Χειμερινή ισημερία

Ο κόσμος μας έγινε σκιά
κάτω από μαύρο ουρανό
Μείναμε να νοσταλγούμε αιώνια το καλοκαίρι
και τη φωτιά
που ‘καιγε κάποτε στα μάτια μας
Χαμογελάμε μόνο για να θυμόμαστε
πως κάποτε είχαμε τη δύναμη να ονειρευόμαστε
Τις άγρυπνες νύχτες μας
κοιτάμε κάθε τόσο απ’ το παράθυρο αν ξημέρωσε
και περιμένουμε να λάμψει ξανά εκείνος ο ήλιος
που τον λέγαμε δικό μας

Μερικές σκέψεις για τη συγγραφή

Με αφορμή την επικείμενη έκδοση του δεύτερου βιβλίου μου

Σε λίγο καιρό ελπίζω να έχει εκδοθεί το δεύτερο βιβλίο μου. Με αφορμή λοιπόν αυτό το γεγονός περνούν απ’ το μυαλό μου διάφορες σκέψεις σχετικά με τη συγγραφή. Πολλοί άνθρωποι κρατούν ημερολόγιο, γράφουν κάποιες σκέψεις τους σε σημειωματάρια, σκαρώνουν στιχάκια και ιστορίες σε τετράδια. Αυτό το κάνουν για να εκφράσουν κάποιες σκέψεις και κάποια συναισθήματα και για να βγάλουν από μέσα τους κάτι που τους βασανίζει και δεν μπορούν να το εκφράσουν διαφορετικά. Αυτά που γράφουν τα διαβάζουν μόνο οι ίδιοι, μερικές φορές μπορεί να τα εμπιστευτούν σε κάποιους πολύ κοντινούς τους ανθρώπους. Απ’ αυτούς τους ανθρώπους που εκφράζονται γραπτά, κάποιοι αποφασίζουν κάποια στιγμή να ασχοληθούν πιο σοβαρά με τη συγγραφή. Πιστεύουν ότι αυτά που γράφουν ενδεχομένως να ενδιαφέρουν και άλλους ανθρώπους για αυτό και αξίζει να δουν το φως της δημοσιότητας. Αρχίζουν λοιπόν να δημοσιεύουν κάποια γραπτά τους και να συγκεντρώνουν υλικό για το πρώτο τους βιβλίο. Ακούν διάφορα σχόλια, άλλα απ’ αυτά είναι επαινετικά και άλλα επισημαίνουν τις αδυναμίες που υπάρχουν στα γραπτά τους, τις οποίες προσπαθούν να διορθώσουν.

Όταν ένας άνθρωπος αποφασίζει να μη γράφει πια μόνο για τον εαυτό του διακατέχεται από έναν ενθουσιασμό. Κάθε φορά που σε μια συζήτηση γίνεται αναφορά στη λογοτεχνία και την εκδοτική κίνηση, αναφέρει ότι γράφει και ο ίδιος και κάποια στιγμή σκοπεύει να εκδώσει τα κείμενά του. Δίνει ένα δείγμα της δουλειάς του σε όσους δείξουν ενδιαφέρον και προσπαθεί να γνωρίσει ανθρώπους με τα ίδια ενδιαφέροντα. Ώσπου ο καιρός περνάει. Έχει στο ενεργητικό του πλέον αρκετές δημοσιεύσεις και έχει εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Αλλά μαζί μ’ αυτά έρχεται και η κούραση. Ενώ η αγάπη του για τη συγγραφή παραμένει η ίδια, ο ενθουσιασμός να μοιραστεί αυτή την αγάπη του με τους άλλους σιγά σιγά υποχωρεί. Μιλάει πια για τη συγγραφική του δραστηριότητα με όλο και λιγότερους.

Γιατί έχει βαρεθεί την αφ’ υψηλού και απαξιωτική κριτική που δεν προσφέρει απολύτως τίποτα, από ανθρώπους που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να πουλήσουν πνεύμα. Γιατί έχει σιχαθεί να ακούει πικρόχολα σχόλια γεμάτα κακία από μικρόψυχους ανθρώπους. Γιατί δεν θέλει πια να επιτρέπει να τον προσβάλλουν και να τον απαξιώνουν, πάντα με το πρόσχημα ότι απλώς λένε τη γνώμη τους, άνθρωποι που ποτέ δεν ζήτησε τη γνώμη τους γιατί του είναι παντελώς αδιάφορη. Γιατί έχει κουραστεί να απαντάει σε ανούσιες και αδιάκριτες ερωτήσεις από ανθρώπους που δεν ξέρουν ούτε το όνομά του. Γιατί έχει κουραστεί να ακούει ειρωνίες και εξυπνάδες από ανθρώπους που, παρά τη φαινομενική τους μόρφωση, δεν έχουν καμία σχέση με τον πολιτισμό. Γιατί έχει κουραστεί να παρεμβαίνει ο καθένας στη δουλειά του και να έχει άποψη για το τι πρέπει να κάνει και τι όχι. Γιατί έχει αγανακτήσει με την παντελή αναισθησία ανθρώπων που τους στέλνει κείμενά του ή ακόμα και τον σύνδεσμο για να κατεβάσουν απ’ το διαδίκτυο δωρεάν κάποιο βιβλίο του και δεν έχουν τη στοιχειώδη ευγένεια να πουν ένα ευχαριστώ. Γιατί ξέρει ότι ελάχιστοι θα σεβαστούν τον κόπο του και τον αγώνα που έχει κάνει για να γράψει και να εκδώσει ένα βιβλίο. Γιατί ξέρει ότι ελάχιστοι θα καταλάβουν ότι είναι διατεθειμένος να στερηθεί τα πάντα προκειμένου να βρει τα χρήματα για να εκδώσει το βιβλίο του.

Συνεχίζει λοιπόν να γράφει με την ίδια αγάπη, με το ίδιο ενδιαφέρον, με την ίδια λάμψη στα μάτια, με την ίδια φλόγα στην ψυχή. Μόνο που μιλάει για αυτό με ελάχιστους ανθρώπους, μόνο δηλαδή μ’ αυτούς που σέβονται και εκτιμούν τη δουλειά του. Ακόμα κι αν είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Η συκοφαντία του αίματος

Για την υπεράσπιση της μνήμης των ηρώων του Πολυτεχνείου

Αύριο συμπληρώνονται τριάντα δύο χρόνια απ’ την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Για ακόμη μια φορά δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα πάρουν μέρος στην πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία. Σε πείσμα όλων αυτών που θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τον ρόλο του αμερικάνικου παράγοντα στην εφτάχρονη τυραννία. Σε πείσμα όλων αυτών που προσπαθούν να μας πείσουν πως οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου βολεύτηκαν και πούλησαν τα ιδανικά τους για μια καρέκλα. Σε πείσμα όλων αυτών που παρουσιάζουν τη λαϊκή εξέγερση του Νοέμβρη σαν υπόθεση μερικών δεκάδων στελεχών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Σε πείσμα όλων αυτών που επιχειρούν να σπιλώσουν την υπόληψη ανθρώπων που με γυμνά χέρια πολέμησαν ένα σιδερόφραχτο καθεστώς. Σε πείσμα όλων αυτών που βεβηλώνουν τη μνήμη των ηρωικών νεκρών αυτής της εξέγερσης.

Το αίμα που χύθηκε τη νύχτα της 16ης προς την 17η Νοέμβρη 1973 είναι ακόμη νωπό. Υπερασπίζεται την ιστορική μνήμη και καλεί σε νέους αγώνες. Ξεσκεπάζει το ψέμα και την προπαγάνδα και αφήνει την αλήθεια να ακουστεί. Όσοι λοιπόν δεν τρώνε το κουτόχορτο της κυρίαρχης προπαγάνδας ξέρουν πολύ καλά ότι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Ήταν άνθρωποι όλων των ηλικιών, από δεκαπεντάχρονους μαθητές μέχρι εξηντάχρονους εργάτες και αγρότες, οι φοιτητές ήταν η πολυπληθέστερη κοινωνική ομάδα της εξέγερσης, αλλά όχι η μοναδική. Οι εξεγερμένοι ανήκαν κατά κύριο λόγο στην Αριστερά, ενώ υπήρχαν επίσης κάποιοι αναρχικοί, καθώς και κεντρώοι. Δεν ήταν έτσι γενικά και αόριστα Έλληνες, ούτε φυσικά απολίτικοι. Πολλοί απ’ αυτούς συμμετείχαν στις διαδηλώσεις του Ιούλη του 1965 ενάντια στην αποστασία, γιατί η χούντα δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία και τα αιτήματα της εξέγερσης ήταν πολλά περισσότερα απ’ την απλή επιστροφή στο καθεστώς πριν την 21η Απριλίου 1967. Η πλειοψηφία των αγωνιστών του Πολυτεχνείου ήταν άνθρωποι που παρέμειναν ανώνυμοι. Ανάμεσά τους είναι γείτονές μας, συνάδελφοί μας, συγγενείς μας. Επίσης ήταν άνθρωποι με ήθος και αξιοπρέπεια, που δεν εξαργύρωσαν τους αγώνες τους και σήμερα εκτός απ’ το ήθος και την αξιοπρέπεια της νιότης τους, τους χαρακτηρίζει η σεμνότητα των απλών λαϊκών ανθρώπων. Πολλούς απ’ αυτούς τους έχουμε σήμερα δίπλα μας σε διαδηλώσεις, να αγωνίζονται ακόμα για ψωμί, παιδεία και ελευθερία.

Υ.Γ. 1 Ο τίτλος του παρόντος άρθρου είναι δανεισμένος απ’ το ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Μπούτου. Τα ιστορικά γεγονότα “ανήκουν” σε αυτούς που τα δημιουργούν και όχι σε μια αφηρημένη γενίκευση που αποδίδεται με τον όρο γενιά.

Υ.Γ. 2 Εκφράζω τη βαθιά μου οδύνη για τα αθώα θύματα του τυφλού δολοφονικού χτυπήματος στο Παρίσι. Οι πρόσφυγες έφυγαν απ’ τη Συρία για να σωθούν απ’ τους δολοφόνους του I.S.I.S. Αντίθετα αυτές που ενίσχυσαν το I.S.I.S. για να ανατρέψει την κυβέρνηση Άσαντ ήταν οι δυτικές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων και η γαλλική.

Ο φόβος μου

Ο φόβος μου είναι ένα γκρίζο περιστέρι
φεύγει κρυφά απ’ το δωμάτιο το πρωί
πετάει αργά από μπαλκόνι σε μπαλκόνι
το βράδυ έρχεται και γίνεται μαχαίρι

Ο φόβος μου είναι κόμπος στο στομάχι
είναι φορές που στο λαιμό μου ανεβαίνει
στέκεται εκεί σε ώρες άδειες και βουβές
και περιμένει ώσπου να μείνουμε μονάχοι

Ο φόβος μου είναι μια μαύρη σκέψη
γυρνάει συχνά όλη τη μέρα στο μυαλό μου
στο υπνοδωμάτιο πολλές φορές μ’ ακολουθεί
και με κρατάει άγρυπνο μέχρι να φέξει

Ο φόβος μου είναι δανεικό τσιγάρο
που τον καπνό του δεν αντέχω και με πνίγει
σε ένα βήχα ασταμάτητο ξεσπώ
και αγωνίζομαι ανάσα για να πάρω

Ο φόβος μου είναι εικόνα σε καθρέφτη
μοιάζει με κρύας νύχτας εφιάλτη
με παγωμένο χέρι δέσμιο με κρατά
κι ύστερα χάνεται στη νύχτα σαν τον κλέφτη

Ο φόβος μου είναι σαν πνιγμένο κλάμα
κρύβεται πίσω από κουβέντες τυπικές
αμήχανα χαμόγελα και ξεφτισμένες λέξεις
ξάφνου ξεσπάει στη θλίψη μου αντάμα

Ο φόβος μου είναι τραύμα ξεχασμένο
μοιάζει να έχει επιτέλους γιατρευτεί
μα όταν τα σύννεφα στον ουρανό πυκνώνουν
τότε πονάει σαν όνειρό μου προδομένο

Η θάλασσα του θανάτου

Ο θάνατος προσφύγων στα παγωμένα νερά του Αιγαίου έχει γίνει πλέον καθημερινότητα. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, ακόμα και βρέφη προστίθενται καθημερινά στη μακάβρια λίστα. Ο θάνατος αυτών των ανθρώπων δεν είναι ατύχημα. Είναι δολοφονία. Είναι απ’ αυτά τα εγκλήματα που η εκάστοτε πολιτική ηγεσία προσπαθεί να παρουσιάσει σαν ατύχημα γιατί φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες της, όμως η αλήθεια είναι τόσο προφανής που κανένα ψέμα δεν μπορεί να την κρύψει. Τους πρόσφυγες τους διώχνουν απ’ τις πατρίδες τους ο πόλεμος που κήρυξαν οι Η.Π.Α. και οι ευρωπαΙκές χώρες, οι οπλισμένοι με δυτικά όπλα αντικαθεστωτικοί και οι επίσης οπλισμένοι απ’ τη Δύση ισλαμιστές του I.S.I.S. Στο ταξίδι τους για την Ευρώπη – φρούριο που αρνείται να δεχτεί τους πρόσφυγες που η ίδια δημιουργεί, εκτός απ’ τις κακουχίες, το κρύο και τα παγωμένα νερά της θάλασσας έχουν να αντιμετωπίσουν τους δουλεμπόρους, τον φράχτη του Έβρου, το λιμενικό, την αστυνομία, την Frontex, τον στρατό, τους αντιμεταναστευτικούς νόμους, τον κίνδυνο απέλασης.

Αν το προσφυγικό ζήτημα αντιμετωπιζόταν με ανθρωπιά και λογική απ’ την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσαν να οργανώσουν την ασφαλή μεταφορά των προσφύγων, την εγκατάσταση και τη φιλοξενία τους στις χώρες που επιθυμούν να ζήσουν. Θα μπορούσαν επίσης να ρίξουν τον φράχτη του αίσχους στον Έβρο για να μην αναγκάζονται οι πρόσφυγες να αναζητούν διέξοδο διά θαλάσσης πέφτοντας στα νύχια των δουλεμπόρων. Αλλά πού να βρουν ανθρωπιά αυτοί που το 1922 έκοβαν τα χέρια των προσφύγων απ’ τη Μικρά Ασία που προσπαθούσαν να επιβιβαστούν στα πλοία; Η “δημοκρατική” και “πολιτισμένη” Ευρώπη έχει μακρά παράδοση στη βαρβαρότητα, εκτός απ’ τον Διαφωτισμό έχει γεννήσει την αποικιοκρατία, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και άλλα τέρατα. Κι αν έχουμε συνδέσει τη μαζική δολοφονία αθώων ανθρώπων με τον πόλεμο και τα δικτατορικά καθεστώτα, η Ε.Ε. μάς διδάσκει με τον πιο τραγικό τρόπο ότι μπορεί να σκοτώνει και σε συνθήκες ειρήνης και δημοκρατίας, έστω αυτής της κουτσουρεμένης δημοκρατίας.

Κάποτε οι ποητές ύμνησαν στα ποιήματά τους το Αιγαίο. Τα γαλάζια νερά του, τα λευκά νησιά του, τις ακρογιαλιές του. Ας ελπίσουμε ότι θα στις μέρες μας θα βρεθούν ποητές να τιμήσουν τη μνήμη των νεκρών αδελφών μας, αλλά και να μιλήσουν για την απανθρωπιά της πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας που θεωρούν τον θάνατο αθώων ανθρώπων και μικρών παιδιών αναγκαίο κακό.