Είμαστε ξένοι

Σας θυμάμαι μια ζωή
με μια γλώσσα πιο μεγάλη απ’ το μπόι σας,
να λέτε ότι σήμερα δεν υπάρχουν ιδανικά
και ότι ο καθένας κοιτάει την πάρτη του,
για να δικαιολογήσετε τον τομαρισμό σας

Αλλοίμονο, την ίδια στιγμή
κάποιοι σαπίζανε στις φυλακές
για αυτά που λέμε ιδανικά,
άλλοι πάλι βρίσκονταν στο κατώφλι του θανάτου
μετά από δυο μήνες απεργίας πείνας

Σας θυμάμαι να φτύνετε στους τάφους
αυτών που δώσαν τη ζωή τους και το αίμα τους
για το ψωμί σας και την ελευθερία σας
Μικροί άνθρωποι με φτωχό μυαλό

Σας θυμάμαι να αποβλακώνεστε
μπροστά στο χαζοκούτι,
γιατί τα βιβλία σας πέφτανε βαριά,
και να νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα
ενώ δεν ξέρετε τίποτα

Σας θυμάμαι να χλευάζετε
ό,τι δεν μπορείτε να καταλάβετε
Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τρελούς
όσους θυσιάζουν τη ζωή τους
για πράγματα που το μυαλό σας αδυνατεί να συλλάβει,
γιατί εσείς δεν θα θυσιάζατε
ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό του καναπέ σας
Σας θυμάμαι να κάνετε ασπίδα τα παιδιά σας,
ότι δήθεν πουλήσατε την ψυχή σας για αυτά
και το μέλλον τους,
σαν να είστε οι μόνοι που έχουν παιδιά
Ξέρετε υπάρχουν γονείς
που ποτέ δεν σκύψαν το κεφάλι,
ούτε λύγισαν τη μέση,
για να μπορούν να κοιτάζουν τα παιδιά τους στα μάτια

Σας θυμάμαι να κατηγορείτε τους φτωχούς
για τη φτώχεια τους,
εσείς που μεγαλώσατε με τρύπια παπούτσια
Σας θυμάμαι να μιλάτε με περιφρόνηση
για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες,
εσείς παιδιά προσφύγων και μεταναστών
Σας θυμάμαι να λέτε με σιγουριά
ότι σαν μεγαλώσει ο άνθρωπος
ξεχνάει τα όνειρα της νιότης
και γίνεται γρανάζι
Χιλιάδες είναι αυτοί που σας διαψεύδουν
με τη ζωή και τον θάνατό τους

Σας θυμάμαι να αγανακτείτε
για τις μολότοφ και τα γκαζάκια,
όταν οι νατοϊκές βόμβες σκότωναν αμάχους
και οι σφαίρες της αστυνομίας δεκαπεντάχρονα παιδιά

Σας θυμάμαι να αποκαλείτε τους καταληψίες αλήτες,
εσείς που ψηφίζετε εγκληματίες
του κοινού ποινικού δικαίου
Σας θυμάμαι να μιλάτε με θαυμασμό
για αυτούς που σακατεύουν τους συναδέλφους σας,
που παλεύουν για το δικό σας δίκιο
Σας θυμάμαι να χειροκροτάτε τους εκμεταλλευτές σας
Σας θυμάμαι να αναρωτιέστε με αγανάκτηση
«Πού είναι το κράτος;»την ίδια στιγμή
που χτίζατε εξοχικό στα καμένα

Σας θυμάμαι με αηδία να λέτε
«Καλά να πάθει», «Πήγαινε γυρεύοντας»,
«Ας καθόταν στα αυγά του»
Σας θυμάμαι να μιλάτε για πολιτισμό,
εσείς που καταντήσατε τις νύχτες με πανσέληνο
τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια
Σας θυμάμαι να παριστάνετε τους τιμητές ιερών και οσίων,
εσείς που δεν σέβεστε ούτε τη μνήμη των νεκρών

Θυμάμαι τις χειραψίες σας με βουλευτές
και τα τραπεζώματα με τους γραμματείς των υπουργείων,
για έναν διορισμό, για μια απευθείας ανάθεση,
για μια θέση στον ήλιο

Μόνο που για να δεις τον ήλιο
πρέπει να σηκώσεις το κεφάλι
Σας θυμάμαι να λέτε ότι έτσι κάνουν όλοι
γιατί έτσι είναι ο κόσμος

Έτσι είναι ο δικός σας κόσμος
Πέρα απ’ αυτόν υπάρχει ένας κόσμος
γεμάτος φως

Σας θυμάμαι σαν ένα μαύρο σύννεφο
σε ανοιξιάτικο μεσημέρι
Ντρέπομαι που αναπνέουμε τον ίδιο αέρα
Είμαστε ξένοι
Ό,τι πιο όμορφο έχω δει
είναι οι υψωμένες γροθιές
στα παράθυρα των κελιών
που μ’ έκαναν να κλάψω από χαρά
Αυτή τη χαρά εσείς δεν θα τη νιώσετε ποτέ
Σας λυπάμαι

Advertisements

Ο ύπνος του δικαίου

Τους τρομάζουν οι φωνές εκείνες
που μιλούν για πράγματα
που αδυνατούν να καταλάβουν
γιατί τους λείπει η ψυχή

Τους τρομάζουν οι σκέψεις
που δεν μπορούν να ελέγξουν
Τους τρομάζουν τα βλέμματα
που κοιτούν πέρα
απ’ τον μίζερο μικρόκοσμό τους

Τους φοβίζουν οι πράξεις
που θέτουν σε κίνδυνο
τον σάπιο κόσμο
που υπερασπίζονται

Τους φοβίζουν τα γραπτά
που προκαλούν σκέψεις
και συναισθήματα

Ύστερα είναι και η καριέρα τους
χτισμένη πάνω στον τάφο της δικαιοσύνης
Ας πάνε στη φυλακή χίλιοι αθώοι
Ας πάνε στα κομμάτια το σύνταγμα και οι νόμοι
Ας πάνε στα κομμάτια η λογική και η επιστήμη
αρκεί να πει το αφεντικό ότι έκαναν καλή δουλειά

Ξέρουν ότι έχουν άδικο
για αυτό δεν μαθαίνουμε ποτέ
τα ονόματά τους,
τα κρύβουν όπως κάποτε
οι δήμιοι κρύβαν το πρόσωπό τους με κουκούλα
Ξέρουν ότι δεν έχουν στοιχεία,
ούτε αποδείξεις, ούτε μάρτυρες

Σε άλλες εποχές θα έλεγαν ευθέως:
«Σε καταδικάζω γιατί δεν μ’ αρέσουν οι φίλοι σου,
σε καταδικάζω γιατί τολμάς να ονειρεύεσαι,
γιατί αντιστέκεσαι, γιατί αγωνίζεσαι,
σε μισώ γιατί πολεμάς την αδικία,
γιατί δεν κάθεσαι στον καναπέ σου,
γιατί δεν κάθεσαι στα αυγά σου,
γιατί δεν βλέπω στα μάτια σου φόβο,
σου στερώ την ελευθερία γιατί σού είναι πολύτιμη,
ποινικοποιώ την αλληλεγγύη
γιατί είναι απ’ τις βασικές αξίες της ζωής σου,
ποινικοποιώ τις ανθρώπινες σχέσεις
γιατί για μένα υπάρχουν μόνο σχέσεις εξουσίας
και συμφέροντος,
ποινικοποιώ τις ιδέες σου
γιατί αμφισβητούν την αυθεντία μου,
σε καταδικάζω γιατί εν πάση περιπτώσει
είμαι ο νόμος και η τάξη,
κάνω ό,τι θέλω
και δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν»

Τώρα όμως πρέπει να κρατήσουν τα προσχήματα
Έτσι, κρύβονται
πίσω από ανώνυμα τηλεφωνήματα χαφιέδων
και χαλκευμένα στοιχεία
και καταστρέφουν ζωές και χτίζουν φυλακές
και χτίζουν καριέρες

Σήμερα ο Τάσος και η Ηριάννα
αύριο εσύ, εγώ, όσοι μιλούν,
όσοι σκέφτονται, όσοι κοιτάζουν μακριά,
όσοι πράττουν, όσοι γράφουν,
όσοι διαβάζουν, όσοι αναπνέουν,
όσοι στέκονται ακόμα στα δυο τους πόδια

Σαν τα σύννεφα που φέρνουν βροχή

Κοιμόμαστε με τον φόβο,
ξυπνάμε με την αγωνία
και στο ενδιάμεσο λέμε ότι ζούμε
μήπως και το πιστέψουμε
Μαζευόμαστε στη γωνιά μας
και τη ζωή όλο την αναβάλλουμε

Κι είναι κάτι στιγμές που η ψυχή μας
θέλει να ξεχυθεί στους δρόμους
και να ξαναδώσει νόημα στις λέξεις
μα πάντα κάτι την κρατάει

Ανασαίνουμε εγκλωβισμένοι σ’ έναν κόσμο
που οι άνθρωποι κοιτάζουν το κενό
και δεν γελούν ποτέ
Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ
μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει

Ίχνη πάνω στην άμμο

Ίχνη πάνω στην άμμο
στις ακτές της Μεσογείου
Η ιστορία του κόσμου
είναι ίχνη πάνω στην άμμο
που τα σβήνουν τα κύματα

Αν βρείτε κάποτε πάνω στην άμμο
μικροσκοπικά ίχνη που ίσα που φαίνονται
μην προσπεράσετε βιαστικά
σαν να είναι κάτι που δεν σας αφορά
Εκεί κοντά μπορεί να βρείτε
κάποιο μεταναστευτικό πουλί
που έσπασε το φτερό του,
έχασε το σμήνος του κι απόμεινε μονάχο

Μην πείτε πως σας είναι άγνωστο,
κάτι πρωτόγνωρο που δεν έχετε ξαναδεί
Μην ψάξετε τη συνομοταξία και την τάξη του
μέσα σε βιβλία σκονισμένα
Μόνο θυμηθείτε τις ιστορίες που έλεγαν οι παλιοί
πως κάποια μέρα έφτασαν σε μια ακτή κυνηγημένοι
και πάνω στα συντρίμμια ξαναχτίσαν τη ζωή τους

Η σιωπή είναι η ηρεμία πριν την καταιγίδα

Όταν με στοχεύετε με τα δηλητηριώδη βέλη σας
χαμογελώντας χαιρέκακα
δήθεν μιλώντας γενικά
με αυτές τις κοινότοπες εκφράσεις
“Συζήτηση κάνουμε”,
”Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά”

Όταν μου πετάτε ξεδιάντροπα
όλη τη σαπίλα της ψυχής
και του μυαλού σας
στο όνομα της άποψής σας
που πρέπει δήθεν να σεβαστώ

Όταν κακοποιείτε βάναυσα
κάθε ανθρώπινη αξία
νομίζοντας πως λέτε κάτι έξυπνο
Όταν το μίσος και η κακία ξεχειλίζουν
από κάθε εκατοστό της ύπαρξής σας
όσο κι αν προσπαθείτε να το κρύψετε
με επιτηδευμένα φιλικό ύφος

Τότε μένω για λίγο σιωπηλός
σας ζυγίζω με το βλέμμα
ψάχνοτας το σημείο που πονάει πιο πολύ
και περιμένω να χτυπήσω

Μέχρι να γίνω μια αγκαλιά από κόκκινα γαρύφαλλα

Έχω ένα σκοτωμένο όνειρο,
μια αιματοβαμμένη μνήμη
και μια καρδιά
που θα ‘ναι δεν θα ‘ναι δέκα χρονών
Έχω πολλές πατρίδες,
έχω χιλιάδες ονόματα,
έχω χιλιάδες πληγές
Είμαι απ’ την Παλαιστίνη,
απ’ τη Συρία,
απ’ το Ιράκ,
απ’ το Αφγανιστάν,
απ’ το Βιετνάμ,
απ’ την Ιρλανδία,
απ’ την Κορέα,
απ’ την Ουκρανία

Με εξόρισαν στη χώρα των κολασμένων
η γη της είναι άγονη,
ο ουρανός της γκρίζος
και η θάλασσά της κόκκινη
Τα πρώτα μου παιχνίδια ήταν θραύσματα από βόμβες,
η πρώτη λέξη που άκουσα ήταν θάνατος,
τα πρώτα μου γράμματα τα έμαθα στο κατώφλι του Άδη,
τα πρώτα μου βήματα τα έκανα
σε έναν δρόμο σπαρμένο με νάρκες
και συρματοπλέγματα
κι από τότε δεν σταμάτησα να βαδίζω

Ταξιδεύω στους αιώνες,
μέχρι να ξαναβρώ το χάδι της μάνας μου,
μέχρι να γίνω μια αγκαλιά
από χιλιάδες κόκκινα γαρύφαλλα
που θα στολίσουν τον κόσμο

Η αιώνια μοναξιά των άστρων

Όσοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν μα κουράστηκαν ήδη
και με παράπονο κινήσαν για το μεγάλο ταξίδι
επιστρέφουν μια μέρα κοντά μας και πάλι
γιατί η πίκρα στην ψυχή τους είν’ όσο ο κόσμος μεγάλη

Κάποιοι θα ‘ρθουν σαν σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής
κάτι απογεύματα του Απρίλη που ‘ναι ο ουρανός βαρύς
να ποτίσουν τη γη που ποτέ δεν τους δέχτηκε
να ξεπλύνουν το αίμα που τόσο άδικα ξοδεύτηκε

Άλλοι έρχονται σαν του πελάγους αφρισμένα κύματα
τα μεσημέρια του Σεπτέμβρη κι ακολουθούν τα βήματα
των ηττημένων, των ηρώων και των μοναχικών
τραγουδούν το τραγούδι των χαμένων αδελφών

Όσοι ονειρεύτηκαν πολύ μα τα όνειρά τους προδόθηκαν
και είναι αμέτρητες εκείνες οι φορές που πληγώθηκαν
επιστρέφουν σαν όνειρα και γυρίζουν στον ύπνο μας
σαν τριαντάφυλλα άγρια που φυτρώνουν στον κήπο μας

Και όσοι φύγαν με το πιο μεγάλο παράπονο
γίνονται αστέρια, τα πιο φωτεινά στον ουρανό,
πολεμούν το σκοτάδι και φωτίζουν τις νύχτες μας
η αιώνια μοναξιά τους στεφανώνει τις νίκες μας

Κλεφτές ματιές στον ουρανό

Η Κυριακή είναι ανάσες ελευθερίας,
κλεφτές ματιές στον ουρανό,
τα αργά βήματα
και οι περιπλανήσεις
χωρίς προορισμό,
η ήρεμη θάλασσα
κάτω απ’ τα φτερά των γλάρων,
οι ήσυχες πρωινές στιγμές στη λιακάδα,
οι συζητήσεις γύρω απ’ το τραπέζι
και η μυρωδιά του καφέ

Η Κυριακή είναι ένα δέντρο
ποτισμένο με αίμα,
μια σφιγμένη γροθιά,
ένα κόκκινο γαρύφαλλο,
μια σημαία με τα χρώματα της ζωής,
ο αγώνας του ανθρώπου να σταθεί όρθιος,
μια σελίδα της δικής μας ιστορίας,
η ανάμνηση πως τίποτα δεν χαρίζεται,
ένα ανεξίτηλο σημάδι
στο μέρος της καρδιάς,
μια στάλα δικαιοσύνης
σε έναν άδικο κόσμο
Η Κυριακή είναι η άρνηση
όσων αναπνέουν στο φως
να επιστρέψουν στο σκοτάδι της δουλείας

Υ.Γ. Το παραπάνω ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο https://potekuriaki.wordpress.com/ στο πλαίσιο μια δράσης για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας.

Στίχοι στο κόκκινο της πληγής

Η ψυχή μου πληγωμένο αγρίμι
στο πιο βαθύ λαγούμι του δάσους
που μαζεμένο στη γωνιά του
βαριανασαίνει
και προβάλλει απειλητικά τα νύχια του
Τα ουρλιαχτά του ακούγονται
στο πιο βαθύ σκοτάδι της νύχτας
λίγο πριν ξημερώσει

Μετά σωπαίνει πάλι
και περιμένει να νυχτώσει
Όταν βγει απ’ τη φωλιά του
αφήνει ίχνη με το αίμα του
για να βρει τον δρόμο της επιστροφής

Όταν κρυώνει θυμάται
πως κάποτε άγγιξε τον ήλιο
Όταν πεινάει τρώει τις σάρκες του
κι αιμοραγεί μέχρι να χορτάσει

Τότε πέφτει σε νάρκη
κι όλο πετιέται λες και θα ξυπνήσει
κι όλο βυθίζεται περισσότερο
στον βαρύ κι ανήσυχο ύπνο του

Ξυπνάει με τα χελιδόνια,
κοιμάται με τα πρωτοβρόχια
Καχεκτικό κι αδύναμο στην όψη·
όμως φυλαχτείτε
Ένα αγρίμι που παλεύει για τη ζωή του
δεν έχει τίποτα να χάσει

Έτσι ξεκινήσαμε

Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε το ταξίδι,
άμαθοι απ’ τη ζωή,
με τα μάτια των παιδιών
που ανακαλύπτουν τον κόσμο
Δεν ξέραμε να μετράμε
όλα αυτά που κάποιοι θα λέγανε πολύτιμα,
μόνο αστέρια και όνειρα

Κάποτε σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα,
είχαν περάσει χρόνια κι είχαμε κουραστεί
Η καρδιά μας σκοτείνιασε και νιώσαμε
στο στήθος ένα βάρος
χωρίς να ξέρουμε καλά καλά γιατί
Γύρω μας μόνο σιωπή και ερημιά

Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
τώρα που πια το ξέρουμε
δεν μετανιώσαμε στιγμή για το ταξίδι
Πάντα μόνοι ταξιδεύαμε
και μείναμε να μετράμε όνειρα και αστέρια
Μα έχουμε ακόμα τα μάτια των παιδιών