Όσοι ορφάνεψαν από όνειρα

Σε είδα στη στάση του λεωφορείου. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για λίγο. Ύστερα σ’ έχασα. Σε είδα στον δρόμο. Μου ζήτησες τσιγάρο. Ήθελα να σου μιλήσω μα δεν πρόλαβα. Έφυγες πολύ βιαστικά. Σε είδα στο τρένο. Καθόσουν απέναντί μου. Μου χαμογέλασες. Πριν προλάβω να σου ανταποδώσω το χαμόγελο, κατέβηκες στον επόμενο σταθμό. Σε είδα σε μια πολύβουη στοά. Δεν είδα τα μάτια σου αλλά είμαι σίγουρος πως ήσουν εσύ. Σε είδα σε μια πλατεία. Καθόσουν χωρίς να μιλάς σε ένα παγκάκι. Σου μίλησα αλλά δεν μ’ άκουσες. Είχες βυθιστεί στις σκέψεις σου. Σε είδα να περνάς έξω απ’ το σπίτι μου. Σου έγνεψα, μα δεν με πρόσεξες. Σε είδα να περιμένεις στο σκοτάδι. Σε είδα να απομακρύνεσαι. Σε είδα να χάνεσαι στο πλήθος.

Σε είδα τα βράδια να βηματίζεις νευρικά στο δωμάτιο πάνω κάτω. Σε είδα να προσπαθείς να πνίξεις τα δάκρυά σου για να μη στεναχωρήσεις το παιδί. Σε είδα να βγαίνεις απ’ το νοσοκομείο με την απόγνωση ζωγραφισμένη στα μάτια. Σε είδα να χτυπάς πόρτες. Σε είδα να τυλίγεσαι με την κουβέρτα για να ζεσταθείς. Σε είδα να φωτίζεις τις νύχτες σου με κερί. Σε είδα να περιμένεις στην ουρά για λίγα τρόφιμα κι έκλαψα για σένα, γιατί εσύ έχεις ένα παιδί που δεν πρέπει να σε βλέπει με δακρυσμένα μάτια. Σε είδα να καταριέσαι. Σε είδα να ζωγραφίζεις το αύριο με μαύρο χρώμα. Σε είδα να προσεύχεσαι. Σε είδα να απελπίζεσαι. Σε είδα να ψάχνεις απαντήσεις. Σε είδα να ορκίζεσαι εκδίκηση. Σε είδα να προσπαθείς να κρατήσεις την ανθρωπιά σου σε απάνθρωπους καιρούς. Σε είδα να σφίγγεις τα δόντια. Σε είδα να κοκκινίζεις από ντροπή που η τύχη σου βρίσκεται σε χέρια βουτηγμένα στο αίμα. Σε είδα να προσπαθείς να πάρεις τη ζωή σου στα χέρια σου κι αυτή να σου ξεφεύγει. Σε είδα να υψώνεις τη γροθιά. Σε είδα στην πορεία με ανοιγμένο το κεφάλι. Σε είδα να σε σέρνουν στην κλούβα σαν σακί. Σε είδα να ψάχνεις ένα χέρι να σε βοηθήσει να σηκωθείς. Σε είδα με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό και φοβήθηκα μη σε νικήσει η δυστυχία. Σε είδα να ετοιμάζεις βαλίτσες για τη Γερμανία, τον Καναδά, την Αυστραλία. Σε είδα να φεύγεις χωρίς να ξέρεις αν θα ξαναγυρίσεις. Σε είδα σε αεροδρόμια και λιμάνια, σε κρατητήρια και στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών. Σε είδα στα σκλαβοπάζαρα της ελεύθερης αγοράς. Σε είδα να ξαναγυρίζεις. Σε είδα να στέκεσαι δίπλα μου. Σε ρώτησα το όνομά σου. Είχες πολλά ονόματα. Ένιωσα ότι σε ξέρω χρόνια. Στα ίδια θρανία, στην ίδια γειτονιά, στους ίδιους δρόμους. Όσο ερχόσουν κοντά μου, τόσο δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τη ζωή σου απ’ τη ζωή χιλιάδων άλλων.

Σε ονειρεύτηκα να ξαναχτίζεις τον κόσμο απ’ την αρχή, με τα μάτια σου να λάμπουν από χαρά. Ξύπνησα και στάθηκα στο παράθυρο. Ξέρω ότι θα σε ξαναδώ με την ίδια λάμψη στα μάτια και θα ‘ναι μέρα μεσημέρι. Και θα μπορείς να κλάψεις άφοβα γιατί θα ‘ναι από ευτυχία. Και όσοι ορφάνεψαν από όνειρα θα αποκοιμηθούν στην αγκαλιά σου.

Δυο μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι

Ανήσυχη νύχτα. Πρωινό ξύπνημα με δυσκολία. Μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια. Βήχας. Πίνω δυο τρεις γουλιές καφέ βιαστικά και βγαίνω έξω. Κρύο. Κλείνω το παλτό και βάζω τα χέρια στις τσέπες. Ο ήλιος κρυμμένος από γκρίζα και μαύρα σύννεφα. Μάλλον το πάει για βροχή. Στη στάση του λεωφορείου ο κόσμος έχει χάσει την υπομονή του. Κίνηση, συνωστισμός, καυσαέριο, θόρυβος. Κοιτάζω έξω. Πότε πότε λίγο χρώμα διακόπτει το γκρίζο. Το λεωφορείο φτάνει ασθμαίνοντας στο τέρμα. Σταματάω να διαβάσω τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Αρχίζει να βρέχει. Στέκομαι κάτω από ένα υπόστεγο. Ένα μικρό ποτάμι σχηματίζεται στον δρόμο. Το ακολουθώ με το βλέμμα μου και αναρωτιέμαι πού θα καταλήξει. Η βροχή κοπάζει. Κοιτάζω το ρολόι μου. Μεσημέριασε κι ακόμα δεν έχω κάνει τίποτα. Αρχίζω να τρέχω. Άγχος, εκενευρισμός, ανυπομονησία. Ουρές, αναμονή, παράπονα, φωνές. Τελειώνω μετά από ώρα. Κάνω να φύγω. Γυρίζω να ρίξω μια τελευταία ματιά. Κουρασμένα βλέμματα. Χαιρετάω σιγά και φεύγω.

Η μέρα προχωράει. Προσπαθώ να βάλω τα πράγματα σε μια τάξη. Δεν βαριέσαι; Ό,τι προλάβω. Κι αύριο μέρα είναι. Επιβραδύνω τον ρυθμό μου. Δεν χρειάζεται πια να τρέχω. Σταματάω σε ένα καφενείο. Πίνω γρήγορα τον καφέ. Κάτι με τραβάει να φύγω. Ίσως η μοναξιά, ίσως ο καταθλιπτικός διάκοσμος. Καθώς φεύγω το στομάχι μου μού θυμίζει ότι το ψυγείο είναι άδειο. Μπαίνω σε ένα σούπερ μάρκετ. Περιφέρομαι για ώρα άσκοπα. Τελικά αποφασίζω βιαστικά για να ξεμπερδεύω. Βάζω μερικά πράγματα στο καλάθι και κατευθύνομαι προς το ταμείο. Πάω στη στάση να πάρω το λεωφορείο της επιστροφής. Η κίνηση στους δρόμους έχει αραιώσει. Τα ρολά στα μαγαζιά κατεβαίνουν. Σκοτεινιάζει. Κοιτάζω πάλι έξω απ’ το παράθυρο. Τα ίδια πράγματα όταν βραδιάσει μοιάζουν διαφορετικά. Φτάνω στο σπίτι. Λέω μια κουβέντα ίσα ίσα για να ακουστεί η φωνή μου, να σπάσει η σιωπή που επικρατεί μονίμως. Κάθομαι να ξεκουραστώ και να ηρεμήσω. Η ώρα έχει περάσει, ο θόρυβος έχει καταλαγιάσει. Άλλη μια μέρα τέλειωσε.

Βγαίνω έξω στον δρόμο. Στέκομαι ακίνητος και κοιτάζω τον ουρανό. Στήνω αυτί και προσπαθώ να αφουγκραστώ το αύριο. Βλέπω δυο μάτια να λάμπουν στο σκοτάδι. Πλησιάζω για να δω καλύτερα. Είναι μια γάτα που στέκεται δίπλα σε έναν κάδο απορριμμάτων. Σκέφτομαι όλη αυτή τη μυθολογία που υπάρχει γύρω απ’ τις γάτες. Τεμπέλες, εγωίστριες, πονηρές, αναίσθητες, δειλές. Κατοικίδια που δεν έχουν και μεγάλη χρησιμότητα. Ένα απ’ τα διακοσμητικά του σπιτιού. Φέρνω στο μυαλό μια εικόνα που πολλοί δεν έχουν δει ποτέ ή δεν θυμούνται. Μια γάτα με σηκωμένη τη ράχη, με τα νύχια της έτοιμα για επίθεση, να καρφώνει με το βλέμμα της κάποιον που απειλούσε τα παιδιά της. Και σ’ αυτό το βλέμμα δεν υπήρχε ίχνος φόβου.

Εξορισμένος ουρανός

Έβρεχε. Σηκώθηκε αξημέρωτα και πήρε τους δρόμους. Χωρίς καφέ και χωρίς τσιγάρο. Τα είχε κόψει εδώ και καιρό, μαζί με όλες τις συνήθειες της παλιάς της ζωής. Ένα όνειρο την ανάγκασε να σηκωθεί άρον άρον. Στεκόταν λέει δίπλα στο παράθυρο, απέναντι απ’ το κρεβάτι, και την κοιτούσε θλιμμένος. Ξύπνησε με υγρά μάτια.

Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Στάθηκε κάτω από ένα υπόστεγο. Άνοιξε το πορτοφόλι και κοίταξε τη φωτογραφία του. “Χτες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα” μονολόγησε. Ύστερα συνέχισε να περπατάει στον λασπωμένο δρόμο μέχρι που η βροχή έγινε ψιχάλισμα. Με το πρώτο φως σταμάτησε να πάρει μια ανάσα. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. Τα σύννεφα έκρυβαν τον ήλιο. Είχε ξεχάσει πώς είναι η πρωινή λιακάδα. Έτσι κι αλλιώς όλες τις μέρες τις έβλεπε συννεφιασμένες, ακόμη και αν δεν ήταν. Μετά τη σύντομη στάση ξαναπήρε τον δρόμο της. Στο μεταξύ το όνειρο δεν έλεγε να φύγει απ’ το μυαλό της. Πάλευε με τις τύψεις και τη ντροπή. Σκεφτόταν την πείνα της και τα δυο παιδικά στόματα που περίμεναν στο σπίτι. Ωστόσο οι τύψεις και η ντροπή δεν έλεγαν να φύγουν. Όταν συναντούσε κάποιον γνωστό άλλαζε δρόμο. Δεν άντεχε να βλέπει στα μάτια τους τη λύπηση. Αριστερά και δεξιά του δρόμου διάχυτη δυστυχία κι από πάνω ένας ουρανός να πλακώνει την καρδιά σαν θάνατος. Ο δρόμος γινόταν όλο και πιο ανηφορικός. Ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν, αλλά δεν σταμάτησε.

Όλη της η ζωή ήταν ένας ατέλειωτος δρόμος και ένας ασταμάτητος αγώνας ενάντια στον φόβο. Σε όλη της τη ζωή ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Γεμάτος όνειρα που στοιχειώναν το μυαλό της κι εφιάλτες. Ο καθαρός ουρανός έμοιαζε να έχει εξοριστεί απ’ τα όνειρά της και τον δρόμο της. Η πίκρα στα μάτια της δεν την άφηνε να τον δει. Η ζωή στη σκέψη της ήταν μια ευθεία γκρίζα γραμμή. Το χτες, το σήμερα και το αύριο ήταν αποχρώσεις του γκρι. Όταν οι άλλοι γυρνούν στο χτες για να αντέξουν το σήμερα και να ονειρευτούν το αύριο, εκείνη ένιωθε το χτες σαν μαχαιριά και το αύριο σαν απειλή. Και τώρα έπρεπε να αποχωριστεί ένα κομμάτι απ’ το χτες για να επιβιώσει σήμερα. Όσο για το αύριο, δεν είχε πια περιθώρια για όνειρα. Μόνο να ελπίσει μπορούσε. Όχι ότι θα είναι καλύτερο, αλλά ότι θα εξακολουθεί να επιβιώνει. Αυτή η ευθεία γκρίζα γραμμή, που στα μάτια της ήταν η ζωή, ήταν μια πληγή που ποτέ δεν έκλεινε. Τα χέρια της πήγαιναν ασυναίσθητα σ’ αυτήν και όσο την ψηλάφιζαν, τόσο γινόταν πιο βαθιά και προκαλούσε περισσότερο πόνο.

Σταμάτησε για τελευταία φορά πριν φτάσει στον προορισμό της. Έβγαλε τη βέρα απ’ το δάχτυλο και αφού την κράτησε για λίγο στη χούφτα, την έβαλε στην τσέπη του παλτού της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια. Όταν τα άνοιξε πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε. Όμως το όνειρο δεν έλεγε να φύγει απ’ το μυαλό της.

Μικρή αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν

Ας γυρίσουμε μερικά χρόνια πίσω. Στην περίοδο απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι την αρχή της οικονομικής κρίσης, δηλαδή το φθινόπωρο του 2008. Ας θυμηθούμε την κοινωνική και οικονομική κατάσταση που επικρατούσε. Οι νέοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία εργάζονταν ανασφάλιστοι, όσοι δηλαδή είχαν δουλειά, γιατί η ανεργία των νέων βρισκόταν στα ύψη. Πολλοί απ’ τους εργαζόμενους νέους απασχολούνταν σε κάποια θέση που δεν είχε καμία σχέση με το γνωστικό τους αντικείμενο, νιώθοντας έτσι ότι ο κόπος που έκαναν για σπουδάσουν και τα χρήματα που ξόδεψαν οι γονείς τους πήγαν χαμένα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ήταν χρεωμένοι στις τράπεζες, με κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να κατασχεθεί το σπίτι τους. Τα δάνεια που είχαν πάρει απ’ τις τράπεζες κάλυπταν ως επί το πλείστον βασικές ανάγκες όπως η στέγαση και η εκπαίδευση των παιδιών τους. Οι συνταξιούχοι, στην πλειοψηφία τους, φυτοζωούσαν με συντάξεις πείνας που δεν έφταναν ούτε για τα φάρμακά τους. Πολύ συχνά ξυλοκοπούνταν απ’ τα Μ.Α.Τ. και πνίγονταν στα χημικά όταν διεκδικούσαν αξιοπρεπείς συντάξεις. Η εικόνα ανθρώπων που έψαχναν κάτι φαγώσιμο στα σκουπίδια των λαϊκών αγορών, ήταν δυστυχώς από τότε γνώριμη. Και αυτή την εικόνα δεν τη βλέπαμε σε αριστερά μέσα, αλλά στα ρεπορτάζ των καθεστωτικών καναλιών.

Πολλοί φοιτητές ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται, γιατί η περίφημη δωρεάν παιδεία ήταν ένα δυσβάσταχτο βάρος για τις οικογένειές τους. Οι δουλειές που προσφέρονταν στους φοιτητές ήταν κακοπληρωμένες και χωρίς ασφάλιση. Πολλοί ήταν και οι εργαζόμενοι, και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, που παρέμεναν για μήνες απλήρωτοι. Ας θυμηθούμε ακόμα τους χιλιάδες αδιόριστους εκπαιδευτικούς που εργάζονταν στα φροντιστήρια με εξευτελιστικά μεροκάματα, τους διορισμένους εκπαιδευτικούς με τους πενιχρούς μισθούς, η μεγάλη απεργία των καθηγητών το 1997 έγινε για αυτόν ακριβώς το λόγο, τους γιατρούς των δημοσίων νοσοκομείων με τους επίσης πενιχρούς μισθούς, τις μικρές επιχειρήσεις που έκλειναν η μία μετά την άλλη. Ας θυμηθούμε και τους εργάτες, μετανάστες στην πλειοψηφία τους, που δούλευαν σαν σκλάβοι στα ολυμπιακά κάτεργα και πολλοί απ’ αυτούς πλήρωσαν με τη ζωή τους το “εθνικό ιδεώδες” της ολυμπιάδας του 2004.

Για να μη μακρυγορώ, η γενική εικόνα που επικρατούσε στην Ελλάδα ήταν η εξής: Περισσότερες ώρες δουλειάς σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., χαμηλοί μισθοί, ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα, ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος. Όλα αυτά τα αναφέρω γιατί από τότε που ξεκίνησε η οικονομική κρίση ακούμε όλο και πιο συχνά την άποψη ότι στην Ελλάδα πριν την κρίση υπήρχε ευημερία. Μια άποψη που προσωπικά τη θεωρώ πολύ επικίνδυνη. Και αυτό γιατί δίνει μια ολότελα ψεύτικη εικόνα, γιατί η απλώς αξιοπρεπής διαβίωση βαφτίζεται πολυτελής ζωή, γιατί συνηγορεί με τον προπαγανδιστικό μύθο ότι στην Ελλάδα δεν δουλεύει κανείς και οι Έλληνες είναι κάθε βράδυ στα μπουζούκια και οδηγούν ακριβά αυτοκίνητα, γιατί είναι στην ουσία μια παραλλαγή του “Μαζί τα φάγαμε”.

Όλοι εμείς που δεν σουλατσάραμε σε πολιτικά γραφεία, ούτε είχαμε σχέσεις με μίζες, αρπαχτές και απάτες δεν έχουμε μνήμη χρυσόψαρου. Θυμόμαστε ότι πριν την κρίση σαφώς και ήταν καλύτερη η κατάσταση, ήταν όμως και πάλι πολύ άσχημη. Ότι το να έχει ένας άνθρωπος τα στοιχειώδη για να ζήσει, κι αυτά κουτσά στραβά, δεν συνιστά ευημερία. Ότι τα ιλιγγιώδη ποσά που ξοδεύονταν σε κέντρα διασκέδασης, οι πολυτελείς διακοπές, τα ακριβά αυτοκίνητα και όλα τα φετίχ του νεοπλουτισμού δεν μας αφορούν. Αυτά αφορούν μια εγκληματική, παρασιτική μειοψηφία που μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Και το να ταυτίζει κανείς έναν ολόκληρο λαό με αυτή τη μειοψηφία είναι γκεμπελισμός.

Τα ίχνη του λύγκα

Βράδιασε. Μπορώ να βγω χωρίς φόβο. Τη νύχτα έχεις την αίσθηση πως ό,τι συμβαίνει το ζεις σε όνειρο. Περπατάω χωρίς να δίνω σημασία στα φανάρια και μπαίνω στο πρώτο μπαρ που βρίσκω μπροστά μου. Κάθομαι σ’ ένα σκαμπό και παραγγέλνω μπίρα. Κάποιος μοναχικός θαμώνας έρχεται και κάθεται δίπλα μου. Προσπαθεί να μου πιάσει συζήτηση.

-Πώς και μόνος; Έφυγαν οι φίλοι σου για διακοπές;

-Δεν έχω φίλους.

-Τι δουλειά κάνεις;

-Δεν δουλεύω.

-Τι ομάδα είσαι;

-Δεν συμπαθώ το ποδόσφαιρο.

-Τι αυτοκίνητο έχεις;

-Δεν συμπαθώ τα αυτοκίνητα.

-Εκκλησία πας;

-Δεν συμπαθώ τις θρησκείες.

-Τι θα ψηφίσεις στις εκλογές;

-Δεν ψηφίζω.

Τελικά με βρίσκει βαρετό συνομιλητή και φεύγει. Παρατηρώ τους συμπότες μου. Δυστυχισμένοι άνθρωποι που προσποιούνται τους χαρούμενους, γιατί φοβούνται να παραδεχτούν τη δυστυχία τους. Οι ώρες περνούν και τα μπουκάλια αδειάζουν. Ο κόσμος αραιώνει. Κάνω νόημα στον μπάρμαν.

-Άλλη μια μπίρα.

-Θα σε πειράξει.

-Άλλα πράγματα με πειράζουν περισσότερο.

-Ποια είναι αυτά τα άλλα πράγματα;

-Δεν πρόκειται να καταλάβεις.

-Γιατί δεν πας να κοιμηθείς;

-Δεν μπορώ να κοιμηθώ.

-Γιατί πίνεις τόσο πολύ;

-Γιατί πονάω.

Η ώρα πήγε τέσσερις και το μαγαζί πρέπει να κλείσει. Βγαίνω έξω και περπατάω μέχρι να εξαντληθώ. Ξημέρωσε. Ώρα να πέσω για ύπνο. Όταν ξυπνάς από εφιάλτες στο φως της μέρας φοβάσαι λιγότερο.

Σημείωση: Ο λύγκας ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών και συγγενεύει με την αγριόγατα. Είναι πλάσμα νυκτόβιο και μοναχικό, αθέατο για τους περισσότερους ανθρώπους. Τα τελευταία χρόνια εντοπίζονται ελάχιστα ίχνη του.

Οι κήρυκες

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποιο μακρινό βασίλειο ένας προδομένος λαός. Ήταν προδομένος απ’ τον βασιλιά που τον κυβερνούσε και απ’ τον προκάτοχό του και απ’ όλους τους βασιλιάδες που τον είχαν κυβερνήσει. Αυτός ο λαός είχε δώσει πολλούς αγώνες για την ελευθερία και την κοινωνική πρόοδο, αλλά πάντα βρισκόταν κάποιος βασιλιάς που εκμεταλλευόταν τους αγώνες και τους πόθους του και δίνοντας ψεύτικες υποσχέσεις ανέβαινε στον θρόνο. Ο λαός αυτός δεν ήταν κουτός, απλώς δεν είχε μάθει ότι μπορεί να ζήσει χωρίς βασιλιάδες. Ο βασιλιάς αν και ορκιζόταν ότι είναι φίλος του λαού, στην πραγματικότητα δεν γνώριζε καθόλου τον λαό. Νόμιζε ότι ο λαός είναι οι αυλικοί που τον επευφημούσαν. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτοί οι θλιβεροί άνθρωποι με τις γεμάτες τσέπες, την ευλύγιστη μέση και την επιδέξια γλώσσα, ήταν απλώς παράσιτα και τίποτα παραπάνω. Ότι ο λαός είναι αυτοί οι χιλιάδες ανώνυμοι άνθρωποι που κερδίζουν το ψωμί τους με τη δουλειά τους. Έτσι οι αγρότες που σπέρναν και θερίζαν τα χωράφια, οι εργάτες που έχτιζαν τις γέφυρες και κατασκεύαζαν τους δρόμους, οι βοσκοί, οι ξυλοκόποι, οι πραματευτές, οι εργάτριες που ύφαιναν τα ρούχα, οι μαίες που βοηθούσαν τα παιδιά να έρθουν στον κόσμο, ήταν για τον βασιλιά απλοί αριθμοί. Δεν ήξερε τι σημαίνει να μην έχεις να δώσεις γάλα στο παιδί σου, να υποσιτίζεσαι, να πεθαίνεις αβοήθητος γιατί δεν μπορείς να αγοράσεις φάρμακα, να σακατεύεσαι την ώρα της δουλειάς και να σε πετάνε στον δρόμο γιατί δεν σε χρειάζονται άλλο. Όταν δεν γνωρίζεις κάποιον δεν μπορείς να νιώσεις και τον πόνο του.

Οι πραγματικοί φίλοι του βασιλιά ήταν οι πλούσιοι έμποροι και οι γαιοκτήμονες. Ο βασιλιάς τους χάριζε μεγάλες εκτάσεις που θα έπρεπε να ανήκουν στον λαό, γιατί αυτός τους έδινε ζωή, θέσπιζε νόμους που τους ευνοούσαν, τους χάριζε τους φόρους που έπρεπε να πληρώνουν. Αυτοί σαν αντάλλαγμα έδιναν στον βασιλιά χρήματα. Κάποια από αυτά τα χρήματα ο βασιλιάς τα διέθετε για να προσλαμβάνει αυλικούς και στρατιώτες για τη φρουρά του. Μια άδικη εξουσία εξουσία χρειάζεται τη βία, το ψέμα και την απάτη για να διατηρηθεί.

Το μεγάλο όπλο του βασιλιά ήταν οι κήρυκες. Αυτοί καλούσαν τον λαό κάθε απόγευμα στις πλατείες του βασιλείου και του έλεγαν τα νέα. Άλλοι από αυτούς ήταν υπάλληλοι του βασιλιά και άλλοι των πλούσιων εμπόρων και των γαιοκτημόνων. Άλλοι πληρώνονταν πολύ καλά και άλλοι λιγότερο καλά, αυτό είχε να κάνει με το πόσο επιδέξια μπορούσαν να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους. Οι κήρυκες λοιπόν είχαν διαφορετικά αφεντικά και διαφορετική θέση στην ιεραρχία του βασιλείου. Τα νέα όμως που έλεγαν ήταν ακριβώς τα ίδια.

Οι υπήκοοι του βασιλιά που συνέρρεαν κάθε απόγευμα στις πλατείες, άκουγαν ότι το να ληστεύεις τον λαό είναι προσφορά προς την πατρίδα, ότι το να δίνεις δουλειά σε κάποιο κάτεργο με αντάλλαγμα ένα κομμάτι ψωμί είναι φιλανθρωπία, ότι το να διαμαρτύρεσαι για τη φτώχεια και την εξαθλίωση είναι αντικοινωνική συμπεριφορά, ότι το να ανταποδίδεις τη βία που δέχεσαι είναι έγκλημα, ότι είναι επίσης έγκλημα το να αναζητάς την τύχη σου σε άλλους τόπους όταν η πείνα και ο πόλεμος σε διώχνουν απ’ τον τόπο σου, ότι το να ονειρεύεσαι έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, αδικία και ανισότητα είναι ακραίο. Η αλήθεια ήταν διαφορετική. Η αλήθεια ήταν ότι έγκλημα είναι να κλέβεις τη ζωή και να σακατεύεις τα όνειρα χιλιάδων ανθρώπων για να αυξήσεις τα πλούτη σου, ότι η φτώχεια δεν είναι κάτι τυχαίο, ότι ντόπιοι και ξένοι εργάτες μοιράζονταν την ίδια δυστυχία, ότι το δίκιο το έχουν όσοι αντιστέκονται στη λεηλασία της ζωής τους. Αυτή η αλήθεια ήταν μπροστά στα μάτια των υπηκόων του βασιλιά. Αλλά δεν την έβλεπαν. Γιατί ο αγώνας για την επιβίωση δεν τους άφηνε χρόνο να σκεφτούν. Γιατί τους είχαν μάθει να μην σκέφτονται. Έτσι οι κήρυκες αποθρασύνονταν και έλεγαν ολοένα και μεγαλύτερα ψέματα.

Όμως τα ψέματα δεν κρατάνε για πάντα. Οι υπήκοοι του βασιλιά κάποτε κατάλαβαν ότι όσα άκουγαν απ’ τους κήρυκες έμοιαζαν πολύ με παραμύθια για να είναι αληθινά. Κατάλαβαν ότι η αλήθεια βρίσκεται αλλού, σε μέρη που οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη ζωή και την αξιοπρέπειά τους. Έτσι σταμάτησαν να ακούνε τους κήρυκες. Οι κήρυκες έβγαιναν κάθε μέρα στις πλατείες, προπαγάνδιζαν με ζήλο την αλήθεια των αφεντικών τους, φώναζαν με πάθος αυτό που τους επέβαλλε η θέση τους να φωνάξουν, αλλά δεν τους άκουγε κανείς. Οι υπήκοοι του βασιλιά αρχικά κλείστηκαν στα σπίτια τους. Με τον καιρό άρχισαν να προσπαθούν να γνωρίσουν καλύτερα όσους μοιράζονταν την ίδια μοίρα μ’ αυτούς. Άρχισαν να επικοινωνούν περισσότερο μεταξύ τους. Έτσι διαπίστωσαν ότι αυτά που τους ενώνουν είναι πολλά και ότι δεν τους χωρίζει τίποτα. Εμπιστεύονταν αυτά που έβλεπαν με τα μάτια τους και άκουγαν με τα αυτιά τους και όχι αυτά που άκουγαν απ’ τους καλοταϊσμένους υποτακτικούς. Αποφάσισαν την ώρα που πριν άκουγαν τα νέα απ’ τους κήρυκες να βγαίνουν στους δρόμους και να φωνάζουν για αυτά που τους μαυρίζουν την ψυχή, για το δίκιο τους που τόσα χρόνια πνιγόταν απ’ τις φωνές των κηρύκων, για αυτά που δεν τους επιτρέπουν να ελπίσουν, για αυτά που τους στερούν το μέλλον, για αυτά που τους κρύβουν τον ήλιο. Είχε έρθει η ώρα να ακουστεί και η δική τους φωνή. Δεν ήταν πια υπήκοοι. Ήταν ελεύθεροι άνθρωποι που έπαιρναν τη ζωή τους στα χέρια τους κάνοντας σημαία τα όνειρά τους. Ο βασιλιάς έστειλε ανήσυχος τους στρατιώτες της φρουράς του να πνίξουν τη φωνή που αντηχούσε στους δρόμους του βασιλείου, όμως η φωνή ολοένα δυνάμωνε. Ένιωθε πια το τέλος της παντοδυναμίας του να πλησιάζει.

Άγνωστη χώρα

Μάς σκοτώσαν την άνοιξη
και η αγάπη έγινε για μας άγνωστη χώρα
Η νύχτα μάς πονάει πιο πολύ
γιατί έγινε άγονη γη
και δεν γεννάει πια όνειρα
Η σκέψη μας σεργιανίζει
σε χαμόγελα και τρυφερά βλέμματα,
σαν τα σκυλιά που γυρνάνε
από αγκαλιά σε αγκαλιά
ζητιανεύοντας λίγα χάδια
Η καρδιά μας πολιορκημένη απ’ τον θάνατο
κι η θάλασσα συνέχεια άγρια και φουρτουνιασμένη
σαν να μας μισεί
Τα αυτιά μας δεν ακούν τίποτα πια παρά μόνο
το ποδοβολητό των βασανιστών
και τον ήχο απ’ τις χειροβομβίδες κρότου λάμψης

Στον πόλεμο ο έρωτας πεθαίνει
μαζί με την αλήθεια
Το σώμα του κείτεται άψυχο στις πλατείες
και ο ουρανός γίνεται κόκκινος απ’ το αίμα
Και είμαστε εμείς που πρέπει να αναστήσουμε την άνοιξη

Αναχώρηση

Θα ‘φευγε. Δεν είχε σημασία για πού. Ούτε με τι μέσο. Ούτε το ταξίδι. Απλώς δεν άντεχε άλλο. Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι ιδρωμένος. Πλύθηκε και ντύθηκε βιαστικά. Ήπιε μια γουλιά καφέ κι έτρεξε να προλάβει το λεωφορείο. Μόλις έφτασε στη στάση το είδε να απομακρύνεται. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε όταν έφτασε στο γραφείο, ήταν το οργισμένο πρόσωπο του προϊσταμένου.

-Εδώ είναι εταιρεία. Δεν είναι μαγαζί του πατέρα σου να έρχεσαι ό,τι ώρα σου καπνίσει.

Κατευθύνθηκε με σκυμμένο το κεφάλι προς το πόστο του. Σήκωσε το βλέμμα του και την είδε να του χαμογελάει. Αυτά τα πανέμορφα μπλε μάτια. Θα μπορούσε να τα κοιτάει για ώρες. Να βυθίζεται μέσα τους. Ακούμπησε το χέρι της τρυφερά πάνω στο μπράτσο του.

-Καλά είσαι;

-Και ποιος είναι καλά;

Δούλεψε για εννιά ώρες με ένα διάλειμμα είκοσι λεπτών. Απαγορεύεται να είσαι λυπημένος. Απαγορεύονται οι συζητήσεις. Απαγορεύονται οι καλημέρες. Απαγορεύονται οι φυσικές ανάγκες. Εδώ είναι εταιρεία.

Γύρισε στο σπίτι σκοτωμένος. Πήρε έναν ταξιδιωτικό οδηγό απ’ τη βιβλιοθήκη. Βερολίνο. Γεωγραφική θέση: στο βορειοανατολικό τμήμα της Γερμανίας. Έκταση: 891 τ.χλμ. Πληθυσμός: 3,4 εκατομμύρια κάτοικοι. Βγήκε στο μπαλκόνι για τσιγάρο. Ο απέναντι πότιζε τα λουλούδια του.

-Τι γίνεται γείτονα; Πώς πάει;

-Πώς να πάει;

Άνοιξε την τηλεόραση για να μην αισθάνεται μόνος. Θόρυβος. Μόνο θόρυβος. Έβαλε ένα ποτό για να ναρκώσει τις σκέψεις του. Μόλις ήπιε το μισό μπουκάλι ο θόρυβος έγινε πιο υποφερτός. Τότε άρχισε να κλαίει σαν μωρό και να φωνάζει.

-Κλέφτες. Θέλω πίσω τη ζωή μου.

Παρίσι. Γεωγραφική θέση… Έκταση… Πληθυσμός… Βγήκε μια βόλτα για να ξεθολώσει το μυαλό του. Κόρνες, μηχανές αυτοκινήτων, εξατμίσεις μοτοσυκλετών, γέλια, φωνές, βρισιές. Θόρυβος. Μόνο θόρυβος. Νέα Υόρκη… Έχει καμία σημασία;

Επέστρεψε στο σπίτι πιο άδειος από πριν. Ξαναβγήκε στο μπαλκόνι. Μπετό, κεραίες τηλεοράσεων, απλωμένα ρούχα και γκρίζα πρόσωπα. Άναψε τσιγάρο και το κάπνισε αργά μέχρι το φίλτρο. Ανέβηκε στην κουπαστή. Άπλωσε τα χέρια του σε έκταση και βούτηξε στο κενό.

-Ο κυβερνήτης και το πλήρωμα σας καλωσορίζουν στην πτήση μας.

Η ζωή του περνάει μπροστά απ’ τα μάτια του.

-Έχει ξεκινήσει η διαδικασία της απογείωσης. Προσδεθείτε και μην καπνίζετε.

Σχολείο. Πανεπιστήμιο. Στρατός. Δουλειά. Ψυχοφάρμακα. Οι φίλοι φύγαν. Τα μάτια της. Αυτά τα πανέμορφα μπλε μάτια. Χαμογελάει.

Χτυπάει με δύναμη πάνω στην άσφαλτο. Όλα τελειώσανε. Ένας περαστικός τον βρίσκει σε μια λίμνη αίματος και καλεί ασθενοφόρο.

-Ευχαριστούμε που προτιμήσατε την εταιρεία μας κι ελπίζουμε να σας ξαναδούμε σε κάποια επόμενη πτήση μας.

Ατσάλι και φωτιά

Τα όνειρά μας είναι χώμα και νερό
σαπίζουν σε ανήλιαγα κελιά,
ψάχνουν αέρα να αναπνεύσουν,
εισπνέουν δακρυγόνα και καυσαέριο,
σέρνονται στην άσφαλτο,
στοιχειώνουν τους δρόμους

Τα όνειρά μας είναι πεφταστέρια
που λάμπουν για λίγο στον ουρανό
πριν ξεψυχήσουν,
λόγια που τα παίρνει ο άνεμος,
κύματα που σβήνουν στην ακτή

Τα όνειρά μας είναι ατσάλι και φωτιά
καίνε τους φόβους μας
φωτίζουν τις σιωπές μας

Τα όνειρά μας είναι αχαρτογράφητα νησιά,
παρθένα δάση, άπαρτες βουνοκορφές

Τα όνειρά μας είναι αγέννητα παιδιά
που ζωγραφίζουν το μέλλον