Ίχνη πάνω στην άμμο

Ίχνη πάνω στην άμμο
στις ακτές της Μεσογείου
Η ιστορία του κόσμου
είναι ίχνη πάνω στην άμμο
που τα σβήνουν τα κύματα

Αν βρείτε κάποτε πάνω στην άμμο
μικροσκοπικά ίχνη που ίσα που φαίνονται
μην προσπεράσετε βιαστικά
σαν να είναι κάτι που δεν σας αφορά
Εκεί κοντά μπορεί να βρείτε
κάποιο μεταναστευτικό πουλί
που έσπασε το φτερό του,
έχασε το σμήνος του κι απόμεινε μονάχο

Μην πείτε πως σας είναι άγνωστο,
κάτι πρωτόγνωρο που δεν έχετε ξαναδεί
Μην ψάξετε τη συνομοταξία και την τάξη του
μέσα σε βιβλία σκονισμένα
Μόνο θυμηθείτε τις ιστορίες που έλεγαν οι παλιοί
πως κάποια μέρα έφτασαν σε μια ακτή κυνηγημένοι
και πάνω στα συντρίμμια ξαναχτίσαν τη ζωή τους

Προκεχωρημένο φυλάκιο

Γεννήθηκα το 1912. Μπορεί και να ήταν το 1914. Όχι, το 1913 ήταν. Ο πατέρας μου πέθανε πριν γεννηθώ κι εγώ πήρα το όνομά του. Μια μέρα του 1924… Όχι δεν ήταν το 1924. Ούτε το 1922. Πρέπει να ήταν το 1923. Το 1923 λοιπόν ήρθε στο σπίτι ένας άντρας με στολή και μας είπε ότι σε λίγο καιρό έπρπε να μαζέψουμε τα πράγματά μας, όσα δηλαδή μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας, και να φύγουμε. Για να διασφαλιστεί, λέει, η ειρήνη και η ευημερία της ανθρωπότητας έπρεπε δυο εκατομμύρια άνθρωποι να ξεριζωθούν απ’ τη γη που έζησαν αυτοί και οι πρόγονοί τους για αιώνες. Δεν μπορούσαμε να επιλέξουμε πού θα πάμε. Έτσι, καταλήξαμε εδώ. Τυχαία. Στην αρχή μέναμε σε μια σκηνή μαζί με δυο άλλες οικογένειες. Μετά μας παραχώρησαν ένα οικόπεδο και χτίσαμε ένα σπίτι.

Ξεχνάω. Ξεχνάω ονόματα, χρονολογίες, γεγονότα. Ξεχνάω κάθε μέρα και πιο πολύ. Χάνω το μυαλό μου. Χάνω τον εαυτό μου. Η ζωή μου είναι σαν μια φωτογραφία που κάθε μέρα ξεθωριάζει. Και φοβάμαι ότι μια μέρα θα γίνει κάτασπρη σαν το χιόνι. Σαν το χιόνι που ό,τι κι αν γράψεις πάνω του μετά από λίγο σβήνεται. Μπορεί να χάνω το μυαλό μου αλλά έχω ακόμα την καρδιά μου. Μπορώ ακόμα να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι, να νοσταλγώ, να ελπίζω. Ελπίζω ότι κάποτε θα ξαναβρώ τον εαυτό μου. Αν και ξέρω ότι πια δεν υπάρχει επιστροφή. Όπως τότε που μας φέρανε εδώ. Ελπίζαμε ότι μια μέρα θα γυρίσουμε πίσω στον τόπο μας, όμως βαθιά μέσα μας ξέραμε ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Η ζωή μας δεν ήταν στα χέρια μας. Κάποιοι άλλοι είχαν αποφασίσει ότι ανήκουμε εδώ. Κάποιοι που ποτέ δεν νιώσαν τον πόνο μας και λογαριάζουν τους ανθρώπους σαν άψυχα αντικείμενα και πετούν όσους περισσεύουν. Αυτοί λοιπόν οι μεγάλοι, οι δυνατοί αποφάσισαν ότι έτσι έπρεπε να γίνει κι εμείς δεχτήκαμε τη μοίρα μας. Ήμασταν οι ηττημένοι ενός πολέμου στον οποίο ποτέ δεν πήραμε μέρος. Ενός πολέμου που όπως όλοι οι πόλεμοι έχει καταστροφικές συνέπειες. Αλλά και η ειρήνη τους είναι το ίδιο σκληρή κι απάνθρωπη όσο ο πόλεμός τους.

Όσα χρόνια κι αν περάσαν ποτέ δεν ρίζωσα σ’ αυτό τον τόπο. Ήμουν πάντα ξένος. Άλλωστε είχαν φροντίσει να μου το δείξουν απ’ την πρώτη στιγμή. Στην ηλικία που τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα, εγώ έμαθα πόσο μικρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Κάποτε προσπαθούσα να ξεχάσω αυτά που με πλήγωναν, όπως τώρα προσπαθώ να θυμηθώ. Κι ήταν κάτι στιγμές τα βράδια, όταν έχει τόση ησυχία που ακούς ακόμα και τον χτύπο της καρδιάς σου, που όλα αυτά που προσπαθούσα να σβήσω ξαναζωντάνευαν σαν να είχαν γίνει χτες. Και τότε καταλάβαινα ότι κάποια πράγματα είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μας. Τώρα ακούω πάλι καμιά φορά τον χτύπο της καρδιάς μου και τότε καταλαβαίνω ότι είμαι ζωντανός. Εξακολουθώ να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι και να νοσταλγώ τα ίδια πράγματα. Να αγαπάω τη ζωή και τους ανθρώπους. Να μισώ την αδικία. Να φοβάμαι όταν ακούω να μιλούν για διακρατικές συμφωνίες και συνθήκες ειρήνης. Να νοσταλγώ την ευτυχία.

Όταν χάνεις κάτι που αγαπάς προσπαθείς να αναπληρώσεις το κενό. Από τότε που έχασα την πατρίδα μου, πατρίδα μου έγινε η μνήμη. Όσα είχα αφήσει πίσω μου, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, τα κουβαλούσα μέσα μου και δεν μπορούσε κανείς να μου τα πάρει. Ήταν σαν ένα μπουκάλι κρασί που το φυλάς σε μια σκοτεινή γωνιά του σπιτιού για μια ξεχωριστή περίσταση. Μπορεί ο ήλιος να είναι ίδιος σε κάθε γωνιά της γης, το χώμα μετά τη βροχή να έχει την ίδια μυρωδιά, ο ουρανός και η θάλασσα να έχουν παντού το ίδιο χρώμα, ο άνεμος όταν φυσάει να κάνει τον ίδιο ήχο, αλλά όταν έρθει η ώρα να πάρεις τον δρόμο της προσφυγιάς θυμάσαι τον ουρανό, τη θάλασσα, τον ήλιο και το χώμα της πατρίδας σου και καταλαβαίνεις ότι ήταν μοναδικά γιατί ήταν δικά σου.

Τώρα πια που η αρρώστια και ο χρόνος σβήνουν τη μνήμη μου, χάνω για δεύτερη φορά την πατρίδα μου μαζί με κάθε κομμάτι του εαυτού μου. Τελευταία γραμμή άμυνας είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο. Όταν ήμουν μικρός, λίγο καιρό πριν φύγουμε, είχα χτυπήσει το πόδι μου στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Από τότε κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός αυτή η παλιά πληγή με πονάει. Και ο πόνος φέρνει στον νου μου την εικόνα του σπιτιού μου και την αυλή με τα δέντρα και τα λουλούδια και τον δρόμο που περνούσε μπροστά απ’ το σπίτι και τους γείτονες που ποτέ δεν μάθαμε τι απέγιναν.

Η ζωή μου δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν μια συνηθισμένη ζωή όπως οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που για τα βιβλία της ιστορίας είναι απλοί αριθμοί. Κάποτε διαβάζεις ότι χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν, εκτοπίστηκαν, βασανίστηκαν, έμειναν ανάπηροι, πέθαναν απ’ την πείνα και τις κακουχίες. Ήταν άνθρωποι όπως εσύ, όπως αυτοί που αγαπάς. Αλλά δεν άκουσες ποτέ τις κραυγές τους, δεν είδες ποτέ τα δάκρυά τους, δεν ένιωσες ποτέ την αγωνία και το παράπονό τους. Η ζωή μου λοιπόν ήταν μια απλή, συνηθισμένη ζωή. Αγωνίστηκα και μόχθησα πολύ, χάρηκα λίγο, δεν ταξίδεψα παρά μόνο μια φορά, αν μπορεί να θεωρηθεί ταξίδι το να έρχονται στη ζωή σου τα πάνω κάτω. Τώρα φοβάμαι ότι πλησιάζει η ώρα για το μεγάλο ταξίδι. Αυτή τη φορά χωρίς αποσκευές και διαβατήριο. Όταν φύγαμε απ’ τον τόπο μας έπρεπε να χωρέσουμε όλη τη ζωή μας σε μια βαλίτσα. Όταν έρθει η ώρα να αφήσω αυτόν τον κόσμο πρέπει να χωρέσω όλη μου τη ζωή σε μια φράση. Σε μια φράση που θα δείχνει ότι ούτε ο χρόνος ούτε η αρρώστια κατάφεραν να με νικήσουν. Θα πω λοιπόν σ’ αυτόν που θα με οδηγήσει απέναντι ότι είμαι ένα μαύρο ρόδο που ξερίζωσαν απ’ τη γη της Ιωνίας και από τότε δεν μπόρεσε να ριζώσει σε άλλη γη.

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο http://www.nakasbookhouse.gr/blog

Τα ψέματα του Απρίλη

Ζούμε μες στο ψέμα. Απ’ τη στιγμή που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Όσοι αναλαμβάνουν να μας γνωρίσουν τον κόσμο που μας περιβάλλει και να μας προετοιμάσουν για να γίνουμε μέλη της κοινωνίας, μας λένε ψέματα, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα. Οι γονείς μας αναγκάζονται να μας πουν ψέματα για να μας προστατεύσουν απ’ την αλήθεια που είναι πολύ σκληρή για τα παιδιά. Οι δάσκαλοι στα σχολεία μας λένε ψέματα, έτσι ώστε όταν μεγαλώσουμε να νομίζουμε το ψέμα για αλήθεια. Οι μεγάλοι μας λένε ψέματα γιατί μπερδεύουν την αθωότητα με την αφέλεια ή γιατί έχουν ξεχάσει ότι και οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε παιδιά. Τα παραμύθια μας λένε ψέματα, μόνο που κάτω απ’ αυτά τα ψέματα κάποιες φορές κρύβονται αλήθειες που αν φανερωθούν γίνονται επικίνδυνες.

Όταν μεγαλώνουμε εξακολουθούμε να ζούμε μες στο ψέμα. Αυτοί που μας κυβερνούν μας λένε ψέματα, γιατί η εξουσία τους στηρίζεται στο ψέμα. Αυτοί που μας ενημερώνουν μας λένε ψέματα, γιατί στηρίζουν την εξουσία που στηρίζεται στο ψέμα. Οι εργοδότες μας λένε ψέματα, γιατί οι εργαζόμενοι που ξέρουν την αλήθεια αντιδρούν στην αδικία. Αυτοί που μας εκπροσωπούν μας λένε ψέματα, γιατί αν έλεγαν την αλήθεια δεν θα χρειαζόμασταν εκπροσώπους. Αυτοί που μας ψυχαγωγούν μας λένε ψέματα, γιατί τα ψέματα αποκοιμίζουν και όταν είναι χαριτωμένα μοιάζουν πολύ αληθινά. Αυτοί που μας νουθετούν μας λένε ψέματα, γιατί φοβούνται την αλήθεια. Αυτοί που έχουν ταχθεί να μας προστατεύουν μας λένε ψέματα, γιατί οι άνθρωποι που ξέρουν την αλήθεια δεν χρειάζονται προστασία. Αυτοί που μας αγαπούν μας λένε ψέματα, γιατί η αγάπη έχει τους δικούς της νόμους που αψηφούν την αλήθεια. Αυτοί που μας μισούν μας λένε ψέματα, γιατί το μίσος τυφλώνει και τα μάτια βλέπουν μόνο όσα θέλουν να δουν. Αυτοί που μας πληγώνουν μας λένε ψέματα για να μας πονέσουν περισσότερο. Αυτοί που μας παρηγορούν μας λένε ψέματα γιατί η αλήθεια δεν επουλώνει πληγές.

Μπροστά σε τόσα ψέματα, τα ψέματα της Πρωταπριλιάς μοιάζουν πολύ αθώα. Τόσο που δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε απ’ τα ψέματα που μας παρουσιάζουν για αλήθεια. Πολλές φορές είναι πιο πιστευτά απ’ τα ψέματα που ακούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Άλλες φορές είναι όνειρα, ευχές και επιθυμίες που μεταμορφώνονται σε ψέματα χάριν του πρωταπριλιάτικου εθίμου. Είναι σαν κι αυτά που μας λένε οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας για να μας παρηγορήσουν και να μας προστατεύσουν. Όπως και να ‘χει είναι ψέματα ανώδυνα, ανάμνηση μιας χαμένης αθωότητας παλιότερων εποχών. Αν αφεθούμε στη γοητεία των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων μπορεί και να γίνουμε πιο δύσπιστοι απέναντι στα άλλα ψέματα, σε αυτά δηλαδή που μας κρατάνε στο σκοτάδι και καθορίζουν τη ζωή μας. Επιστρέφοντας για λίγο νοερά στην αγνότητα και την απλότητα των παιδικών μας χρόνων, ίσως διακρίνουμε θαμμένη κάτω από τόνους προπαγάνδας, συκοφαντίας και φλυαρίας την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια, που είναι πολύτιμη γιατί είναι σπάνια, για να βρεθεί χρειάζεται ανοιχτά μάτια, καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά. Όσο και να την κρύβουν μπορούμε να την ανακαλύψουμε αν διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας.

Η σιωπή είναι η ηρεμία πριν την καταιγίδα

Όταν με στοχεύετε με τα δηλητηριώδη βέλη σας
χαμογελώντας χαιρέκακα
δήθεν μιλώντας γενικά
με αυτές τις κοινότοπες εκφράσεις
“Συζήτηση κάνουμε”,
”Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά”

Όταν μου πετάτε ξεδιάντροπα
όλη τη σαπίλα της ψυχής
και του μυαλού σας
στο όνομα της άποψής σας
που πρέπει δήθεν να σεβαστώ

Όταν κακοποιείτε βάναυσα
κάθε ανθρώπινη αξία
νομίζοντας πως λέτε κάτι έξυπνο
Όταν το μίσος και η κακία ξεχειλίζουν
από κάθε εκατοστό της ύπαρξής σας
όσο κι αν προσπαθείτε να το κρύψετε
με επιτηδευμένα φιλικό ύφος

Τότε μένω για λίγο σιωπηλός
σας ζυγίζω με το βλέμμα
ψάχνοτας το σημείο που πονάει πιο πολύ
και περιμένω να χτυπήσω

Από ξένο τόπο

Τις τελευταίες εβδομάδες στο λιμάνι του Πειραιά έχει γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος. Ένα κόσμος ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Η τραγωδία των προσφύγων έχει φέρει ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης στους χώρους που φιλοξενούνται πρόσφυγες με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν όπως μπορούν. Η προσφορά σε τρόφιμα και ρούχα από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και ηλικίας έχει ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Οι πρώτες εικόνες που αντικρίζει κανείς όταν έρχεται για πρώτη φορά είναι πρωτόγνωρες. Πρόσφυγες στοιβαγμένοι στους κλειστούς χώρους του λιμανιού και σε σκηνές και εθελοντές να τρέχουν ασταμάτητα. Τα πρώτα συναισθήματα είναι αντιφατικά. Θλίψη για τον Γολγοθά αυτών των ανθρώπων αλλά και χαρά και αισιοδοξία γιατί κανείς δεν είναι μόνος του. Οτιδήποτε κι αν χρειαστεί κάποιος πρόσφυγας οι εθελοντές θα κάνουν ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να βοηθήσουν. Μαζί μ’ αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα γεννιούνται και τα πρώτα ερωτήματα. Πώς μπορεί να χωρέσει ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου σε μια βαλίτσα; Πώς χωράει τόσος πόνος μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα; Πού βρίσκουν τη δύναμη να χαμογελάνε;

Ο χρόνος συμπυκνώνεται. Όσα δεν έχει ζήσει κανείς μια ζωή τα ζει εδώ σε λίγες ώρες. Μέσα σε μερικές μέρες γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους που αν δεν τους είχα γνωρίσει από κοντά δεν θα πίστευα ότι υπάρχουν. Που μου φέρθηκαν με απέραντη καλοσύνη, σαν αδελφικοί φίλοι, αν και είχαμε γνωριστεί λίγες ώρες πριν. Που για αυτούς η αλληλεγγύη σε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη είναι αυτονόητη. Και έρχεται κάποια στιγμή που τα δικά σου προβλήματα σού φαίνονται μικρά. Γυρίζεις στο σπίτι και αγωνιάς. Για το αν θα βρεθεί σκηνή για τον πρόσφυγα που η μητέρα του είναι άρρωστη. Για το αν θα βρεθεί καρότσι για την οικογένεια με το μωρό. Οι ανάγκες δεν σταματούν ποτέ, όπως δεν σταματάει ποτέ και ο αγώνας για την κάλυψή τους. Όμως ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά από ένα παιδί σε κάνουν να ξεχνάς την κούραση. Και στο τέλος της μέρας αυτά που έχεις πάρει είναι περισσότερα απ’ αυτά που έχεις δώσει. Η ευγνωμοσύνη που βλέπεις στα μάτια ανθρώπων που έχεις βοηθήσει έστω και λίγο είναι κάτι που δεν ξεπληρώνεται με τίποτα. Η αγάπη που έχεις πάρει είναι τόση που στην ερώτηση αν θα είσαι και την επόμενη μέρα εκεί η απάντηση είναι αυτονόητη.

Σε κάποια απ’ τις δραστηριότητες για τα παιδιά τα προσφυγόπουλα έχουν μαζευτεί γύρω από κάποιον που παίζει με το ακορντεόν έναν μικρασιάτικο σκοπό: “Από ξένο τόπο κι από αλαργινό ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ”. Από ξένο τόπο φαίνεται να είναι και όλοι αυτοί οι μισάνθρωποι που εκτοξεύουν λάσπη και χολή εναντίον κατατρεγμένων ανθρώπων γιατί ξαφνικά ξέχασαν τι σημαίνει προσφυγιά. Που χαίρονται όταν πνίγονται παιδιά. Που μέσα στην ανοησία τους νομίζουν ότι οι πρόσφυγες ευθύνονται για τα προβλήματά τους. Από ξένο τόπο, στον οποίο απουσιάζει κάθε ανθρώπινη αξία, μοιάζουν να είναι κι αυτοί που αποφασίζουν για τις τύχες όλων μας. Αντιμετωπίζουν με σαδιστική αναλγησία την προσφυγική τραγωδία αρνούμενοι να κάνουν έστω και τα στοιχειώδη για να ανακουφίσουν τον πόνο αυτών των ανθρώπων, τον πόνο που οι ίδιοι προκάλεσαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους.

Μέχρι να γίνω μια αγκαλιά από κόκκινα γαρύφαλλα

Έχω ένα σκοτωμένο όνειρο,
μια αιματοβαμμένη μνήμη
και μια καρδιά
που θα ‘ναι δεν θα ‘ναι δέκα χρονών
Έχω πολλές πατρίδες,
έχω χιλιάδες ονόματα,
έχω χιλιάδες πληγές
Είμαι απ’ την Παλαιστίνη,
απ’ τη Συρία,
απ’ το Ιράκ,
απ’ το Αφγανιστάν,
απ’ το Βιετνάμ,
απ’ την Ιρλανδία,
απ’ την Κορέα,
απ’ την Ουκρανία

Με εξόρισαν στη χώρα των κολασμένων
η γη της είναι άγονη,
ο ουρανός της γκρίζος
και η θάλασσά της κόκκινη
Τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν θραύσματα από βόμβες,
η πρώτη λέξη που άκουσα ήταν θάνατος,
τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο κατώφλι του Άδη,
τα πρώτα μου βήματα τα έκανα
σε έναν δρόμο σπαρμένο με νάρκες
και συρματοπλέγματα
κι από τότε δεν σταμάτησα να βαδίζω

Ταξιδεύω στους αιώνες,
μέχρι να ξαναβρώ το χάδι της μάνας μου,
μέχρι να γίνω μια αγκαλιά
από χιλιάδες κόκκινα γαρύφαλλα
που θα στολίσουν τον κόσμο

Η αιώνια μοναξιά των άστρων

Όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν μα κουράστηκαν ήδη
και με παράπονο κινήσαν για το μεγάλο ταξίδι
επιστρέφουν μια μέρα κοντά μας και πάλι
γιατί η πίκρα στην ψυχή τους είν’ όσο ο κόσμος μεγάλη

Κάποιοι θα ‘ρθουν σαν σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής
κάτι απογεύματα του Απρίλη που ‘ναι ο ουρανός βαρύς
να ποτίσουν τη γη που ποτέ δεν τους δέχτηκε
να ξεπλύνουν το αίμα που τόσο άδικα ξοδεύτηκε

Άλλοι έρχονται σαν του πελάγους αφρισμένα κύματα
τα μεσημέρια του Σεπτέμβρη κι ακολουθούν τα βήματα
των ηττημένων, των ηρώων και των μοναχικών
τραγουδούν το τραγούδι των χαμένων αδελφών

Όσοι ονειρεύτηκαν πολύ μα τα όνειρά τους προδόθηκαν
και είναι αμέτρητες εκείνες οι φορές που πληγώθηκαν
επιστρέφουν σαν όνειρα και γυρίζουν στον ύπνο μας
σαν τριαντάφυλλα άγρια που φυτρώνουν στον κήπο μας

Και όσοι φύγαν με το πιο μεγάλο παράπονο
γίνονται αστέρια, τα πιο φωτεινά στον ουρανό,
πολεμούν το σκοτάδι και φωτίζουν τις νύχτες μας
η αιώνια μοναξιά τους στεφανώνει τις νίκες μας