σε σχέση με σήμερα. Λόγω των πολέμων, της παιδικής θνησιμότητας αλλά και θανάτου από αρρώστιες που σήμερα είναι ιάσιμες, οι άνθρωποι ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με τον θάνατο ενώ η μεγαλύτερη εξαθλίωση που υπήρχε ευνοούσε φαινόμενα όπως η παιδική εργασία. Επίσης το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού ήταν πολύ χαμηλότερο και σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούσαν η αμάθεια και ο σκοταδισμός. Απ’ την άλλη λόγω βλακωδών κοινωνικών αντιλήψεων ήταν πολύ δύσκολο να εκφραστούν συναισθήματα καθ’ όλα αγνά και ανθρώπινα. Όσο για την τιμιότητα ας σκεφτούμε σε εποχές που ο αναλφαβητισμός έκανε θραύση πόσοι άνθρωποι γίνονταν θύματα επιτήδειων και έχαναν την περιουσία τους. Αν κάτι έχουμε να ζηλέψουμε από παλιότερες εποχές αυτό σίγουρα δεν είναι η αθωότητα.

Οι εναπομείναντες

Αυτή την εποχή αδειάζουν οι πόλεις και γεμίζουν οι παραλίες. Ακούμε συνεχώς ευχές για «Καλό καλοκαίρι» και «Καλές διακοπές» και τα βράδια επικρατεί ησυχία. Οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν και πολλά καταστήματα κλείνουν για λίγες εβδομάδες. Είναι η εποχή που όσοι έχουν τη δυνατότητα πηγαίνουν κάπου να ξεκουραστούν και να ξεφύγουν απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητας. Επιστρέφοντας απ’ τις διακοπές θα έχουν ανακτήσει δυνάμεις και θα έχουν κάτι ευχάριστο να θυμούνται τον χειμώνα. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που αυτή την περίοδο δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή τους. Το μόνο διαφορετικό είναι τα κουνούπια και η ανυπόφορη ζέστη. Συνεχίζουν να περιμένουν το λεωφορείο, να αναζητούν λύσεις σε αμέτρητα προβλήματα, να τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους, να αγωνιούν για το αύριο. Περνάει το καλοκαίρι χωρίς να έχουν πάρει ανάσα. Οι διακοπές για αυτούς τους ανθρώπους είναι μια μακρινή ανάμνηση. Παραμένουν στην πόλη και περιμένουν να έρθει το φθινόπωρο για να δροσίσει λίγο ο καιρός.

Το καλοκαίρι όντας μια μεταβατική περίοδος είναι φορτωμένο με ελπίδες και προσδοκίες. Κάθε φθινόπωρο είναι και μια καινούργια αρχή. Είναι η εποχή που ανταμείβονται κόποι και θυσίες, εκπληρώνονται όνειρα, επιτυγχάνονται στόχοι. Καμιά φορά χρησιμεύει και σαν δικαιολογία για την αναβλητικότητα και την απραξία. Άλλες φορές πάλι λόγω ματαιώσεων, απογοητεύσεων και διαψεύσεων το φθινόπωρο μοιάζει μια εποχή σαν όλες τις άλλες. Που δεν ελπίζεις τίποτα, φοβάσαι πολλά και αισθάνεσαι όλο και λιγότερο ελεύθερος. Που δεν σηματοδοτεί τίποτα παρά μόνο ένα ακόμα χαμένο καλοκαίρι. Και για να επιστρέψουμε στο καλοκαίρι αυτό που για κάποιους είναι χαλάρωση και ξεγνοιασιά για κάποιους άλλους είναι η άσφαλτος που καίει, τα τσιμέντα που βράζουν και ο θόρυβος του ανεμιστήρα. Και πικρία. Και περισσότερη μοναξιά. Μεγαλώσαμε. Κάποτε το καλοκαίρι μετρούσαμε τα μπάνια που έχουμε κάνει και τα παγωτά που έχουμε φάει. Τώρα μετράμε τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν και τις δόσεις της εφορίας.

Η γυναίκα του Καίσαρα

Συχνά ακούμε ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Για πολλούς αυτό θεωρειται αυταπόδεικτη αλήθεια που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει. Επίσης συμπληρωματικά με την παραπάνω άποψη λέγεται ότι πρέπει να σεβόμαστε τις αποφάσεις της. Το παράλογο εδώ είναι ότι άνθρωποι που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τη Δημοκρατία θεωρούν έναν κρατικό θεσμό υπεράνω κριτικής. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποδίδεται στη Δικαιοσύνη είναι η αμεροληψία, με τη γνωστή φράση «Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή». Το ότι η Δικαιοσύνη είναι τυφλή είναι εν μέρει σωστό. Σε πολλές περιπτώσεις η Δικαιοσύνη είναι όχι μόνο τυφλή αλλά και κουφή. Όταν ο Γιάννης Καυκάς μεταφέρθηκε ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο απ’ τα χτυπήματα αστυνομικών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, όταν ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος έχασε την ακοή του από χειροβομβίδα κρότου – λάμψης, όταν διαδηλωτής έχασε το μάτι του από δακρυγόνο στη διαδήλωση για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν βασανίστηκαν οι συλληφθέντες της αντιφασιστικής μοτοπορείας στον Άγιο Παντελεήμονα η Δικαιοσύνη δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα. Οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των εγκλημάτων κυκλοφορούν ανάμεσά μας συνεχίζοντας την εγκληματική τους δράση. Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, όχι μόνο δεν κλήθηκαν καν να δώσουν εξηγήσεις, αλλά δεν μάθαμε ούτε τα ονόματά τους.

Η Δικαιοσύνη λοιπόν όπως λέγεται είναι ανεξάρτητη. Για την οικονομία της συζήτησης ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε μια ταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι και η Δικαιοσύνη ταξική και ας εξετάσουμε μόνο κάποια γεγονότα των τελευταίων ετών. Ας μιλήσουμε δηλαδή για τη Δικαιοσύνη με βάση αυτά που βλέπουμε, γιατί σύμφωνα με την παροιμία η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια αλλά και να φαίνεται. Με μια γρήγορη ματιά βλέπουμε ότι η Δικαιοσύνη είναι εξαιρετικά επιεικής με αυτούς που κατέκλεψαν δημόσιο χρήμα ενώ απ’ την άλλη εξαντλεί την αυστηρότητά της σε διαδηλωτές και ανθρώπους που υπερασπίζονται τον τόπο τους απ’ την καταστροφή, όπως στις Σκουριές. Επίσης μια σειρά αποφάσεών της είναι ευνοϊκές για τους εργοδότες την ίδια στιγμή που απεργίες κηρύσσονται παράνομες. Την ίδια επιείκεια που δείχνει η Δικαιοσύνη στους καταχραστές δημοσίου χρήματος δείχνει και απέναντι σε αστυνομικούς και ακροδεξιούς. Ανεξάρτητα απ’ τις κατηγορίες οι παραπάνω τις περισσότερες φορές τη γλυτώνουν με μερικούς μήνες με αναστολή, όταν δεν αθωώνονται. Και αυτό τη στιγμή που έχουν προφυλακιστεί άνθρωποι που απλώς περνούσαν από κάποιο σημείο που γίνονταν συγκρούσεις και η εμφάνισή τους δεν άρεσε στους αστυνομικούς ή απλώς έκαναν συλλήψεις στον σωρό. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Μάριου Ζέρβα και του Θοδωρή Ηλιόπουλου, τελευταίου κρατούμενου του Δεκέμβρη που αποφυλακίστηκε μετά από πολυήμερη απεργία πείνας.

Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η Δικαιοσύνη θυμίζει κυριολεκτικά καφκικό εφιάλτη. Ο Τάσος Θεοφίλου καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη για τη ληστεία στην Πάρο και τη δολοφονία του Δημήτρη Μίχα με μοναδικό στοιχείο δείγμα D.N.A. του σε ένα καπέλο το οποίο δεν υπήρχε στην πρώτη έκθεση ευρημάτων. Μάταια πάσχιζαν ο ίδιος, οι συνήγοροί του και πλήθος επιστημόνων να αποδείξουν το αυτονόητο: Ότι δηλαδή ένα δείγμα D.N.A. σε κινητό αντικείμενο δεν συνιστά στοιχείο. Δεν τον αναγνώρισε κανένας μάρτυρας, ενώ την ίδια στιγμή δεκάδες μάρτυρες βεβαίωναν ότι ήταν μαζί του στην Αθήνα τη μέρα της ληστείας. Δεν υπήρχε κανένα απολύτως στοιχείο, καμία απόδειξη, ούτε καν ένδειξη και παρά ταύτα καταδικάστηκε και πέρασε άδικα πέντε χρόνια απ’ τη ζωή του στη φυλακή μέχρι να αθωωθεί σε δεύτερο βαθμό. Το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται στην περίπτωση της Ηριάννας και του Περικλή. Και οι δυο καταδικάστηκαν σε δεκατρία χρόνια φυλακή για συμμετοχή στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς με μοναδικό στοιχείο μισό δείγμα D.N.A. τους. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς στοιχεία, χωρίς αποδείξεις. Ενάντια σε κάθε έννοια δικαίου και λογικής. Όπως βλέπουμε λοιπόν με βάση τα γεγονότα η Δικαιοσύνη δεν είναι, ούτε φαίνεται ανεξάρτητη. Αντίθετα μια Δικαιοσύνη που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές με το έτσι θέλω είναι ασύδοτη και θύματα της ασυδοσίας της μπορούμε να είμαστε όλοι. Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή μας αφορά όλους, γιατί όταν ποινικοποιούνται οι προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις και αθώοι άνθρωποι φυλακίζονται χωρίς στοιχεία κανείς δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος.