Έρωτες στον Άδη

Μια σατιρική ιστορία

Ξύπνησε αργά όπως κάθε μέρα, έφτιαξε καφέ και άνοιξε τον υπολογιστή. Μπήκε στο διαδίκτυο για να διαβάσει την ηλεκτρονική του αλληλογραφία. Στα εισερχόμενα δεν υπήρχε κανένα μήνυμα. Πριν από δέκα μέρες είχε στείλει δελτίο τύπου για το καινούργιο του βιβλίο σε δεκάδες λογοτεχνικές ιστοσελίδες και δεν είχε πάρει μέχρι στιγμής καμία απάντηση. Έκλεισε τη σελίδα και σήκωσε το τηλέφωνο. Σχημάτισε έναν αριθμό και περίμενε. Καλούσε αλλά δεν απαντούσε κανείς. Μετά από ένα λεπτό το έκλεισε. Είχε στείλει πριν τρεις μήνες σε ένα περιοδικό ένα διήγημά του. Αφού δεν απαντούσαν στα email του, αποφάσισε να τους τηλεφωνήσει για να πάρει μια απάντηση, έστω και αρνητική. Είχε τηλεφωνήσει πέντε φορές στα γραφεία του περιοδικού αλλά δεν το σήκωναν ποτέ. Ντύθηκε και βγήκε έξω. Ανοίγοντας το γραμματοκιβώτιο το είδε άδειο. Είχε δημοσιευτεί ένα διήγημά του σε ένα πολιτιστικό περιοδικό της επαρχίας πριν από ένα μήνα. Επειδή δεν μπορούσε να βρει το περιοδικό στην Αθήνα, είχε ζητήσει να του στείλουν ένα τεύχος ταχυδρομικώς. Είχε τηλεφωνήσει πέντε φορές και κάθε φορά τον διαβεβαίωναν ότι σύντομα θα του το στείλουν. Κατευθύνθηκε προς το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς του. Είχε αφήσει εκεί μερικά αντίτυπα του καινούργιου του βιβλίου και ήθελε να ρωτήσει πώς πάνε οι πωλήσεις. Η απάντηση που πήρε ήταν απογοητευτική. Τον τελευταίο μήνα δεν είχε πουληθεί ούτε ένα αντίτυπο. Χαιρέτησε τον βιβλιοπώλη και έφυγε. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα βιβλία του. Κανείς δεν σεβόταν τη δουλειά του.

Τα τελευταία πέντε χρόνια ασχολούταν συστηματικά με τη συγγραφή και είχε εκδώσει δυο βιβλία. Μια συλλογή διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα. Είχε κάνει κυριολεκτικά ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να τα προωθήσει, στο βαθμό βέβαια που του επέτρεπαν τα οικονομικά του, τα οποία ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είχε δημοσιεύσει διηγήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες, πήγαινε συχνά σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και είχε γνωριστεί με άλλους συγγραφείς, είχε πάρει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και μάλιστα είχε βραβευτεί δυο φορές, είχε βάλει διαφημιστικές καταχωρήσεις των βιβλίων του σε έντυπα και στο διαδίκτυο. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν είχε καταφέρει να τον κάνει γνωστό στο ευρύ κοινό, ούτε να βοηθήσει στις πωλήσεις των βιβλίων του. Αγόρασε μια εφημερίδα και κάθισε σε ένα καφενείο. Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα είδε στη στήλη με την κριτική βιβλίων τα βιβλία δυο γνωστών του. «Γιατί αυτοί και όχι εγώ; Τι πρέπει να κάνω επιτέλους για να με προσέξουν;» σκέφτηκε πικραμένος.

Τελευταία τριγύριζαν στο μυαλό του κάποιες ιδέες που κάποτε τις απέρριπτε χωρίς συζήτηση, τώρα όμως δεν του φαίνονταν άσχημες. Η μία απ’ αυτές τις ιδέες ήταν να προκαλέσει θόρυβο γύρω απ’ το όνομά του. Θα γραφόταν σε ιστοσελίδες με μεγάλη επισκεψιμότητα και θα έγραφε επίτηδες ασυναρτησίες για να τραβήξει την προσοχή του κόσμου, ενώ συχνά πυκνά θα έκανε αναφορές στα βιβλία του. Απ’ τους δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που θα διάβαζαν τις δημοσιεύσεις του, ακόμα και ένα μικρό ποσοστό να ενδιαφερόταν για τα βιβλία του, θα ήταν για αυτόν κέρδος. Γύρισε στο σπίτι για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Γράφτηκε σε τρεις ιστοσελίδες με εκατομμύρια μέλη και άρχισε να γράφει παραληρηματικά. Αυτά που έγραφε δεν είχαν κανένα ειρμό και δεν έβγαζαν νόημα. Δεν ήταν όμως ο στόχος του να αρθρώσει συγκροτημένο λόγο αλλά να κάνει θόρυβο. Δεν παρέλειπε φυσικά τις αναφορές στα βιβλία του. Οι αναγνώστες του παραληρήματός του αναρωτιούνταν αν ήταν ψυχικά διαταραγμένος ή τους κορόϊδευε. Αυτό κράτησε μερικές μέρες κατά τις οποίες ήταν για δεκαπέντε ώρες την ημέρα μπροστά στον υπολογιστή και έγραφε σχεδόν αδιάκοπα. Το αποτέλεσμα ήταν να διαγράψουν τους λογαριασμούς του μαζί με τις δημοσιεύσεις του. Το σχέδιο είχε αποτύχει πλήρως.

Χωρίς να πτοηθεί αποφάσισε αμέσως να υλοποιήσει τη δεύτερη ιδέα του. Θα έκανε προσωπικές επιθέσεις σε γνωστούς συγγραφείς, εκείνοι θα του απαντούσαν και έτσι οι εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες των συγγραφέων θα μάθαιναν το όνομά του και θα έψαχναν να βρουν ποιος είναι, έτσι θα ανακάλυπταν και τα βιβλία του. Δημιούργησε λοιπόν λογαριασμό σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ξεκίνησε τις επιθέσεις. Το κείμενο που έγραφε για κάθε συγγραφέα ήταν ίδιο, άλλαζε μόνο το όνομα. Έγραφε λοιπόν ότι ο τάδε είναι ατάλαντος αλλά τον προωθούν τα κυκλώματα, ότι αν δεν είχε μέσο δεν θα τον ήξερε κανείς, ότι υπάρχουν άλλοι πολύ καλύτεροι απ’ αυτόν που μένουν στην αφάνεια. Δυστυχώς όμως για αυτόν ήταν εντελώς προφανές ότι ήθελε να τραβήξει την προσοχή και κανείς δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί μαζί του. Δυο τρεις που έκαναν κάποια σχόλια για το κείμενό του δεν ανέφεραν καν το όνομά του. Είχε αποτύχει και αυτό το σχέδιο. Είχε φτάσει η ώρα να υλοποιήσει την τρίτη ιδέα, να θέσει σε εφαρμογή το μεγάλο σχέδιο.

Το σχέδιο αυτό βασιζόταν σε μια παλιά, δοκιμασμένη και πολύ επιτυχημένη συνταγή. Αυτή η συνταγή αν και επιτυχημένη δεν έπαυε να είναι ποταπή και αναξιοπρεπής. Η ουσία της συνταγής ήταν η πρόκληση. Γράφει κάποιος ένα βιβλίο που προκαλεί το κοινό αίσθημα, που προσβάλλει αυτά που για πολλούς ανθρώπους είναι ιερά, υποστηρίζει πράξεις που για κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο είναι ηθικά καταδικαστέες και έτσι ασχολείται όλος ο κόσμος μαζί του. Το ότι ασχολείται μαζί του με αρνητικό τρόπο δεν τον απασχολεί, αφού ο στόχος του είναι η επιτυχία και όχι να γίνει συμπαθής. Αν το βιβλίο εκτός από προκλητικό έχει και θέμα που κινεί το ενδιαφέρον του κόσμου, τότε η επιτυχία είναι ακόμα μεγαλύτερη. Θα έγραφε λοιπόν ένα μυθιστόρημα για το σεξ. Το σεξ πάντα πουλάει. Βέβαια βιβλία με αυτό το θέμα υπάρχουν πολλά. Το δικό του όμως θα ξέφευγε απ’ τα συνηθισμένα. Θα περιελάμβανε αιμομιξίες, κτηνοβασίες, νεκροφιλία, όλα αυτά που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θεωρεί αποτρόπαια. Και για να το κάνει ακόμα πιο προκλητικό κάποιες ιστορίες του βιβλίου θα διαδραματίζονταν σε εκκλησίες. Με αυτό το βιβλίο και λίγη τύχη θα γινόταν επιτέλους γνωστός. Και αν δεν βοηθούσε η τύχη θα έβαζε ο ίδιος το χέρι του.

Κλείστηκε λοιπόν στο σπίτι του και ξεκίνησε να γράφει. Περιέγραφε με γλαφυρότητα και πικάντικες λεπτομέρειες σκηνές πάθους. Με ρεαλισμό και ωμότητα έστησε ένα μυθιστόρημα που ήταν σαν να είχε βγει από εφιάλτες. Είχε φροντίσει ώστε το βιβλίο να έχει αγωνία και λίγο μυστήριο, ώστε να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αυτό που δεν τον ενδιέφερε καθόλου ήταν η γλώσσα, το ύφος, όλα τα σημαντικά στοιχεία ενός κειμένου. Είχε επίγνωση ότι δεν γράφει λογοτεχνία, αλλά ένα βιβλίο που φιλοδοξεί να γίνει μπεστ σέλερ. Το μυθιστόρημα δεν είχε καμιά αυθεντικότητα, φαινόταν με μια σύντομη ματιά ότι ήταν εντελώς επιτηδευμένο, αλλά δεν τον ενδιέφερε να το κρύψει. Σε μερικές εβδομάδες ήταν έτοιμο. Επέλεξε έναν τίτλο που τραβούσε την προσοχή: «Έρωτες στον Άδη» και στο εξώφυλλο απεικονίζονταν διάφορα ζώα με έναν τράγο σε πρώτο πλάνο, ενώ στο βάθος φαίνονταν μια εκκλησία και ένα νεκροταφείο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Δύσκολα θα βρισκόταν εκδότης να εκδώσει ένα τέτοιο βιβλίο. Το πρόβλημα όμως ξεπεράστηκε εύκολα. Βρήκε έναν εκδότη που εξέδιδε παρακμιακά βιβλία, έβαλε και κάτι οικονομίες που είχε και το βιβλίο σε ένα μήνα είχε εκδωθεί. Πεντακόσια αντίτυπα για αρχή ήταν αρκετά. Έδωσε αντίτυπα σε κάποια κεντρικά βιβλιοπωλεία και σε μερικά της επαρχίας και περίμενε.

Αφού είχε περάσει μια βδομάδα και δεν είχε προσέξει κανείς το βιβλίο του, αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αναλάβει δράση. Έστειλε σε μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα μια οργισμένη επιστολή, στην οποία υπέγραφε ως συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Στην επιστολή έγραφε ότι εντελώς τυχαία, περνώντας από ένα βιβλιοπωλείο, έπεσε πάνω σε ένα βιβλίο με αποτρόπαιο περιεχόμενο, του οποίου ο συγγραφέας είναι διεστραμμένος. Αναρωτιόταν σε τι κόσμο θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας και τι κάνει η πολιτεία για να προστατεύσει τους πολίτες. Ένα αναλόγου περιεχομένου email έστειλε σε έναν τηλεοπτικό σταθμό που είχε καταγγείλει ανάλογα βιβλία στο παρελθόν. Στο email υπέγραφε ως πολύτεκνη μητέρα. Μετά από δυο μέρες περνώντας από ένα περίπτερο διαπίστωσε ενθουσιασμένος ότι το θαύμα είχε γίνει. Η εφημερίδα που είχε στείλει την επιστολή είχε το βιβλίο του στο πρωτοσέλιδο και τίτλο «Σοκ και φρίκη. Βιβλίο υμνεί την αιμομιξία, την κτηνοβασία και τη νεκροφιλία. Σκηνές σεξ σε εκκλησία». Από κάτω με μικρότερα γράμματα έγραφε «Διαβάστε στις σελίδες 11 – 13». Αγόρασε την εφημερίδα και πήγε βιαστικά στο σπίτι. Στις εσωτερικές σελίδες υπήρχε αναλυτική περιγραφή του βιβλίου μαζί με εκτενή αποσπάσματα. Επίσης υπήρχε το εξώφυλλο του βιβλίου του, η φωτογραφία του και το βιογραφικό του. Ο συντάκτης δήλωνε τον αποτροπιασμό του για το εμετικό, όπως το χαρακτήριζε, θέμα του βιβλίου και έγραφε αναλυτικές οδηγίες για το πού μπορεί να το βρει κάποιος. Έτριψε τα χέρια του με ικανοποίηση. Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε. Το απόγευμα, την ώρα του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, άνοιξε την τηλεόραση στο κανάλι που είχε στείλει το οργισμένο email. Η τύχη τού είχε χαμογελάσει πάλι. Του αφιέρωναν ένα μεγάλο ρεπορτάζ. Ο σοκαρισμένος ρεπόρτερ επί ένα τέταρτο ανέλυε την υπόθεση του βιβλίου, προσπαθούσε να κάνει το ψυχογράφημα του συγγραφέα, διάβαζε αποσπάσματα. Η κάμερα κάθε λίγο έκανε ζουμ στο εξώφυλλο του βιβλίου. Και σ’ αυτή την περίπτωση τα πράγματα πήγαν όπως τα ήθελε. Αυτό που είχε γίνει ήταν καταπληκτικό. Με μια επιστολή και ένα email είχε εξασφαλίσει εντελώς δωρεάν διαφήμιση αξίας χιλιάδων ευρώ.

Μετά από δυο μέρες ένας βουλευτής έκανε ερώτηση για το βιβλίο στη βουλή. Το θέμα είχε αρχίσει να παίρνει διαστάσεις. Μητροπολίτες στο κυριακάτικο κήρυγμά τους κατακεραύνωναν το βλάσφημο βιβλίο που απειλούσε την εκκλησία και το έθνος, παραθρησκευτικές οργανώσεις διοργάνωναν παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω απ’ τον εκδοτικό οίκο, φυλλάδια που ζητούσαν την απαγόρευση του βιβλίου μοιράζονταν στις γειτονιές. Κορυφαίοι γελοιογράφοι εμπνέονταν γελοιογραφίες απ’ το βιβλίο του και τον ίδιο. Άλλοι τον παρουσίαζαν να τρέχει να σωθεί από ένα μαινόμενο πλήθος που τον κυνηγούσε με αναμμένους πυρσούς, άλλοι τον απεικόνιζαν πάνω σε έναν ψηλό θρόνο να παρακολουθεί με ικανοποίηση μια ομάδα ανθρώπων που συζητούσαν για αυτόν σε ένα τραπέζι, άλλοι απεικόνιζαν έναν παπά να πετάει το βιβλίο στην πυρά. Σε ραδιοφωνικές εκπομπές υψηλής ακροαματικότητας, οι παρουσιαστές διάβαζαν αποσπάσματα απ’ το βιβλίο και στη συνέχεια τα σχολίαζαν. Σε δελτία ειδήσεων και βραδυνές πολιτικές εκπομπές, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, καθηγητές πανεπιστημίου και καλλιτέχνες διασταύρωναν τα ξίφη τους για χάρη του. Πολλές φορές είχαν καλέσει και τον ίδιο αλλά είχε αρνηθεί. Δούλευαν άλλοι για αυτόν οπότε δεν είχε κανένα λόγο να κοπιάσει ο ίδιος.

Στις εφημερίδες, δημοσιογράφοι που δεν συμμερίζονταν τις αντιδράσεις που είχαν δημιουργηθεί, είχαν αναλάβει την υπεράσπισή του με πολυσέλιδα αφιερώματα όπου έκαναν αναδρομή σε παλιότερες εποχές και αναφέρονταν σε λογοτεχνικά έργα που είχαν σκανδαλίσει την κοινωνία της εποχής τους και είχαν λογοκριθεί. Ενώ και στο διαδίκτυο η συζήτηση είχε φουντώσει. Σε ιστοσελίδες με μεγάλη επισκεψιμότητα, οι χρήστες συζητούσαν επί δεκάδες σελίδες για το βιβλίο του, με εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες να παρακολουθούν με ενδιαφέρον τη συζήτηση. Τα βίντεο που σχολίαζαν το βιβλίο του είχαν ξεπεράσει μέσα σε λίγες μέρες το ένα εκατομμύριο προβολές το καθένα. Οι κριτικοί λογοτεχνίας επιτέλους ασχολούνταν μαζί του. Άλλος έγραφε ότι το βιβλίο του ήταν ό,τι χειρότερο έχει διαβάσει στη ζωή του, άλλος ότι με την τολμηρή του πένα είχε σπάσει το απόστημα και είχε αποκαλύψει τη σαπίλα της κοινωνίας. Άσχετα με τη στάση που είχαν απέναντι στο βιβλίο του, το σημαντικό για αυτόν ήταν ότι είχε τραβήξει την προσοχή τους. Κάθε φορά που το θέμα πήγαινε να ξεχαστεί έστελνε νέες οργισμένες επιστολές σε εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς, στις οποίες υπέγραφε άλλες φορές σαν απόστρατος στρατιωτικός και άλλες σαν ιερομόναχος.

Όλη αυτή η προβολή τον είχε αναγκάσει να αφήσει στην άκρη την ευαισθησία που τον είχε οδηγήσει να βρει καταφύγιο στη συγγραφή και να γίνει εντελώς χοντρόπετσος. Διάβαζε στο διαδίκτυο σχόλια που εύχονταν να πεθάνει από καρκίνο και έβριζαν την οικογένειά του και δεν ένιωθε τίποτα, σαν να αφορούσαν κάποιον άλλο. Άκουγε στην τηλεόραση ψυχιάτρους να τον χαρακτηρίζουν ψυχοπαθολογική προσωπικότητα και γελούσε. Στο μεταξύ το βιβλίο του έκανε συνεχείς επανεκδόσεις με ολοένα και μεγαλύτερο τιράζ. Μέσα σε λίγους μήνες είχε πουλήσει πεντακόσιες χιλιάδες αντίτυπα. Εκτός από διάσημος είχε γίνει πλέον και πλούσιος. Μόνο που αυτή η επιτυχία δεν είχε συμπαρασύρει τα προηγούμενα βιβλία του, αυτό όμως δεν τον πείραζε καθόλου. Πάνω που πίστευε ότι είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας του και δεν είχε πια τίποτα άλλο να περιμένει, χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν ένας σκηνοθέτης που είχε διαβάσει το βιβλίο του, είχε ενθουσιαστεί και ήθελε να το κάνει ταινία. Του έλεγε για το πόσο χαρούμενος ήταν που επιτέλους βρήκε έναν συγγραφέα που τολμάει να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και να σπάει τα ταμπού. Η ταινία δεν θα ήταν καμιά ταινιούλα δεύτερης διαλογής χαμηλού προϋπολογισμού, αλλά μια υπερπαραγωγή με πολύ μεγάλα ονόματα. Ο σκηνοθέτης ήταν σίγουρος ότι η ταινία θα σαρώσει τα βραβεία στα κινηματογραφικά φεστιβάλ, εξάλλου ήξερε ανθρώπους που ήταν μέσα στα πράγματα. Θα γινόταν διάσημος σε όλο τον κόσμο. Το μόνο που έμενε ήταν να δώσει την έγκρισή του. Τώρα πια έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Ποιος θα το πίστευε ότι αυτός, που μέχρι πριν λίγο καιρό περνούσε απαρατήρητος, θα γινόταν γνωστός διεθνώς. Πίστευε ότι είχε φτάσει η ώρα να μιλήσει κι αυτός για το βιβλίο του και όλο αυτό τον θόρυβο που είχε δημιουργηθεί. Έδωσε λοιπόν μια σειρά από συνεντεύξεις, δεν χρειάστηκε να κοπιάσει καθόλου για αυτό αφού κάθε μέρα οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι του ζητούσαν συνέντευξη. Σ’ αυτές τις συνεντεύξεις άλλοτε υπερασπιζόταν την ελευθερία της έκφρασης, άλλοτε κατέκρινε τη μικροαστική ηθική και άλλοτε με προσποιητή αφέλεια αναρωτιόταν δήθεν για ποιο λόγο βρίσκουν το βιβλίο του προκλητικό, ενώ ο ίδιος ήθελε απλώς να μιλήσει για τον έρωτα και έλεγε ότι ποτέ δεν φανταζόταν όταν ξεκινούσε να γράφει το βιβλίο, τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε.

Είχε φύγει πια απ’ τη μικρή γκαρσονιέρα που έμενε στα Σεπόλια και είχε νοικιάσει ένα πολυτελές και ευρύχωρο διαμέρισμα στο Γκάζι. Τα βράδια σύχναζε στα στέκια των συγγραφέων και χαριεντιζόταν με συντάκτες free press εντύπων νεοφιλελεύθερων αποχρώσεων. Δεν ήταν πια ο μετρημένος και λιγομίλητος συγγραφέας που μιλούσε με σεμνότητα για τα έργα του και χαμήλωνε το βλέμμα όταν του έλεγαν ότι έχει ταλέντο. Ήταν όπως θα περίμενε κάποιος να είναι ο συγγραφέας ενός βιβλίου σαν τους «Έρωτες στον Άδη». Προκλητικός, χυδαίος, αυθάδης, ασεβής, αλαζόνας, αμετροεπής. Γυρνούσε από παρέα σε παρέα και ξεκινούσε τη συζήτηση λέγοντας κάποια εξυπνακίστικη ατάκα ή κάνοντας επίθεση σε κάποιο συγγραφέα με αφορμή κάποιο κείμενό του. Μιλούσε με έπαρση για την επιτυχία του βιβλίου του παίρνοντας ύφος αντισυμβατικού διανοούμενου. Δεν δίσταζε να προσβάλλει βάναυσα όποιον του έφερνε αντίρρηση και να κάνει χοντροκομμένα αστεία, ακόμα και σε ανθρώπους που έβλεπε πρώτη φορά Υποδυόταν έναν ρόλο και αυτό τον διασκέδαζε. Μετά από λίγο όμως τον κούρασε η κοινωνική ζωή και ξαναγύρισε στη μοναξιά του, χωρίς πια το άγχος της επιβίωσης και την πίκρα της αποτυχίας. Με τους ομοτέχνους του, που μέχρι πριν λίγο καιρό είχε την ίδια μοίρα, δεν κρατούσε πια καμία επαφή, γιατί τους θεωρούσε μίζερους και αποτυχημένους.

Τώρα διδάσκει σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής για πολύ υψηλά βαλάντια. Το μότο του είναι: «Μάθε τα μυστικά της επιτυχίας απ’ τους επιτυχημένους». Τα σεμινάρια έχουν τρίμηνη διάρκεια και πολύ μεγάλη λίστα αναμονής. Τους υπόλοιπους μήνες ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για να ξεκουραστεί και να βρει έμπνευση για το επόμενο βιβλίο του. Πρέπει να βρει ένα θέμα πιασάρικο, που λένε, που να του εξασφαλίσει αρκετές πωλήσεις. Καμιά φορά διαβάζει τα πρώτα του γραπτά και τον πιάνει μια μελαγχολία, που την πνίγει σε ένα ποτήρι με ακριβό ουίσκυ.

Advertisements

Η μοναξιά του συγγραφέα

Ας υποθέσουμε ότι βρίσκεστε κάπου με μια παρέα μορφωμένων ανθρώπων και συζητάτε. Κάποια στιγμή κάποιος απ’ την παρέα αναφέρει ότι κάποιος κοινός φίλος, που δεν είναι παρών, ξεκίνησε διδακτορικό. Όλοι μιλούν με θαυμασμό για αυτόν τον φίλο, επαινούν τις ικανότητές του και εύχονται καλή επιτυχία στο επιστημονικό του έργο. Ας υποθέσουμε τώρα ότι κάποιο άλλο μέλος της παρέας, των μορφωμένων όπως προανέφερα ανθρώπων, αναφέρει ότι κάποιος άλλος κοινός φίλος εξέδωσε ένα μυθιστόρημα ή μια ποιητική συλλογή. Είναι πολύ πιθανό να χαμογελάσουν ειρωνικά, να μιλήσουν υποτιμητικά για τον συγγραφέα και να κάνουν κακόγουστα αστεία. Θα θυμηθούν ότι πάντα είχε τη λόξα του και δεν ασχολήθηκε ποτέ με σοβαρά πράγματα. Δυστυχώς αυτές τις καταστάσεις τις έχω ζήσει, δεν είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Για πολλούς ανθρώπους η λογοτεχνία είναι ένα ανάγνωσμα για τις διακοπές που δεν τους χρησιμεύει σε τίποτα. Όσο για τη συγγραφή, θεωρούν ότι είναι ένα χόμπι, μια δραστηριότητα για να περνάει κάποιος την ώρα του. Ούτε που περνάει απ’ το φτωχό μυαλό τους πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στη ζωή κάποιων ανθρώπων. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είχαν την ευκαιρία να μορφωθούν και δεν έχουν μάθει να εκτιμούν τη λογοτεχνία. Μπορούμε να τους δικαολογήσουμε. Είναι όμως πραγματικά λυπηρό να ακούει κανείς άτομα με δύο και τρία πτυχία, με μεταπτυχιακά και διδακτορικά να λένε ότι δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα λογοτεχνικό βιβλίο στη ζωή τους, ότι η ποίηση είναι αερολογία, να ειρωνεύονται ακόμα και πνευματικούς άθλους όπως τη μετάφραση των απάντων ενός ποιητή. Ξανατονίζω ότι όλα αυτά τα έχω ακούσει και δεν τα βγάζω απ’ το μυαλό μου.

Δυστυχώς ο κόσμος είναι γεμάτος από, κατά το κοινώς λεγόμενο, κάφρους που η όποια μόρφωσή τους δεν τους έχει προσφέρει τίποτα, πέρα από μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας. Κούτσουρα μπήκαν στο πανεπιστήμιο, κούτσουρα βγήκαν. Η κουλτούρα τους είναι η τηλεόραση. Δεν πάνε ποτέ στο θέατρο και στον κινηματογράφο, ούτε σε εκθέσεις ζωγραφικής και δεν διαβάζουν τίποτα άλλο πέρα από βιβλία που σχετίζονται με τη δουλειά τους. Έχουν μάθει να σκέφτονται στενόμυαλα και να υποτιμούν ό,τι δεν γνωρίζουν και δεν μπορούν να καταλάβουν. Πιστεύουν ότι η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι μια πολύ απλή υπόθεση, γιατί δεν έχουν κάνει τον κόπο ούτε καν να ξεφυλλίσουν ένα μυθιστόρημα. Ασφαλώς υπάρχουν και λογοτεχνικά βιβλία που δεν είναι καλά. Μόνο που αυτοί οι νάνοι του πνεύματος υποτιμούν βιβλία που δεν έχουν πιάσει καν στα χέρια τους. Με την ίδια ευκολία που γελοιοποιούν ένα ποίημα κάποιου γνωστού τους, πιάνουν στο στόμα τους και ένα ποίημα του Ελύτη, χωρίς φυσικά ως τενεκέδες που είναι να μπορούν να καταλάβουν ποιο ποίημα ανήκει σε ποιον. Ευτυχώς που η πραγματικότητα δεν συμφωνεί καθόλου μαζί τους, καθώς η λογοτεχνία διδάσκεται στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Δεν παύει όμως η συναναστροφή με τέτοια άτομα να είναι δύσκολη για έναν συγγραφέα.

Η συγγραφή είναι απ’ τη φύση της μια μοναχική δραστηριότητα. Αυτό που κάνει τη ζωή ενός συγγραφέα ακόμα πιο μοναχική είναι η πνευματική φτώχεια πολλών ανθρώπων. Διστάζει να μιλήσει για τη δουλειά του, παρά τους κόπους και τις θυσίες που έχει κάνει, γιατί δεν θέλει να την παραδώσει βορά στην ανοησία του καθένα. Γιατί δεν θέλει να δώσει το δικαίωμα στον κάθε ηλίθιο να τον θεωρεί γραφικό και αλαφροΐσκιωτο. Γιατί η εικόνα του λογοτέχνη που έχουν πολλοί στο μυαλό τους είναι μια καρικατούρα απ’ τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Γιατί όταν ακούν τη λέξη ποιητής φαντάζονται κάποιον με μούσι, μπερέ και πίπα που όταν τον ρωτάνε «Τι ώρα είναι;» απαντάει με στίχους. Έτσι λοιπόν, ένας συγγραφέας θα μιλήσει για τη δουλειά του μόνο με ανθρώπους που πέρα απ’ την τυπική μόρφωση έχουν και μια καλλιέργεια και φυσικά με ομοτέχνους του. Μόνο αυτοί θα σεβαστούν και θα εκτιμήσουν το έργο του. Εννοείται ότι υπάρχουν και άνθρωποι που χωρίς να έχουν κάποιο πτυχίο διαβάζουν από μικροί και στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο μορφωμένοι από έναν πτυχιούχο που δεν έχει διαβάσει τίποτα άλλο πέρα απ’ τα μαθήματα της σχολής του. Και φυσικά χαίρεται να μιλάει κανείς με τέτοιους ανθρώπους. Όσο περνούν τα χρόνια οι συναναστροφές ενός συγγραφέα είναι όλο και πιο προσεκτικά επιλεγμένες. Και πολλές φορές προτιμά τη μοναξιά απ’ τη συναναστροφή με ρηχούς ανθρώπους.

Γιατί τόση κακία; (Μερικές εκατοντάδες οργισμένες λέξεις)

Απ’ τη στιγμή που εκδηλώθηκε η φονική πυρκαγιά στην Αττική πριν μια βδομάδα, πάμπολλοι άνθρωποι έσπευσαν να βοηθήσουν τους πληγέντες. Άλλοι άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν όσους έμειναν άστεγοι, άλλοι κατέκλεισαν κυριολεκτικά τα νοσοκομεία για να δώσουν αίμα, άλλοι πρόσφεραν χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης και κάποιοι άλλοι εθελοντική εργασία. Ακόμα και οι κρατούμενοι στερήθηκαν ένα μέρος απ’ το συσσίτιό τους για να βοηθήσουν όσους έχουν ανάγκη. Η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά που έδειξαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι δύσκολο να αφήσουν κάποιον ασυγκίνητο. Κι όμως κάποιοι άλλοι το μόνο που πρόσφεραν ήταν χολή. Προσπερνώ τις αθλιότητες του κάθε φασίστα που βρήκε αφορμή να σπιλώσει τους αγώνες της Αριστεράς, όπως και τη φτηνιάρικη αντιπολίτευση πάνω στους νεκρούς. Προσπερνώ επίσης τα «θεία» εμέσματα, τις συνωμοσιολογικές γελοιότητες και τις ρατσιστικές αθλιότητες. Όλα αυτά ήταν λίγο πολύ αναμενόμενα. Αυτό που μου προκάλεσε αηδία ήταν οι δημοσιεύσεις κάποιων χρηστών των κοινωνικών δικτύων. Αντί να βοηθήσουν κοινοποιώντας χρήσιμες πληροφορίες επιδόθηκαν σε ένα ρεσιτάλ μισανθρωπίας. Κακόγουστα σκίτσα, κακογραμμένα κείμενα και θλιβερές ατάκες έγιναν viral. Αυτό που κυριαρχεί σε όλα αυτά είναι το ρατσιστικό στερεότυπο για τον ελληνικό λαό που κοιτάει μόνο την πάρτη του και είναι διεφθαρμένος, η ναζιστική λογική της συλλογικής ευθύνης και δήθεν βαθυστόχαστες ανοησίες για τον κακό άνθρωπο. Τον άνθρωπο έτσι γενικά και αόριστα λες και είναι ποτέ δυνατόν δισεκατομμύρια άνθρωποι, όλος ο πληθυσμός της γης δηλαδή, να είναι ίδιοι.

Αμπελοφιλοσοφίες, λογικά άλματα, εξυπνάδες, κουβέντες καφενείου, κείμενα βολεμένων και υπερεκτιμημένων διανοούμενων, όλα επιστρατεύονται προκειμένου κάποια μίζερα ανθρωπάκια να ικανοποιήσουν το κόμπλεξ τους. Και τι δεν διαβάσαμε αυτές τις μέρες. «Όλοι φταίμε», «Έχουμε χάσει την αξιοπρέπειά μας», «Ή θα πνιγόμαστε ή θα καιγόμαστε», «Μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος», «Δεν έχουμε ψυχή, δεν έχουμε αξίες» και διάφορες άλλες σαχλαμάρες. Όλα αυτά, το ξανατονίζω, τη στιγμή που η αλληλεγγύη που έδειξαν αμέτρητοι άνθρωποι κάθε εθνικότητας είναι συγκλονιστική. Τι κι αν δεν έχεις πάει ποτέ στις πληγείσες περιοχές; Τι κι αν δεν έχεις καμία σχέση με όσα οδήγησαν σ’ αυτή την τραγωδία; Η απόφαση που έβγαλαν οι δικαστές των κοινωνικών δικτύων δεν σηκώνει αμφισβήτηση. Φταις, είσαι ένοχος και πρέπει να πληρώσεις. Γιατί; Γιατί έτσι. Όλοι έχουμε λαδώσει, έχουμε ζητήσει ρουσφέτια, έχουμε χτίσει σε μπάζα και σε ρέματα. Απ’ τη στιγμή που το λέει ο κάθε αναλφάβητος του κυβερνοχώρου οφείλουμε να συμφωνήσουμε. Ποιος νοιάζεται για επιχειρήματα και στοιχεία; Το να ζεις στην Ελλάδα είναι κάτι σαν το προπατορικό αμάρτημα. Είσαι εκ των πραγμάτων διεφθαρμένος, τεμπέλης, ανίκανος και πολλά άλλα. Αλλά και στην Ελλάδα να μη ζεις δεν γλιτώνεις, γιατί όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι αλαζόνες και εγωιστές. Ποιοι τα λένε αυτά; Άτομα που ποτέ δεν νοιάστηκαν για κάτι άλλο πέρα απ’ το τομάρι τους. Αυτός είναι και ο λόγος που μιλάνε πάντα σε πρώτο πληθυντικό, σαν να εκπροσωπούν κάποιον άλλο πέρα απ’ τον άθλιο εαυτό τους. Όντας χαμερπείς και τιποτένιοι προσπαθούν να κάνουν τους άλλους να νιώσουν ένοχοι για τη δική τους κατάντια.

Στο κλούβιο κεφάλι τέτοιων τύπων όλοι είναι το ίδιο. Οι γιατροί που δουλεύουν νυχθημερόν αφιλοκερδώς για να ανακουφίσουν τον πόνο των πληγέντων, είναι το ίδιο μ’ αυτούς που κάνουν πλιάτσικο στα καμένα σπίτια, οι φτωχοί που στερούνται το φαγητό τους για να φάνε οι συνάνθρωποί τους που έχουν ανάγκη, είναι το ίδιο με όσους εκμεταλλεύονται την τραγωδία για να πλουτίσουν. Όλα ένας αχταρμάς σε ένα μεταφυσικό σύμπαν που βασιλεύουν η κακία και η μισανθρωπία. Αυτά τα θλιβερά ανθρωπάρια που βαριούνται να σηκώσουν τον πισινό τους απ’ τον καναπέ, εγκαλούν όλους εμάς γιατί δεν είμαστε πανταχού παρόντες να καταγράφουμε κάθε αυθαιρεσία και παντοδύναμοι για να γκρεμίζουμε αυθαίρετα. Έχουν το θράσος να κάνουν κριτική ακόμα και σε όσους βοηθούν τους πληγέντες γιατί δήθεν δεν φρόντισαν να ενημερωθούν για τις ανάγκες που υπάρχουν. Η αγάπη δεν περισσεύει ποτέ, σε αντίθεση με τη μικρότητα. Για άλλη μια φορά άτομα που δεν ξέρουν να γράψουν το όνομά τους μιλούν για έλλειμμα παιδείας, ενώ κάποιοι άλλοι «παντογνώστες» που δεν έχουν βγει απ’ τα όρια του νομού τους λένε με στόμφο ότι κάποια πράγματα γίνονται μόνο στην Ελλάδα. Τη στιγμή που μετράμε ακόμα νεκρούς περιφέρουν τη μιζέρια τους στον κόσμο του διαδικτύου, ανίκανοι για μια καλή κουβέντα, μια θετική σκέψη. Είναι εχθροί μου. Έχουν διαλέξει στρατόπεδο εδώ και πολύ καιρό. Το γεγονός ότι για τα κάθε είδους κακώς κείμενα κατηγορούν όλους τους άλλους εκτός απ’ τους πραγματικά υπεύθυνους, μόνο τυχαίο δεν είναι. Βαρέθηκα λοιπόν όλους αυτούς που σε κάθε δύσκολη στιγμή ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια για να μας πετάξουν κατάμουτρα τη μαυρίλα της ψυχής τους. Βαρέθηκα κι αυτούς και τη μιζέρια τους, την κακία τους, τη βλακεία τους, την αμορφωσιά τους. Όσες μπούρδες δήθεν σοφών κι αν δημοσιεύσουν, όσες μισανθρωπικές ηλιθιότητες κι αν αναπαράξουν, όσο φτηνιάρικο χιούμορ κι αν κάνουν η αλληλεγγύη θα νικήσει.

Υ.Γ. 1 Όση ευθύνη και να έχει κάποιος επειδή έχτισε στο δάσος, το να του κουνάς το δάχτυλο όταν έχει καεί το σπίτι του, έχει χάσει δικούς του ανθρώπους και έχει κινδυνεύσει η ζωή του, είναι αθλιότητα.

Υ.Γ. 2 Συχνά ακούμε για τα αθώα και κακόμοιρα ζώα που υποφέρουν απ’ τις πράξεις των κακών ανθρώπων. Να θυμίζω ότι ζώα δεν είναι μόνο τα γατάκια, τα σκυλάκια και τα γαϊδουράκια αλλά και οι τίγρεις, τα λιοντάρια, οι ύαινες, οι βόες, οι γύπες, οι καρχαρίες και ένα σωρό άλλα άγρια θηρία που κατασπαράζουν μικρότερα ζώα και ανθρώπους. Βέβαια, μερικοί άνθρωποι είναι χειρότεροι απ’ τα άγρια θηρία αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Άνιση μάχη

Όταν το 2005 ξεκίνησα να χρησιμοποιώ το διαδίκτυο ανακάλυψα ενθουσιασμένος έναν καινούργιο κόσμο. Ήταν ένας κόσμος που μπορούσα να βρω εξαντλημένα βιβλία και δυσεύρετα έντυπα, σπάνιους δίσκους, ταινίες και ντοκυμανταίρ που ούτε φανταζόμουν ότι υπάρχουν, πολύτιμα ηχητικά και οπτικά ντοκουμέντα. Και όλα αυτά εντελώς δωρεάν. Παράλληλα κάθε μέρα διάβαζα ενδιαφέροντα άρθρα, μεταφράσεις ξενόγλωσσων κειμένων και διάφορες πολιτικές και μη συζητήσεις στις οποίες οι συμμετέχοντες αντάλλασσαν επιχειρήματα, χωρίς βρισιές και προσβολές. Ενώ αν είχα κάποια απορία πολλοί ήταν εκείνοι που απαντούσαν μοιράζοντας τις γνώσεις τους. Κάθε μέρα μάθαινα κάτι καινούργιο. Επίσης ενημερωνόμουν για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο μακριά απ’ την καθεστωτική προπαγάνδα και διασκέδαζα με έξυπνο χιούμορ. Δυστυχώς στο πέρασμα των χρόνων πολλά έχουν αλλάξει. Η αμάθεια και ο σκοταδισμός, η χυδαιότητα και η αγένεια έχουν απλώσει τα δίχτυα τους σε όλο σχεδόν τον παγκόσμιο ιστό.

Ωστόσο ένα πράγμα δεν έχει αλλάξει. Το διαδίκτυο ακόμα θεωρείται προνομιακό πεδίο έκφρασης. Μπορεί κάποιος να δημοσιεύσει άμεσα ένα άρθρο ξεπερνώντας τον σκόπελο της αξιολόγησης από κάποια συντακτική επιτροπή, ακόμα και της λογοκρισίας. Το ίδιο συμβαίνει με τη μουσική και τις ταινίες μικρού μήκους ή τα διάφορα βίντεο. Κάθε δημιουργός μπορεί να παρουσιάσει τη δουλειά του στο κοινό και να ελπίζει στην αναγνώριση. Το πρόβλημα όμως είναι ότι στο διαδίκτυο η επιτυχία είναι αντιστρόφως ανάλογη της ποιότητας. Ένα σοβαρό και καλογραμμένο κείμενο, με επιχειρήματα και παραπομπές, που σέβεται τους αναγνώστες, πολύ σπάνια θα τραβήξει την προσοχή. Αντίθετα κάνουν θραύση ανορθόγραφα, ασύντακτα και κακογραμμένα άρθρα που αναπαράγουν ψέματα, θεωρίες συνωμοσίας και κουτσομπολιά σε πεζοδρομιακή γλώσσα. Οι συντάκτες αυτών των άρθρων κρύβονται πίσω απ’ την ανωνυμία και δεν δίνουν δεκάρα αν αυτά που δημοσιεύουν περιέχουν έστω και ψήγματα αλήθειας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα βίντεο. Κάποιος που ανεβάζει μια ταινία μικρού μήκους ή ένα animation που έχει δημιοργήσει ο ίδιος με πολύ κόπο, ξοδεύοντας χρόνο και χρήμα, το πιο πιθανό είναι ότι θα έχει λίγες εκατοντάδες θεάσεις σε διάστημα ενός έτους. Αντίθετα, ένας έφηβος που κάθεται μπροστά σε μια κάμερα και βρίζει χυδαία με το πρόσχημα της σάτιρας, σε μια μέρα έχει χιλιάδες θεάσεις και σε λίγες εβδομάδες έχει γίνει διάσημος.

Για να μιλήσω προσωπικά πολλές φορές αισθάνομαι ότι αυτό που κάνω είναι μάταιο. Η μάχη που δίνω κάθε φορά που γράφω και δημοσιεύω ένα κείμενο είναι άνιση. Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, διορθώνω, διαβάζω και ξαναδιαβάζω πολλές φορές ένα άρθρο ώστε αυτό που δίνω στο αναγνωστικό κοινό να είναι όσο γίνετα πιο αξιόλογο. Το αποτέλεσμα είναι να με διαβάζουν ελάχιστοι, σε σημείο που να σκέφτομαι αν αξίζει τον κόπο η προσπάθειά μου. Την ίδια στιγμή ξέρω πως αν δημοσίευα άρθα με τίτλο όπως «Σοκ, απίστευτο, δεν θα πιστεύετε στα μάτια σας» και περιεχόμενο που προσβάλλει κάθε νοήμονα άνθρωπο, θα είχα χιλιάδες αναγνώστες και ίσως ένα εισόδημα. Στην εποχή του copy paste, της εικόνας, των μη διασταυρωμένων ειδήσεων, στην εποχή που το ψέμα και η συκοφαντία θεωρούνται άποψη ίσως και να είναι τιμητικό να σε διαβάζουν λίγοι. Σε έναν ψεύτικο κόσμο οτιδήποτε αληθινό βρίσκει πολύ δύσκολα χώρο.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν

Σε ένα παράλληλο σύμπαν κάνω ό,τι και σ’ αυτό. Γράφω. Μόνο που αυτά που γράφω είναι διαφορετικά. Είναι ψέματα. Είναι ξεδιάντροπα ψέματα απ’ αυτά που χρειάζεται η εξουσία, οικονομική και πολιτική, για να συνεχίσει να υπάρχει. Είναι προπαγάνδα που θα ζήλευαν ακόμα και οι ναζί. Είναι ιδεολογική τρομοκρατία του αισχίστου είδους. Είναι βιασμός της αλήθειας. Σε ένα παράλληλο σύμπαν λοιπόν αναπαράγω όλα τα ρατσιστικά στερεότυπα για τον ελληνικό λαό. Κάθε τόσο σε κάποιο άρθρο μου γράφω με ύφος χιλίων καρδιναλίων ότι όλοι οι Έλληνες είναι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες, τόσα χρόνια ζούσαν με δανεικά και τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσουν. Γράφω ύμνους για τους τοκογλύφους και τους στέλνω δουλοπρεπείς επιστολές. Σε ένα παράλληλο σύμπαν κάνω ελεεινής ποιότητας χιούμορ με τα θύματα των μνημονίων. Χαρακτηρίζω λαϊκιστές όσους υπερασπίζονται τα εργατικά δικαιώματα και αργόσχολους όσους διαδηλώνουν, εκτός αν ανάμεσα στους διαδηλωτές βρίσκονται και φασίστες, οπότε τους χαρακτηρίζω υπεύθυνους πολίτες που εκφράζουν τη γνώμη τους. Σε ένα παράλληλο σύμπαν χαρακτηρίζω έγκλημα τις παρεμβάσεις με τρικάκια και μπογιές, την ίδια στιγμή που ξεπλένω τους νεοναζί δολοφόνους. Σε ένα παράλληλο σύμπαν χαρακτηρίζω υπεύθυνη πολιτική την κοινωνική γενοκτονία. Συκοφαντώ τους αγώνες του ελληνικού λαού και ξεπλένω τους ταγματασφαλίτες. Κουνάω το δάχτυλο σε ανθρώπους που αγωνίζονται να επιβιώσουν. Γράφω εγκώμια για πολιτικούς αρχηγούς που δεν έχουν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους και ζουν παρασιτικά εις βάρος του ελληνικού λαού. Υπερασπίζομαι ό,τι πιο αναχρονιστικό και σκοτεινό υπάρχει.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν έχω μια καλοπληρωμένη στήλη σε κάποιο free press νεοφιλελεύθερων αποχρώσεων και εμπομπή σε κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό που όλη μέρα βυσσοδομεί εναντίον της κοινωνίας. Με καλούν σε τηλεοπτικές εκπομπές για να πω βαθυστόχαστες ανοησίες μαζί με άλλα τσιράκια του συστήματος. Σε ένα παράλληλο σύμπαν γράφω και λογοτεχνία. Νερόβραστα μυθιστορήματα για θυελλώδεις έρωτες, πάθη, απιστίες και διαζύγια. Τα βιβλία μου πουλάνε μισό εκατομμύριο αντίτυπα το καθένα, αλλά ευτυχώς δεν βραβεύονται γιατί ακόμα και σε ένα παράλληλο σύμπαν δεν έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα. Σε ένα παράλληλο σύμπαν ντρέπομαι να κυκλοφορήσω γιατί με φτύνουν. Σε ένα παράλληλο σύμπαν έχω πετάξει την αξιοπρέπειά μου στα σκουπίδια. Σε ένα παράλληλο σύμπαν δεν μπορώ να κοιμηθώ απ’ τις τύψεις. Ευτυχώς που δεν ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν.

Παρανοήσεις

Υπάρχουν κάποιες παρανοήσεις σε σχέση με τους συγγραφείς. Πολλές απ’ αυτές αφορούν και άλλους δημιουργούς. Ας τις εξετάσουμε.

Παρανόηση πρώτη: Ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να βγάζει τα εσώψυχά του στον καθένα.

Ένας συγγραφέας μέσα απ’ το έργο του εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα, άλλοτε θετικά, άλλοτε αρνητικά. Αυτός όμως και μόνο θα αποφασίσει τι ακριβώς θα εκφράσει, πότε και με ποιον τρόπο. Όπως και με άλλους δημιουργούς, έτσι και με τους συγγραφείς σε κάποιους ανθρώπους δημιουργείται η ψευδαίσθηση της οικειότητας, όπως και η ψευδαίσθηση ότι ο συγγραφέας πρέπει να εξομολογείται και να απολογείται. Στην πραγματικότητα όμως δεν χωράνε ψευδαισθήσεις. Επομένως όχι, δεν είναι υποχρεωμένος ένας συγγραφέας να γίνει το πειραματόζωο του κάθε κατά φαντασίαν ψυχαναλυτή, ούτε να απαντάει σε ανόητες ερωτήσεις του τύπου «Γιατί γράφεις;» και «Τι είναι για σένα η συγγραφή;».

Παρανόηση δεύτερη: Ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να δίνει αναφορά στον καθένα για τα επαγγελματικά και τα οικονομικά του.

Όπως ένας οποιοσδήποτε επαγγελματίας δεν είναι υποχρεωμένος να συζητάει με άσχετους ανθρώπους θέματα που έχουν να κάνουν με τη δουλειά του, το ίδιο συμβαίνει και με έναν συγγραφέα. Το να τον ρωτάνε από πού εμπνεύστηκε το θέμα του βιβλίου του ή ακόμα και τι εννοεί με την τάδε ή τη δείνα φράση είναι λογικό και αναμενόμενο. Το πράγμα όμως ξεφεύγει όταν παντελώς άγνωστα σ’ αυτόν άτομα, ρωτούν έναν συγγραφέα αν βιοπορίζεται απ’ τη συγγραφή, αν έχει κάποια παράλληλη επαγγελματική δραστηριότητα, αν πλήρωσε και πόσα για να εκδοθεί το βιβλίο του, τι ποσοστό εισπράττει για το κάθε αντίτυπο. Έχει κάθε δικαίωμα να διαφυλάξει για τον εαυτό του θέματα που είναι αυστηρά προσωπικά και καμία απολύτως υποχρέωση να ανέχεται την αδιακρισία και να ικανοποιεί τη νοσηρή περιέργεια του καθένα.

Παρανόηση τρίτη: Ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τις προσβολές, τις εξυπνάδες και την κακία του καθένα.

Ο κόσμος είναι γεμάτος από κομπλεξικά, μικρόψυχα και κακεντρεχή ανθρωπάκια που ξερνάνε τη χολή τους σε κάθε ευκαιρία. Έτσι, πολύ συχνά μειώνουν και προσβάλλουν έναν συγγραφέα και το έργο του με το πρόσχημα ότι ασκούν κριτική και εκφράζουν τη γνώμη τους. Υπάρχει η αρνητική κριτική που όταν είναι εποικοδομητική και τεκμηριωμένη είναι ευπρόσδεκτη, απ’ την άλλη όμως υπάρχει η κακία που μαζί με τη μικρότητα και τη ζήλεια δημιουργούν ένα απεχθές μείγμα. Όπως κάθε άνθρωπος απαιτεί να τον σέβονται και αντιδρά όταν τον υποτιμούν και τον προσβάλλουν, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με έναν συγγραφέα.

Παρανόηση τέταρτη: Ο καθένας μπορεί να επεμβαίνει στο έργο ενός συγγραφέα και να του υποδεικνύει πώς θα το διαχειριστεί.

Ο κάθε συγγραφέας λειτουργεί με τον δικό του τρόπο. Άλλος υπογράφει τα έργα του με το πραγματικό του όνομα, άλλος με λογοτεχνικό ψευδώνυμο, άλλος επιζητά τη δημοσιότητα δίνοντας συνεντεύξεις και μιλώντας σε δημόσιες εκδηλώσεις, άλλος κρατάει μια απόσταση απ’ τη δημοσιότητα και πάει λέγοντας. Όλα αυτά αφορούν μόνο τον εκάστοτε συγγραφέα και κανέναν άλλο. Όπως ο οποιοσδήποτε επαγγελματίας αποφασίζει ο ίδιος για ό,τι έχει σχέση με τη δουλειά του και λογοδοτεί μόνο στους συνεργάτες του αν έχει, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με έναν συγγραφέα. Το αν θα παρουσιάσει τα βιβλία του και πώς θα είναι η παρουσίαση, το αν θα κάνει δημόσιες αναγνώσεις των έργων του και πολλά άλλα αφορούν μόνο τον ίδιο και δεν είναι υποχρεωμένος να ανέχεται έξωθεν παρεμβάσεις.

Παρανόηση πέμπτη: Ο συγγραφέας δεν πρέπει να πληρώνεται για τη δουλειά του.

Συχνά ακούμε ότι ο συγγραφέας στο έργο του καταθέτει την ψυχή του, ότι η συγγραφή είναι μια πνευματική δραστηριότητα, ότι το βιβλίο είναι ένα πνευματικό και πολιτιστικό προϊόν. Από όλα αυτά όμως τα πολύ σωστά, για να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας δεν πρέπει να αμείβεται για την εργασία του, απαιτείται ένα λογικό άλμα. Η συνήθης δικαιολογία που προβάλλεται είναι ότι κάτι που έχει να κάνει με τον πολιτισμό δεν χωράει σε ένα εμπορικό πλαίσιο και δεν μπορεί να διέπεται απ’ τη λογική του κέρδους. Η απάντηση είναι πολύ απλή: Ο συγγραφέας είναι εργαζόμενος και όπως κάθε εργαζόμενος πρέπει να πληρώνεται για τη δουλειά του. Ακόμα και σε μια αταξική κοινωνία όπου οι εκμεταλλευτικές σχέσεις θα είναι παρελθόν, πάλι θα είναι εργαζόμενος και πάλι θα πρέπει να πληρώνεται. Όσοι θεωρούν ότι οι συγγραφείς πρέπει να δουλεύουν αμισθί, στην πραγματικότητα τους θεωρούν σκλάβους και δεν διαφέρουν σε τίποτα από διάφορους νεοφιλελεύθερους που υποτίθεται πως αντιμάχονται.

Παρανόηση έκτη: Ο συγγραφέας δεν πρέπει να προβάλλει το έργο του.

Πολλές φορές ακούω να λένε επικριτικά ότι ο τάδε συγγραφέας έδωσε συνέντευξη ή μίλησε σε μια εκπομπή ή σε μια εκδήλωση για να προωθήσει το καινούργιο του βιβλίο και αναρωτιέμαι: Πού είναι το κακό; Γιατί αυτό που για κάθε επαγγελματία θεωρείται αυτονόητο πρέπει για τον συγγραφέα να είναι απαγορευμένο; Αυτό δεν είναι άλλο απ’ το δικαίωμα να προβάλλει και να προωθήσει τη δουλειά του με όποιο τρόπο νομίζει ώστε να έχει επιτυχία. Φυσικά, έχει κάθε δικαίωμα ένας συγγραφέας να αφήσει τα βιβλία του στην τύχη τους, αυτό όμως δεν στερεί στους υπόλοιπους συγγραφείς το δικαίωμα να προωθήσουν τα βιβλία τους.

Παρανόηση έβδομη: Ο συγγραφέας πρέπει να μιλάει μόνο μέσα απ’ το έργο του.

Οι συγγραφείς δεν είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ούτε ζούνε σε καθεστώς περιορισμού. Όπως κάθε πολίτης, έχουν δικαίωμα να εκφράζονται για ζητήματα δημόσιου βίου με όποιο τρόπο νομίζουν.

Παρανόηση όγδοη: Ο συγγραφέας δεν πρέπει να μιλάει για το έργο του.

Υπάρχει η άποψη ότι ένας συγγραφέας δεν πρέπει να μιλάει για το έργο του, από σεμνότητα. Ότι οι άλλοι πρέπει να μιλούν για αυτόν και το έργο του. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που οι άλλοι δεν έχουν καταλάβει το έργο του ή υπάρχουν σημεία στα οποία δεν έχουν δώσει τη δέουσα σημασία. Επίσης ένα έργο μπορεί να παρερμηνευθεί. Ο συγγραφέας είναι αυτός που ως καθ’ ύλην αρμόδιος θα θέσει το έργο του στις σωστές διαστάσεις, πέρα από διαστρεβλώσεις και παρερμηνείες. Επίσης, σε μια παρουσίαση του βιβλίου του ή σε μια συνέντευξη πρέπει να μιλήσει για το έργο του ώστε να το γνωστοποιήσει στο αναγνωστικό κοινό. Διαφορετικά η παρουσίαση ή η συνέντευξη θα είναι άνευ αντικειμένου. Εννοείται ότι ένας λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει για το έργο του με σοβαρότητα και χωρίς έπαρση. Εννοείται επίσης ότι κάποιος μπορεί να επιλέξει να μη μιλάει ποτέ για το έργο του. Όπως προανέφερα το πώς θα διαχειριστεί ένας συγγραφέας το έργο του είναι αποκλειστικά δικό του θέμα.

Στους δρόμους της φωτιάς

«Το μέσο είναι το μήνυμα. Και το μήνυμα είναι η αντίσταση με κάθε μέσο. Δεν θα μείνουμε απαθείς μπροστά στη σφαγή μας». Αυτά τα λόγια κυριαρχούσαν στις συζητήσεις τις τελευταίες μέρες. Γέμισε τα μπουκάλια με βενζίνη και οργή και τα έκλεισε με στουπιά. Φόρτωσε το σακίδιο. Ύστερα κατέβηκε στον δρόμο. Χωρίς φόβο. Διέσχισε τους φλεγόμενους δρόμους και έφτασε στο οδόφραγμα. Στα μάτια όλων έβλεπε το ίδιο πάθος παρά την κούραση και την αγρύπνια. Εκτόξευσε μια μολότωφ εναντίον της διμοιρίας φωνάζοντας «Γουρούνια». Ο απέναντι τοίχος έγραφε «Δεκαπέντε ετών νεκρός».

Ο τελευταίος αντάρτης: Μια θεατρική παράσταση για την υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης

Στο θέατρο ΠΚ του Νέου Κόσμου ανέβηκε πρόσφατα το θεατρικό έργο «Ο τελευταίος αντάρτης». Πρόκειται για ένα έργο που υπερασπίζεται την ιστορική μνήμη. Το θέμα του είναι η πραγματική ιστορία της τελευταίας ομάδας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στον Γράμμο. Παρακολουθούμε την ιστορία πέντε γυναικών απ’ το 1940 και το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, μέχρι το 1949 και το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Επί σκηνής αναβιώνουν ο πόλεμος, η Κατοχή, η πείνα, η Αντίσταση, η ηρωική εποποιΐα του Ε.Α.Μ., του Ε.Λ.Α.Σ. και του Δ.Σ.Ε., η λαϊκή εξουσία, η φασιστική τρομοκρατία, τα αποτρόπαια εγκλήματα των νικητών του εμφυλίου πολέμου. Η μυθοπλασία εναλλάσεται με αυθεντικές μαρτυρίες. Κάποιες απ’ αυτές τις μαρτυρίες ανήκουν στο τελευταίο εν ζωή μέλος της ομάδας του Δ.Σ.Ε. στον Γράμμο Τάκη Σάντρα, ο οποίος ανεβαίνει στη σκηνή και αφηγείται την ιστορία του. Γεννημένος το 1925 στην Πυρσόγιαννη του Γράμμου δραπέτευσε το 1948 απ’ τη Μακρόνησο και εντάχθηκε στην 107η Ταξιαρχία του Δ.Σ.Ε. Συμμετείχε ως επικεφαλής στην τελευταία ομάδα του Δ.Σ.Ε. που αποχώρησε απ’ τον Γράμμο. Στην τελευταία σκηνή, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος πλησιάζει προς το τέλος του, μια κοπέλα βλέποντας τον πατέρα της να πίνει τσίπουρα με τους παρακρατικούς εγκληματίες που κακοποιούσαν τα άψυχα σώματα των ανταρτών, αποφασίζει να ενταχθεί στον Δ.Σ.Ε. αν και ιδεολογικά δεν είχε καμία σχέση με την Αριστερά. Σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού ο Τάκης Σάντρας της δίνει το όπλο της.

Είναι δύσκολο μέσα απ’ την τέχνη να μιλήσεις για την ιστορία. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να μιλήσεις για μια τραγική ιστορία χωρίς ηττοπάθεια και χωρίς να αφήσεις το συναίσθημα να επισκιάσει όλα τα υπόλοιπα. Επίσης, είναι δύσκολο να συνδέσεις γεγονότα για κάποιους ξεχασμένα με το σήμερα. «Ο τελευταίος αντάρτης» ξεπερνά όλα αυτά τα προβλήματα και είναι ταυτόχρονα ένα άρτιο καλλιτεχνικά και αισθητικά θεατρικό έργο και ένα ντοκουμέντο. Η τέχνη συνομιλεί με την ιστορία και η νέα γενιά με τη γενιά της εαμικής εθνικής αντίστασης. Βλέποντας αυτή την παράσταση δεν μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος, αφού περνούν μπροστά απ’ τα μάτια του τα τραγικά γεγονότα μιας πολύ δύσκολης δεκαετίας.

Όντας εδώ και πολλά χρόνια ενταγμένος πολιτικά στο στρατόπεδο των ηττημένων του εμφυλίου πολέμου, δεν θα μπορούσα να είμαι αντικειμενικός. Δεν είμαι λοιπόν αντικειμενικός. Είμαι μ’ αυτούς που αφιέρωσαν τη ζωή τους στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Είμαι μ’ αυτούς που πολέμησαν τους ναζί κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους και απελευθέρωσαν αυτό τον τόπο. Είμαι μ’ αυτούς που αντιδρώντας στην κρατική τρομοκρατία πήραν για δεύτερη φορά τα όπλα και πολέμησαν για μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Ελλάδα. Είμαι μ’ αυτούς πέρασαν τα καλύτερά τους χρόνια στις φυλακές και τις εξορίες πληρώνοντας το τίμημα για τους αγώνες τους. Είμαι μ’ αυτούς που δεν λύγισαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και κέρδισαν τον θαυμασμό ακόμα και των εχθρών τους. Ως μη αντικειμενικός λοιπόν αισθάνομαι τυχερός που είχα την ευκαιρία να δω αυτή την παράσταση. Οι παραστάσεις σταμάτησαν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο.

Το κείμενο και η σκηνοθεσία είναι του Αντρέα Ζαφείρη. Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Μαρία Καλαϊτζή, Ήρα Μακφέιλ, Κωνσταντίνα Μάργα, Ορσαλία Πιπίδη, Αλεξάνδρα Χουλάκη. Κιθάρα έπαιξε ο Γιώργος Μούχος και σαξόφωνο η Μαριέττα Τσακμικλή. Συμμετείχε ο αντάρτης του Δ.Σ.Ε. Τάκης Σάντρας.

Αναζητώντας τις απαρχές της αστυνομικής λογοτεχνίας στον σκοτεινό κόσμο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Το 1841 δημοσιεύτηκε το έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε «Οι δολοφονίες της οδού Μόργκ». Για άλλους θεωρείται διήγημα ενώ για άλλους νουβέλα, καθώς η έκτασή του είναι γύρω στις πενήντα σελίδες, πάντως για πολλούς θεωρείται το πρώτο έργο αστυνομικής λογοτεχνίας. Ήρωες σ’ αυτό το έργο είναι ένας ξεπεσμένος Γάλλος αριστοκράτης με το όνομα Αύγουστος Ντυπέν και ένας Αμερικανός κοσμοπολίτης που δεν κατονομάζεται και έχει τον ρόλο του αφηγητή. Ο Ντυπέν είναι μοναχικός, εκκεντρικός και λατρεύει τη νύχτα. Είναι επίσης εξαιρετικά ευφυής και έχει μια σπάνια αναλυτική ικανότητα. Ισχυρίζεται ότι για αυτόν όλοι οι άνθρωποι είναι από γυαλί, καθώς απ’ την έκφραση του προσώπου τους και κάποιες ανεπαίσθητες κινήσεις του σώματός τους μπορεί να μαντέψει τις σκέψεις τους. Όλη τη νύχτα περιδιαβαίνει μαζί με τον Αμερικανό σύντροφό του τους δρόμους και τα σοκάκια του Παρισιού και επιδίδεται σε πνευματικές αναζητήσεις.

Μια διπλή δολοφονία που λαμβάνει χώρα σε ένα σπίτι της οδού Μοργκ δίνει την αφορμή στον Ντυπέν να ξεδιπλώσει την αναλυτική του ικανότητα σε όλη της την έκταση. Μια ηλικιωμένη γυναίκα και η κόρη της βρίσκονται μια νύχτα άγρια δολοφονημένες. Η αστυνομία εξετάζει πολλούς αυτήκοες μάρτυρες της δολοφονίας καθώς και κάποιους ανθρώπους που συναναστρέφονταν τις δυο γυναίκες. Δεν υπάρχουν όμως ούτε αυτόπτες μάρτυρες, που μπορούν να δώσουν μια περιγραφή του δράστη, αλλά ούτε και εμφανές κίνητρο. Παρόλα αυτά η αστυνομία συλλαμβάνει και προφυλακίζει έναν τραπεζικό υπάλληλο που την προηγούμενη μέρα είχε παραδώσει στα θύματα 4.000 φράγκα.

Το παράδοξο σ’ αυτή την υπόθεση είναι ότι όλοι οι μάρτυρες μιλούν για μια στριγκή φωνή που δεν καταλάβαιναν τι έλεγε, αλλά όλοι αποδίδουν τα λόγια της σε κάποια γλώσσα που δεν γνωρίζουν. Η γλώσσα διαφέρει ανάλογα με την εθνικότητα του κάθε μάρτυρα. Ο Ντυπέν κινούμενος αθόρυβα θα καταφέρει να φτάσει στην άκρη του νήματος. Η λύση του μυστηρίου είναι για αυτόν πολύ εύκολη αρκεί να λειτουργεί κάποιος μεθοδικά. Το τέλος στις «Δολοφονίες της οδού Μοργκ» είναι τόσο ανατρεπτικό που μόνο κάποιος με την ευφυΐα και το ταλέντο του Πόε θα μπορούσε να σκεφτεί. Πολλά χρόνια αργότερα θα συναντήσουμε ένα εξίσου ανατρεπτικό τέλος στο μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι «Ο φόνος του Ρότζερ Ακρόιντ».

Οι περιγραφές της άγριας διπλής δολοφονίας προκάλεσαν την αντίδραση ορισμένων κριτικών της εποχής. Ο Πόε με αυτό το έργο του θεμελιώνει την αστυνομική λογοτεχνία ενώ ταυτόχρονα καταργεί τους κανόνες που σε μεγάλο βαθμό ισχύουν μέχρι σήμερα. Αυτός που εξιχνιάζει τις δολοφονίες δεν είναι αστυνομικός, ούτε ντετέκτιβ αλλά ένας ιδιόρρυθμος πολίτης. Κίνητρό του δεν είναι η επαγγελματική επιτυχία και η δόξα αλλά η ηθική ικανοποίηση. Το τέλος αυτού του έργου πηγαίνει επίσης κόντρα στους κανόνες της αστυνομικής λογοτεχνίας αλλά φυσικά δεν θα το αποκαλύψω. «Οι δολοφονίες της οδού Μοργκ» είναι ένα έργο πολύ μπροστά απ’ την εποχή του. Σ’ αυτό θα βρούμε τα γνώριμα από άλλα έργα του Πόε στοιχεία της γραφής του, το σκοτάδι, τον τρόμο, τη μελαγχολία. Διαβάζεται απνευστί και πάντα θα προκαλεί τον θαυμασμό για το ταλέντο του μεγάλου αυτού Αμερικανού συγγραφέα.

Αστυνομική νουβέλα Μετά από χιλιάδες φεγγάρια

Μια δημοφιλής σκηνοθέτις που δολοφονείται στο διαμέρισμά της ένα βράδυ Σαββάτου. Ένας ύποπτος. Τέσσερα πρόσωπα απ’ το παρελθόν που του δίνουν άλλοθι. Ένας σκοτεινός και μοναχικός αστυνόμος που βασανίζεται από εφιάλτες. Ένας νεαρός υπαστυνόμος που αγαπάει την ποίηση και μισεί τη δουλειά του. Μια συνάδελφός του που συγκρούεται με τον πατέρα της για τις επιλογές της. Φοιτητικά στέκια. Κακόφημα μπαρ. Ύποπτες συναλλαγές. Σκοτεινές διαδρομές. Ρατσιστικές επιθέσεις. Μίσος. Παλιές, ξεχασμένες ιστορίες. Νοσταλγία. Και μέσα σ’ όλα αυτά ένας φόνος που παραμένει ανεξιχνίαστος. Η αποκάλυψη της ταυτότητας του δολοφόνου θα οδηγήσει σε μια τραγωδία. Μια διαδρομή απ’ το σκοτάδι στο φως που φέρνει την καταστροφή, αλλά και τη λύτρωση. Και στο τέλος έρχεται η άνοιξη να μας θυμίσει ότι ζούμε μόνο μια φορά. Η αστυνομική νουβέλα του Νίκου Σουβατζή «Μετά από χιλιάδες φεγγάρια» κυκλοφορεί από την Anima εκδοτική. ISBN: 978-618-5184-45-2