Μέχρι να γίνω μια αγκαλιά από κόκκινα γαρύφαλλα

Έχω ένα σκοτωμένο όνειρο,
μια αιματοβαμμένη μνήμη
και μια καρδιά
που θα ‘ναι δεν θα ‘ναι δέκα χρονών
Έχω πολλές πατρίδες,
έχω χιλιάδες ονόματα,
έχω χιλιάδες πληγές
Είμαι απ’ την Παλαιστίνη,
απ’ τη Συρία,
απ’ το Ιράκ,
απ’ το Αφγανιστάν,
απ’ το Βιετνάμ,
απ’ την Ιρλανδία,
απ’ την Κορέα,
απ’ την Ουκρανία

Με εξόρισαν στη χώρα των κολασμένων
η γη της είναι άγονη,
ο ουρανός της γκρίζος
και η θάλασσά της κόκκινη
Τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν θραύσματα από βόμβες,
η πρώτη λέξη που άκουσα ήταν θάνατος,
τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο κατώφλι του Άδη,
τα πρώτα μου βήματα τα έκανα
σε έναν δρόμο σπαρμένο με νάρκες
και συρματοπλέγματα
κι από τότε δεν σταμάτησα να βαδίζω

Ταξιδεύω στους αιώνες,
μέχρι να ξαναβρώ το χάδι της μάνας μου,
μέχρι να γίνω μια αγκαλιά
από χιλιάδες κόκκινα γαρύφαλλα
που θα στολίσουν τον κόσμο

Η αιώνια μοναξιά των άστρων

Όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν μα κουράστηκαν ήδη
και με παράπονο κινήσαν για το μεγάλο ταξίδι
επιστρέφουν μια μέρα κοντά μας και πάλι
γιατί η πίκρα στην ψυχή τους είν’ όσο ο κόσμος μεγάλη

Κάποιοι θα ‘ρθουν σαν σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής
κάτι απογεύματα του Απρίλη που ‘ναι ο ουρανός βαρύς
να ποτίσουν τη γη που ποτέ δεν τους δέχτηκε
να ξεπλύνουν το αίμα που τόσο άδικα ξοδεύτηκε

Άλλοι έρχονται σαν του πελάγους αφρισμένα κύματα
τα μεσημέρια του Σεπτέμβρη κι ακολουθούν τα βήματα
των ηττημένων, των ηρώων και των μοναχικών
τραγουδούν το τραγούδι των χαμένων αδελφών

Όσοι ονειρεύτηκαν πολύ μα τα όνειρά τους προδόθηκαν
και είναι αμέτρητες εκείνες οι φορές που πληγώθηκαν
επιστρέφουν σαν όνειρα και γυρίζουν στον ύπνο μας
σαν τριαντάφυλλα άγρια που φυτρώνουν στον κήπο μας

Και όσοι φύγαν με το πιο μεγάλο παράπονο
γίνονται αστέρια, τα πιο φωτεινά στον ουρανό,
πολεμούν το σκοτάδι και φωτίζουν τις νύχτες μας
η αιώνια μοναξιά τους στεφανώνει τις νίκες μας

Κλεφτές ματιές στον ουρανό

Η Κυριακή είναι ανάσες ελευθερίας,
κλεφτές ματιές στον ουρανό,
τα αργά βήματα
και οι περιπλανήσεις
χωρίς προορισμό,
η ήρεμη θάλασσα
κάτω απ’ τα φτερά των γλάρων,
οι ήσυχες πρωινές στιγμές στη λιακάδα,
οι συζητήσεις γύρω απ’ το τραπέζι
και η μυρωδιά του καφέ

Η Κυριακή είναι ένα δέντρο
ποτισμένο με αίμα,
μια σφιγμένη γροθιά,
ένα κόκκινο γαρύφαλλο,
μια σημαία με τα χρώματα της ζωής,
ο αγώνας του ανθρώπου να σταθεί όρθιος,
μια σελίδα της δικής μας ιστορίας,
η ανάμνηση πως τίποτα δεν χαρίζεται,
ένα ανεξίτηλο σημάδι
στο μέρος της καρδιάς,
μια στάλα δικαιοσύνης
σε έναν άδικο κόσμο
Η Κυριακή είναι η άρνηση
όσων αναπνέουν στο φως
να επιστρέψουν στο σκοτάδι της δουλείας

Υ.Γ. Το παραπάνω ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο https://potekuriaki.wordpress.com/ στο πλαίσιο μια δράσης για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας.

Στίχοι στο κόκκινο της πληγής

Η ψυχή μου πληγωμένο αγρίμι
στο πιο βαθύ λαγούμι του δάσους
που μαζεμένο στη γωνιά του
βαριανασαίνει
και προβάλλει απειλητικά τα νύχια του
Τα ουρλιαχτά του ακούγονται
στο πιο βαθύ σκοτάδι της νύχτας
λίγο πριν ξημερώσει

Μετά σωπαίνει πάλι
και περιμένει να νυχτώσει
Όταν βγει απ’ τη φωλιά του
αφήνει ίχνη με το αίμα του
για να βρει τον δρόμο της επιστροφής

Όταν κρυώνει θυμάται
πως κάποτε άγγιξε τον ήλιο
Όταν πεινάει τρώει τις σάρκες του
κι αιμοραγεί μέχρι να χορτάσει

Τότε πέφτει σε νάρκη
κι όλο πετιέται λες και θα ξυπνήσει
κι όλο βυθίζεται περισσότερο
στον βαρύ κι ανήσυχο ύπνο του

Ξυπνάει με τα χελιδόνια,
κοιμάται με τα πρωτοβρόχια
Καχεκτικό κι αδύναμο στην όψη·
όμως φυλαχτείτε
Ένα αγρίμι που παλεύει για τη ζωή του
δεν έχει τίποτα να χάσει

Έτσι ξεκινήσαμε

Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε το ταξίδι,
άμαθοι απ’ τη ζωή,
με τα μάτια των παιδιών
που ανακαλύπτουν τον κόσμο
Δεν ξέραμε να μετράμε
όλα αυτά που κάποιοι θα λέγανε πολύτιμα,
μόνο αστέρια και όνειρα

Κάποτε σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα,
είχαν περάσει χρόνια κι είχαμε κουραστεί
Η καρδιά μας σκοτείνιασε και νιώσαμε
στο στήθος ένα βάρος
χωρίς να ξέρουμε καλά καλά γιατί
Γύρω μας μόνο σιωπή και ερημιά

Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
τώρα που πια το ξέρουμε
δεν μετανιώσαμε στιγμή για το ταξίδι
Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
και μείναμε να μετράμε όνειρα και αστέρια
Μα έχουμε ακόμα τα μάτια των παιδιών

Πίσω απ’ την ομίχλη των λέξεων

Όσες κραυγές κατάπιε το σκοτάδι,
όσα δάκρυα έπνιξα σφίγγοντας τα δόντια,
όσα χρόνια έχασα παρατηρώντας τη ζωή,
όσες άγρυπνες νύχτες πέρασα
περιμένοντας να ξημερώσει,
όσες μπόρες δεν πέρασαν ποτέ,
όσα καλοκαίρια κράτησα μέσα μου
σε πείσμα του χειμώνα,
όσες θάλασσες δεν ταξίδεψα ποτέ,
όσοι φόβοι με κράτησαν καθηλωμένο,
όσοι σκοτεινοί δρόμοι έχω διαβεί,
όσοι κόσμοι χωράνε συην ψυχή μου,
όσες φορές έπεσα μα δεν σηκώθηκα ποτέ
και προσποιήθηκα ότι στέκομαι όρθιος,
όσα “αν” στοιχειώνουν τις ναρκωμένες μου σκέψεις,
όσα δεν ήρθαν, όσα πέρασαν αθόρυβα,
όσα χάθηκαν, όσα θα ξαναβρεθούν
είναι όσα δεν είπα ποτέ
μα ήταν πάντα εκεί
για όσους διαβάζουν πίσω απ’ τις λέξεις

Χειμερινή ισημερία

Ο κόσμος μας έγινε σκιά
κάτω από μαύρο ουρανό
Μείναμε να νοσταλγούμε αιώνια το καλοκαίρι
και τη φωτιά
που ‘καιγε κάποτε στα μάτια μας
Χαμογελάμε μόνο για να θυμόμαστε
πως κάποτε είχαμε τη δύναμη να ονειρευόμαστε
Τις άγρυπνες νύχτες μας
κοιτάμε κάθε τόσο απ’ το παράθυρο αν ξημέρωσε
και περιμένουμε να λάμψει ξανά εκείνος ο ήλιος
που τον λέγαμε δικό μας