Φίλια πυρά

Σταμάτησε για μια στιγμή και έφερε το χέρι στο τραυματισμένο του πόδι. Τα βήματά του γίνονταν όλο και πιο βαριά. Σχεδόν σερνόταν. Παρόλο που πολλές φορές είχε υπερβεί τα όριά του και είχε εκπλαγεί με την αντοχή του, αυτή τη φορά ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τώρα βάδιζε σχεδόν αδιάκοπα, με ελάχιστη ξεκούραση και ελάχιστο νερό, χωρίς τροφή και χωρίς ύπνο. Όλες αυτές τις μέρες δεν είχε ακούσει ανθρώπινη φωνή. Χωρίς πυξίδα και χωρίς κάποιο μέσο επικοινωνίας δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε πού πήγαινε. Το τοπίο γύρω του παρέμενε ίδιο κι απαράλλαχτο όλες αυτές τις μέρες, σαν να περνούσε χιλιάδες φορές απ’ το ίδιο σημείο. Όταν νύχτωνε συνέχιζε να περπατάει στο βαθύ σκοτάδι. Έξι μήνες τώρα πολεμούσε χωρίς να έχει καταλάβει το γιατί. Οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά του ήταν συγκεχυμένες. Οι διαταγές που έπαιρναν κάθε μέρα απ’ το αρχηγείο ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους και να αναμένουν νεότερα. Είχαν ξεκινήσει να υποστηρίξουν τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί. Μετά από πολύ καιρό χωρίς να έχουν βρει κάποιο ίχνος τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είτε προχώρησαν είτε έχουν αποδεκατιστεί. Οι διαταγές όμως παρέμεναν οι ίδιες. Ακούγονταν φήμες ότι τους παραπλανούν για κάποιο λόγο που κανείς δεν γνώριζε.

Ένα πρωί άκουσε έναν συριχτό ήχο που συνοδεύτηκε από μια έκρηξη. Δεν πρόλαβε να καλυφθεί και έτσι κάποια θραύσματα της οβίδας τον τραυμάτισαν στο πόδι. Το τραύμα ήταν επιφανειακό και επιπόλαιο αλλά αρκετό για να τον αφήσει πίσω. Η διμοιρία του αφού ανασυντάχτηκε συνέχισε την πορεία της αδιαφορώντας για την τύχη του. Έτσι, έμεινε μόνος του με ακόμα περισσότερα αναπάντητα ερωτηματικά. Μέσα στον πανικό έχασε σχεδόν τα πάντα. Την πυξίδα του, το ρολόι του, τον φακό του, τον αναπτήρα του. Έμεινε μόνο με το όπλο του, δυο σφαίρες και ένα μισογεμάτο παγούρι. Έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του ξεκίνησε να προχωράει προς την κατεύθυνση που του φαινόταν σωστή βασιζόμενος μόνο στο ένστικτο. Αυτή η μοναχική πορεία ήταν σαν μια μικρογραφία της ζωής του. Πορευόταν μόνος, προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς να ξέρει ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι οι εχθροί του. Κάθε φορά που πήγαινε να πέσει στεκόταν όρθιος την τελευταία στιγμή χωρίς να ξέρει αν αυτό είναι η σωτηρία του ή η καταστροφή του. Στα εικοσιπέντε χρόνια του δεν είχε ακόμα αποφασίσει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, πώς θέλει να ζήσει. Πάνω που πήγαινε να βρει μια άκρη ήρθε ο πόλεμος.

Ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν. Η κούραση τον είχε καταβάλλει σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να έχει βαρίδια στα πόδια. Κάθε βήμα απαιτούσε μια τεράστια προσπάθεια. Για να νικήσει την αϋπνία κρατούσε διαρκώς το μυαλό του απασχολημένο. Σκεφτόταν τα πιο πιθανά και απίθανα πράγματα. Ανέσυρε ξεχασμένες αναμνήσεις, έκανε τον απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής του, αναθεωρούσε αποφάσεις, αναζητούσε απαντήσεις. Μετά από τρεις μέρες και νύχτες μοναχικής πορείας είχε πια φτάσει σε οριακό σημείο. Αν συνέχιζε έτσι σύντομα θα κατέρρεε. Σταμάτησε για να πάρει μια απόφαση. Τελικά αποφάσισε να συνεχίσει μέχρι να ξημερώσει. Τότε θα έβρισκε ένα σχετικά ασφαλές σημείο και θα κοιμόταν. Μετά ξεκούραστος πια θα σκεφτόταν αν πρέπει να ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση. Ήπιε δυο γουλιές νερό και συνέχισε παρά την εξάντληση τον δρόμο του. Μόλις είχε διανύσει μερικά μέτρα είδε κάτι που τον έκανε να ξεχάσει την κούραση και την αϋπνία. Μακριά, στο βάθος φαινόταν ένα φως. Ήταν αδύναμο και θαμπό αλλά φαινόταν καθαρά. Νόμιζε πως ονειρευόταν. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και τα ξανάνοιξε. Το φως ήταν ακόμα εκεί. Είχε σωθεί.

Μπορεί να ήταν από κάποια πόλη ή από κάποιο χωριό. Μπορεί η διμοιρία του να αποφάσισε να γυρίσει πίσω για να τον βρει. Μπορεί να ήταν απ’ τις δυνάμεις που είχαν αποκοπεί και είχε διαταγή να υποστηρίξει η διμοιρία του. Έπρεπε πρώτα να διαπιστώσει αν η πηγή του φωτός ήταν σταθερή ή κινούταν. Σταμάτησε και είδε το φως να μεγαλώνει σιγά σιγά. Κάποιοι έρχονταν προς το μέρος του. Σκέφτηκε να φωνάξει για να αντιληφθούν την παρουσία του και να επιταχύνουν το βήμα τους αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Αν αυτοί που έρχονταν δεν είχαν φιλικές διαθέσεις; Αν ήταν απ’ τα εχθρικά στρατεύματα; Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Κράτησε ακόμα και την αναπνοή του για να ακούσει έστω έναν ψίθυρο. Απόλυτη σιωπή. Σκέφτηκε να αρχίσει να κινείται προς άλλη κατεύθυνση για να μην τον βρουν, αν όμως αυτοί που έρχονταν δεν ήταν εχθροί θα είχε χάσει τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας. Προσπάθησε να διακρίνει κάποιο σημάδι που να μαρτυράει την ταυτότητά τους. Το μόνο που φαινόταν ήταν το φως. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε.

Προκεχωρημένο φυλάκιο

Γεννήθηκα το 1912. Μπορεί και να ήταν το 1914. Όχι, το 1913 ήταν. Ο πατέρας μου πέθανε πριν γεννηθώ κι εγώ πήρα το όνομά του. Μια μέρα του 1924… Όχι δεν ήταν το 1924. Ούτε το 1922. Πρέπει να ήταν το 1923. Το 1923 λοιπόν ήρθε στο σπίτι ένας άντρας με στολή και μας είπε ότι σε λίγο καιρό έπρπε να μαζέψουμε τα πράγματά μας, όσα δηλαδή μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας, και να φύγουμε. Για να διασφαλιστεί, λέει, η ειρήνη και η ευημερία της ανθρωπότητας έπρεπε δυο εκατομμύρια άνθρωποι να ξεριζωθούν απ’ τη γη που έζησαν αυτοί και οι πρόγονοί τους για αιώνες. Δεν μπορούσαμε να επιλέξουμε πού θα πάμε. Έτσι, καταλήξαμε εδώ. Τυχαία. Στην αρχή μέναμε σε μια σκηνή μαζί με δυο άλλες οικογένειες. Μετά μας παραχώρησαν ένα οικόπεδο και χτίσαμε ένα σπίτι.

Ξεχνάω. Ξεχνάω ονόματα, χρονολογίες, γεγονότα. Ξεχνάω κάθε μέρα και πιο πολύ. Χάνω το μυαλό μου. Χάνω τον εαυτό μου. Η ζωή μου είναι σαν μια φωτογραφία που κάθε μέρα ξεθωριάζει. Και φοβάμαι ότι μια μέρα θα γίνει κάτασπρη σαν το χιόνι. Σαν το χιόνι που ό,τι κι αν γράψεις πάνω του μετά από λίγο σβήνεται. Μπορεί να χάνω το μυαλό μου αλλά έχω ακόμα την καρδιά μου. Μπορώ ακόμα να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι, να νοσταλγώ, να ελπίζω. Ελπίζω ότι κάποτε θα ξαναβρώ τον εαυτό μου. Αν και ξέρω ότι πια δεν υπάρχει επιστροφή. Όπως τότε που μας φέρανε εδώ. Ελπίζαμε ότι μια μέρα θα γυρίσουμε πίσω στον τόπο μας, όμως βαθιά μέσα μας ξέραμε ότι αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Η ζωή μας δεν ήταν στα χέρια μας. Κάποιοι άλλοι είχαν αποφασίσει ότι ανήκουμε εδώ. Κάποιοι που ποτέ δεν νιώσαν τον πόνο μας και λογαριάζουν τους ανθρώπους σαν άψυχα αντικείμενα και πετούν όσους περισσεύουν. Αυτοί λοιπόν οι μεγάλοι, οι δυνατοί αποφάσισαν ότι έτσι έπρεπε να γίνει κι εμείς δεχτήκαμε τη μοίρα μας. Ήμασταν οι ηττημένοι ενός πολέμου στον οποίο ποτέ δεν πήραμε μέρος. Ενός πολέμου που όπως όλοι οι πόλεμοι έχει καταστροφικές συνέπειες. Αλλά και η ειρήνη τους είναι το ίδιο σκληρή κι απάνθρωπη όσο ο πόλεμός τους.

Όσα χρόνια κι αν περάσαν ποτέ δεν ρίζωσα σ’ αυτό τον τόπο. Ήμουν πάντα ξένος. Άλλωστε είχαν φροντίσει να μου το δείξουν απ’ την πρώτη στιγμή. Στην ηλικία που τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα, εγώ έμαθα πόσο μικρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Κάποτε προσπαθούσα να ξεχάσω αυτά που με πλήγωναν, όπως τώρα προσπαθώ να θυμηθώ. Κι ήταν κάτι στιγμές τα βράδια, όταν έχει τόση ησυχία που ακούς ακόμα και τον χτύπο της καρδιάς σου, που όλα αυτά που προσπαθούσα να σβήσω ξαναζωντάνευαν σαν να είχαν γίνει χτες. Και τότε καταλάβαινα ότι κάποια πράγματα είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μας. Τώρα ακούω πάλι καμιά φορά τον χτύπο της καρδιάς μου και τότε καταλαβαίνω ότι είμαι ζωντανός. Εξακολουθώ να αγαπάω, να μισώ, να φοβάμαι και να νοσταλγώ τα ίδια πράγματα. Να αγαπάω τη ζωή και τους ανθρώπους. Να μισώ την αδικία. Να φοβάμαι όταν ακούω να μιλούν για διακρατικές συμφωνίες και συνθήκες ειρήνης. Να νοσταλγώ την ευτυχία.

Όταν χάνεις κάτι που αγαπάς προσπαθείς να αναπληρώσεις το κενό. Από τότε που έχασα την πατρίδα μου, πατρίδα μου έγινε η μνήμη. Όσα είχα αφήσει πίσω μου, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, τα κουβαλούσα μέσα μου και δεν μπορούσε κανείς να μου τα πάρει. Ήταν σαν ένα μπουκάλι κρασί που το φυλάς σε μια σκοτεινή γωνιά του σπιτιού για μια ξεχωριστή περίσταση. Μπορεί ο ήλιος να είναι ίδιος σε κάθε γωνιά της γης, το χώμα μετά τη βροχή να έχει την ίδια μυρωδιά, ο ουρανός και η θάλασσα να έχουν παντού το ίδιο χρώμα, ο άνεμος όταν φυσάει να κάνει τον ίδιο ήχο, αλλά όταν έρθει η ώρα να πάρεις τον δρόμο της προσφυγιάς θυμάσαι τον ουρανό, τη θάλασσα, τον ήλιο και το χώμα της πατρίδας σου και καταλαβαίνεις ότι ήταν μοναδικά γιατί ήταν δικά σου.

Τώρα πια που η αρρώστια και ο χρόνος σβήνουν τη μνήμη μου, χάνω για δεύτερη φορά την πατρίδα μου μαζί με κάθε κομμάτι του εαυτού μου. Τελευταία γραμμή άμυνας είναι ένα προκεχωρημένο φυλάκιο. Όταν ήμουν μικρός, λίγο καιρό πριν φύγουμε, είχα χτυπήσει το πόδι μου στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Από τότε κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός αυτή η παλιά πληγή με πονάει. Και ο πόνος φέρνει στον νου μου την εικόνα του σπιτιού μου και την αυλή με τα δέντρα και τα λουλούδια και τον δρόμο που περνούσε μπροστά απ’ το σπίτι και τους γείτονες που ποτέ δεν μάθαμε τι απέγιναν.

Η ζωή μου δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν μια συνηθισμένη ζωή όπως οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που για τα βιβλία της ιστορίας είναι απλοί αριθμοί. Κάποτε διαβάζεις ότι χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν, εκτοπίστηκαν, βασανίστηκαν, έμειναν ανάπηροι, πέθαναν απ’ την πείνα και τις κακουχίες. Ήταν άνθρωποι όπως εσύ, όπως αυτοί που αγαπάς. Αλλά δεν άκουσες ποτέ τις κραυγές τους, δεν είδες ποτέ τα δάκρυά τους, δεν ένιωσες ποτέ την αγωνία και το παράπονό τους. Η ζωή μου λοιπόν ήταν μια απλή, συνηθισμένη ζωή. Αγωνίστηκα και μόχθησα πολύ, χάρηκα λίγο, δεν ταξίδεψα παρά μόνο μια φορά, αν μπορεί να θεωρηθεί ταξίδι το να έρχονται στη ζωή σου τα πάνω κάτω. Τώρα φοβάμαι ότι πλησιάζει η ώρα για το μεγάλο ταξίδι. Αυτή τη φορά χωρίς αποσκευές και διαβατήριο. Όταν φύγαμε απ’ τον τόπο μας έπρεπε να χωρέσουμε όλη τη ζωή μας σε μια βαλίτσα. Όταν έρθει η ώρα να αφήσω αυτόν τον κόσμο πρέπει να χωρέσω όλη μου τη ζωή σε μια φράση. Σε μια φράση που θα δείχνει ότι ούτε ο χρόνος ούτε η αρρώστια κατάφεραν να με νικήσουν. Θα πω λοιπόν σ’ αυτόν που θα με οδηγήσει απέναντι ότι είμαι ένα μαύρο ρόδο που ξερίζωσαν απ’ τη γη της Ιωνίας και από τότε δεν μπόρεσε να ριζώσει σε άλλη γη.

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο http://www.nakasbookhouse.gr/blog

Αμπαλάζ

Η φωνή του πνίγηκε από έναν ξερό βήχα. Πέταξε μια βρισιά, χτύπησε την πόρτα πίσω του και βγήκε έξω. Να τριγυρίσει για ώρες στους δρόμους, να ακούσει φωνές, να δει άγνωστα πρόσωπα, να γίνει ένα με το πλήθος. Να βρει μια ασήμαντη αφορμή να ξεσπάσει για να ξεχάσει. Να χαθεί μέσα στον κόσμο, μήπως και νιώσει πιο ελαφρύ το βάρος που του πλάκωνε το στήθος. Το βράδυ να γυρίσει κατάκοπος στο σπίτι και να πάει κατευθείαν για ύπνο. Να αποφύγει τις ενοχλητικές ερωτήσεις. Τις προάλλες τον ρώτησε η κόρη του τι θα της φέρει ο Άγιος Βασίλης. Σκέφτηκε να απαντήσει ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης ή ότι μισεί τους φτωχούς. Τελικά δεν απάντησε. Την έστειλε για ύπνο με τη δικαιολογία ότι είναι αργά κι έμεινε να κοιτάει τον τοίχο απέναντί του.

Προσπερνούσε τις στολισμένες βιτρίνες παραπατώντας ανάμεσα σε ανθρώπους φορτωμένους με πακέτα. Ο θόρυβος των γιορτινών δρόμων δεν ήταν αρκετός για να σκεπάσει τις φωνές που άκουγε μέσα του. Όλες αυτές τις φωνές που έλεγαν ότι είναι άχρηστος που δεν κατάφερε να βρει μια σταθερή δουλειά στα σαράντα του χρόνια, ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το παιδί του, ότι δεν έχει καταφέρει τίποτα στη ζωή του. Το χειρότερο όμως δεν ήταν όλα αυτά που λέγονταν εις βάρος του, όσο κι αν τον πονούσαν. Ήταν ότι κόντευε να τα πιστέψει κι ο ίδιος. Ήταν ότι ντρεπόταν για τη δυστυχία του κι αισθανόταν υπεύθυνος για αυτή. Ήταν ακόμα ότι ένιωθε να είναι βάρος για τους ανθρώπους που αγαπάει. Ήταν ότι ενώ τους ήθελε δίπλα του όσο ποτέ άλλοτε, με τη στάση του τους απομάκρυνε χωρίς να το καταλαβαίνει. Κι όταν καμιά φορά προσπαθούσε να τους μιλήσει ανοιχτά για το πόσο πολύ τους χρειαζόταν, το έκανε με έναν τρόπο εντελώς αδέξιο.

Συνέχισε την περιπλάνησή του για πολλές ώρες και δεν σταμάτησε παρά την κούραση και τον πόνο στα πόδια. Πότε πότε το βλέμμα του τραβούσαν τα γιορτινά φώτα και τα στολίδια. Ο χριστουγεννιάτικος στολισμός ήταν το περιτύλιγμα της πόλης που κάτω απ’ τα φανταχτερά του χρώματα έκρυβε την πραγματική της εικόνα. Η φτώχεια και η εξαθλίωση που υπήρχαν στους δρόμους της έμεναν στη σκιά μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές. Μόνο κάποιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις θύμιζαν ότι για κάποιους ανθρώπους η ζωή δεν ήταν ποτέ γενναιόδωρη.

Έφτασε στο σπίτι αργά. Κοντοστάθηκε για λίγο έξω απ’ την πόρτα. Μπήκε μέσα και κάθισε σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Κάπνισε ένα τσιγάρο για να κατασταλάξουν μέσα του εικόνες και σκέψεις. Κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Ξεντύθηκε αθόρυβα και ξάπλωσε. Ένιωσε το χέρι της γυναίκας του να τον αγκαλιάζει. Πλησίασε το σώμα του στο δικό της. Απ’ τα μισάνοιχτα παντζούρια έμπαινε στο δωμάτιο το πρώτο πρωινό φως. Έμειναν έτσι μέχρι που ξημέρωσε. Η μέρα που ξεκινούσε τους έβρισκε μαζί.

Το οδόφραγμα των αγγέλων

Χάραμα. Χλωμά φώτα. Υγρή άσφαλτος. Συννεφιασμένος ουρανός. Ψιλόβροχο κι ένας παγωμένος αέρας. Ταξίδια ως τις πύλες του Άδη και πάλι πίσω. Περιπλανήσεις του νου σε ερήμους και παγωμένες στέπες. Τα βλέφαρα έτοιμα να κλείσουν. Ναρκωμένες σκέψεις. Κλειστή στροφή. Ένα φρενάρισμα σαν πνιχτή κραυγή κι ο ήχος της σύγκρουσης. Αίμα. Σιωπή. Μοναξιά. Τα φώτα του ασθενοφόρου. Όλο το σώμα μια ανοιχτή πληγή. Αναπνέει βαριά και με δυσκολία. Ο χτύπος της καρδιάς του είναι αδύναμος. Τα είκοσι χρόνια του τον βαραίνουν σαν αιώνας. Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ένα κρύο δωμάτιο. Νυχτερινή βάρδια. Σιωπή. Μοναξιά. Πόνος. Δουλειά, σπίτι κι αντίστροφα. Και το σπίτι άδειο. Και είκοσι χρόνια, στα οποία είχε επενδύσει όλη της την αγάπη, να στοιχειώνουν για πάντα τη ζωή της. Μια ευθεία γραμμή στην οθόνη του καρδιογράφου και ξαφνικά ξέχασε να αγαπάει. Κουρασμένα βήματα κι ένα μυαλό που ποτέ δεν ησυχάζει. Μια ευθεία γραμμή στην άσφαλτο και μετά σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που κλείνει μέσα του τους δαίμονες που τον κυνηγούσαν μια ζωή.

Οι ακτίνες του ήλιου φωτίζουν το δωμάτιο. Δυο αθώα μάτια κι έμαθε πάλι να αγαπάει. Δυο αθώα μάτια στο πρόσωπο ενός λαβωμένου αγγέλου. Ένα χάδι κι επανήλθε στη ζωή. Ένα χαμόγελο και γνώρισε την πραγματική ζωή. Και την αγάπησε. Μαζί μ’ αυτή ό,τι αξίζει να ζει για πάντα. Και αποφάσισε να τα κρατήσει ψηλά. Η ζωή είναι πολύ ακριβή για να χαραμίζεται. Η σιωπή έγινε μουσική. Το σκοτάδι έγινε θάλασσα, γη, ουρανός, ζωή. Και ένας άγγελος με βασανισμένο πρόσωπο και φωτεινά μάτια. Οι πληγές θα κλείσουν. Πάντα κλείνουν όταν δεν είσαι μόνος. Και οι δαίμονες φύγαν μακριά. Και το σπίτι γέμισε ελπίδα και φως. Η γραμμή έγινε κύκλος που στα όριά του ο θάνατος εναλλάσσεται με τη ζωή. Η απώλεια αγαπημένων ανθρώπων ποτέ δεν αναπληρώνεται. Όμως μόνο η αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους μπορεί να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη τους. Κάποτε μπορεί να δούμε στα μάτια των άλλων κάτι απ’ τη ματιά τους. Και τους νιώθουμε πάλι για λίγο κοντά μας. Αυτό το λίγο είναι αρκετό για να ζήσουμε με την ελπίδα ότι κάποτε θα τους ανταμώσουμε.

Σούρουπο. Ένα δωμάτιο που το ζεσταίνουν δυο φωτεινό μάτια. Καθαρός ουρανός. Η αγάπη που στερήθηκε μια ζωή, κλεισμένη σε μια ανθοδέσμη, ένα φιλί κι ένα χαμόγελο. Η αγάπη που για χρόνια δεν έβρισκε τον δρόμο της, που βρισκόταν φυλακισμένη σε μια σκοτεινή γωνιά της καρδιάς της, ελευθερώθηκε για να συναντήσει δυο αγγελικά μάτια. Θα είναι πάντα δίπλα τους άγρυπνος φρουρός και θα φροντίζει αυτά τα μάτια να δακρύζουν μόνο από ευτυχία και να κλείνουν μόνο για να ονειρευτούν. Μια γραμμή. Τα σύνορα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Εκεί που κατοικούν οι άγγελοι. Σε ένα οδόφραγμα μπροστά στην πόρτα του θανάτου για να προστατεύουν όσους αγαπούν τη ζωή.

Εκεί που βασιλεύει ο θάνατος

Σηκώθηκε πολύ νωρίς. Έτσι κι αλλιώς δεν κατάφερε να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Ξυρίστηκε και φόρεσε τα καλά του. Περίμενε. Πολλά χρόνια περίμενε αυτή τη στιγμή. Τώρα που είχαν απομείνει μόνο δυο ώρες μέχρι να έρθει, αυτές οι ώρες του φαίνονταν βουνό. Και για πρώτη φορά ένιωθε φόβο για αυτή τη στιγμή. Φόβο ότι μπορεί να ήταν για αυτόν ξένος. Προσπαθούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Όλα αυτά που ήθελε να του πει τόσα χρόνια έπρεπε να συμπυκνωθούν σε λίγες φράσεις. Θα τον ρωτούσε πώς πάει το σχολείο, αν έχει φίλους, πώς τα περνάει. Όταν έσπαγε ο πάγος θα μπορούσε να μιλήσει όπως ένιωθε. Θα του έλεγε για το πόσο πολύ του έχει λείψει, για τα βράδια που έμεινε άγρυπνος κοιτώντας τη φωτογραφία του, θα του έλεγε ότι αισθάνεται μισός μακριά του. Η ώρα είχε φτάσει. Σηκώθηκε αργά και διένυσε τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν απ’ την πολυαναμενόμενη στιγμή με βαριά βήματα σαν μελλοθάνατος.

Τον είδε επιτέλους μπροστά του. Ανάμεσά τους υπήρχαν δέκα χρόνια απουσίας του ενός απ’ τη ζωή του άλλου. Δέκα χρόνια σιωπής. Το τζάμι που τους χώριζε γιγάντωνε στα μάτια του αυτό το χρονικό διάστημα, μετέτρεπε αυτά τα χρόνια σε σκοτεινούς και παγωμένους αιώνες· ένα ασήκωτο φορτίο στις πλάτες του.

-Μεγάλωσες, είπε σοβαρά.

Μια συνηθισμένη λέξη που λένε οι γονείς στα παιδιά τους όταν έχουν να τα δουν πολύ καιρό. Μια φράση που δείχνει περηφάνια, καμάρι, χαρά. Στα δικά του χείλη δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά. Ήταν παράπονο. Ένα παράπονο προς αυτούς που του στέρησαν τόσα χρόνια τον γιο του. Δεν κατάφερε να πει άλλη λέξη. Όλα αυτά που ήθελε να πει προσέκρουαν πάνω στο τζάμι και γίνονταν κομμάτια. Ήταν απ’ τα λόγια που η απόσταση τα κάνει να μοιάζουν γυμνά κι άψυχα. Απ’ τα λόγια που είναι πολύ ανθρώπινα για να υπακούσουν σε απάνθρωπους κανονισμούς· που ψιθυρίζονται στο αυτί σαν παιδικά μυστικά· που για να ανέβουν στα χείλη χρειάζονται μια μεγάλη αγκαλιά να τα προστατεύει· που η ζεστασιά τους κάνει τα δέκα χρόνια απουσίας και σιωπής να μοιάζουν με μια στιγμή λύπης στη διάρκεια μιας ευτυχισμένης ζωής και τα δάκρυα με μερικές σταγόνες βροχής σε μια γαλήνια θάλασσα.

Κάποια στιγμή ο μικρός ακούμπησε το χέρι του στο τζάμι. Σχεδόν αντανακλαστικά μιμήθηκε την πράξη του. Τα χέρια τους απείχαν ελάχιστα εκατοστά. Εκατοστά που φάνταζαν χιλιόμετρα. Ένα κομμάτι τζάμι τα εμπόδιζε να ενωθούν. Η χειρότερη μορφή βίας που είχε νιώσει ποτέ.

-Τέλος χρόνου, είπε μια φωνή σε αυστηρό τόνο.

Ένιωσε ένα χέρι να τον τραβάει βίαια. Έμεινε με το χέρι κολλημένο στο τζάμι να κοιτάζει την απορία στα μάτια του παιδιού και τα σφιγμένα του δόντια που συγκρατούσαν τα δάκρυά του. Ήταν φιλότιμος ο μικρός και δεν ήθελε να του κάνει τέτοιο πικρό δώρο. Τον έσυραν στο κελί του και του επέβαλλαν πειθαρχική ποινή για παραβίαση του κανονισμού. Το πρωί τον βρήκαν παγωμένο με τη φωτογραφία του μικρού στα χέρια. Πίσω του άφησε ένα ανεξόφλητο χρέος. Μια αγκαλιά κι ένα φιλί που δεν πρόλαβε να δώσει στον γιο του. Κι ένα σημάδι σε ένα τζάμι να θυμίζει πως εκεί που λείπει η ανθρωπιά βασιλεύει ο θάνατος.

Όταν δυο χέρια σμίγουν

Μίσος. Το μόνο που είχε νιώσει. Το μόνο που μπορούσε να νιώσει. Το μόνο που ένιωθε κάθε στιγμή της ζωής του. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Μίσος. Στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά. Μίσος για όλους. Για τα ζευγαράκια που νομίζουν ότι ο κόσμος τους ανήκει. Για τους υπαλλήλους με το υπεροπτικό ύφος. Για τα παιδιά που χαλάνε τον κόσμο απ’ τη φασαρία. Για τους διπλανούς του στο λεωφορείο. Για τους μπροστινούς του στην ουρά του ταχυδρομείου. Για τους απέναντι. Για τους από πάνω. Για τους από κάτω.

Ό,τι παίρνεις δίνεις. Και όταν το φαρμάκι που παίρνεις καθημερινά έχει δηλητηριάσει κάθε κομμάτι της ψυχής σου, αυτού που τέλος πάντων ονομάζουμε ψυχή, δεν σου περισσεύει καλοσύνη για κανέναν. Όσο του πριόνιζαν τα φτερά, όσο τον έσπρωχναν όλο και πιο χαμηλά, να μη βλέπει φως, τόσο μεγάλωνε το μίσος του. Ώσπου στο τέλος κάλυψε όλη την καρδιά του. Τα βράδια σκέπαζε το κεφάλι με την κουβέρτα κι έκλαιγε σιωπηλά. Κανείς δεν τον είχε δει να κλαίει. Αυτή ήταν η δική του μικρή νίκη. Ένα μικρό κομμάτι περηφάνιας. Ώσπου τα δάκρυα στέρεψαν. Όση αγανάκτηση, όση πίκρα, όσο μίσος κι αν ένιωθε, του ήταν αδύνατο πια να κλάψει. Περιέφερε το μίσος του στον κόσμο και προσπαθούσε να κρατηθεί όρθιος. Μόνος εναντίον όλων.

Εκείνη τη μέρα είχε τα γενέθλιά του. Έτσι έκανε έναν μικρό απολογισμό. Το τηλέφωνο για ακόμη μια φορά δεν χτύπησε. Η μέρα που ήρθε στον κόσμο ήταν κάτι που κανείς δεν θυμόταν. Τουλάχιστον ήταν ζωντανός. Σωματικά, γιατί ψυχικά είχε πεθάνει χρόνια πριν. Προτιμούσε να μη θυμάται τι μεσολάβησε απ’ τα προηγούμενα γενέθλια. Ένας ακόμη χρόνος εξορίας απ’ τη ζωή. Θα ήταν καλύτερα λοιπόν να τριγύριζε για μερικές ώρες άσκοπα στους δρόμους της πόλης, για να μη θυμάται αυτά που τον έκαναν να μισεί. Άνοιξε την πόρτα, βγήκε βιαστικά στο διάδρομο και την άφησε να κλείσει πίσω του. Είδε το κοριτσάκι του διπλανού διαμερίσματος να τον πλησιάζει με γρήγορα βήματα.

-Μοιάζετε με τον πατέρα μου, του είπε χαμογελώντας.

Την κοίταξε άγρια. Ε, όχι να κοροϊδεύουν τη μοναξιά του και τα πιτσιρίκια.

-Αλήθεια, επέμεινε η μικρή σχεδόν απολογητικά.

-Δεν τον έχω δει ποτέ, απάντησε μετανιώνοντας για τον απότομο τρόπο του.

-Σκοτώθηκε στον πόλεμο. Στην πατρίδα μου γίνεται πόλεμος, του είπε σιγά, σαν να φοβόταν μην την ακούσουν.

Τον πήρε απ’ το χέρι. Ένιωσε πάλι την καρδιά του να χτυπάει, πάνω που είχε πιστέψει ότι δεν έχει πια καρδιά. Η ζωή του ξεκινούσε απ’ την αρχή. Το σημείο μηδέν. Ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι στις αναμνήσεις του. Απαξίωση, χλευασμός, ειρωνεία, προσβολές. Κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τα χέρια του προς το μέρος του, έκανε από ένστικτο ένα βήμα πίσω. Ήξερε ότι ο κόσμος είναι ζούγκλα και ο άνθρωπος το μεγαλύτερο θηρίο. Γιατί οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει ήταν θηρία. Ό,τι καλό θυμόταν αμυδρά απ’ τη ζωή του -ένα χαμόγελο, ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα- δεν τον αφορούσε. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι αυτά τα πράγματα ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο, ξένο, μακρινό. Ο δικός του ήταν πολύ μικρός για να τα χωρέσει. Τώρα ένας άλλος άνθρωπος στεκόταν δίπλα του. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι, για να του μάθει πράγματα που δεν είχε φανταστεί ότι υπάρχουν. Αληθινά, ανθρώπινα. Από ανθρώπους αληθινούς. Έμαθε ότι υπάρχουν κι αυτοί, εκτός απ’ τα θηρία. Μέσα σε μια στιγμή γνώρισε έννοιες που υπήρχαν γι’ αυτόν μόνο στα λεξικά, χωρίς αληθινό αντίκρισμα. Αλληλεγγύη, σεβασμός, αποδοχή. Ένιωσε ξαφνικά να ψηλώνει, μέχρι που έφτασε στο ύψος που του έπρεπε. Κατέκτησε τη θέση που του είχαν στερήσει. Άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους. Ίσος μεταξύ ίσων. Από εκεί ο κόσμος φαινόταν καλύτερος.

Ένα ποτάμι άρχισε να κυλάει απ’ την καρδιά του, ώσπου έφτασε στα μάτια του. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Δεν ήταν τα δάκρυα που ήξερε μέχρι τότε. Ήταν γιατί αισθανόταν κάτι πρωτόγνωρο, που δεν μπορούσε να το εκφράσει με λόγια. Αυτό το ποτάμι ήταν πολύ δυνατό. Μπορούσε να παρασύρει κάθε ασχήμια, κάθε μικρότητα. Ό,τι κάνει τον άνθρωπο να γίνεται θηρίο. Θυμήθηκε ότι στο σχολείο είχε μάθει ότι άνθρωπος σημαίνει “άνω θρώσκων”. Αυτός δηλαδή που κοιτάει ψηλά, προς τον ουρανό. Στην πόλη που ζούσε δύσκολα έβλεπε κανείς ουρανό. Όμως το βράδυ θα έκανε μια προσπάθεια. Ίσως έβλεπε τα ξεχασμένα του όνειρα να ζωντανεύουν ανάμεσα στ’ αστέρια. Ίσως μετριάζοντας το μίσος του για τους άλλους, μάθαινε να αγαπάει τον εαυτό του.

Θέα στην άνοιξη

Τα παλιά στρατιωτάκια που βρέθηκαν στο πατάρι γέμιζαν τις τελευταίες μέρες τις άδειες ώρες τους. Μια γραμμή από κιμωλία στο πάτωμα παρίστανε τα σύνορα. Πολεμικές ιαχές, διαταγές, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις, σκοτωμοί, τραυματισμοί και βολές πυροβόλων τάραζαν την ησυχία του σαλονιού. Ώσπου κουράστηκαν να παίζουν με σοβαρά πράγματα. Έσβησαν τη γραμμή στο πάτωμα. Έβγαλαν τις στολές απ’ τους στρατιώτες τους για να μην ξεχωρίζουν. Τους σκόρπισαν σε όλα τα σημεία που λίγο πριν ήταν πεδίο μάχης.

Δεν ήταν πια αναλώσιμο υλικό αλλά άνθρωποι. Με ανάγκες, με επιθυμίες και συναισθήματα. Έκλεισαν τα μάτια και προσπάθησαν να φανταστούν τον κόσμο διαφορετικό. Για λίγες στιγμές ο παππούς τους δεν είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, αλλά ήταν ακόμη μαζί τους και τους έλεγε ιστορίες της νιότης του τα βράδια. Τον αδελφό τους δεν τον είχαν βρει ένα παγωμένο πρωί με μια σφαίρα στην καρδιά σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο, αλλά ήταν κοντά τους και τους πήγαινε κάθε Κυριακή στο λούνα παρκ. Η γιαγιά τους δεν φοβόταν να μιλήσει τη γλώσσα της. Δεν υπήρχαν άνθρωποι που περπατούσαν κυνηγημένοι μέρες ολόκληρες, ψάχνοντας έναν τόπο να ριζώσουν. Τα παιδιά που αντί να πηγαίνουν σχολείο έτρεχαν πεινασμένα να γλιτώσουν απ’ τις βόμβες, ήταν ένας εφιάλτης απ’ τον οποίον είχαν ξυπνήσει. Δεν υπήρχαν μάνες που περίμεναν μια ζωή απάντηση σε ένα κιτρινισμένο γράμμα. Δεν υπήρχαν παιδιά που το μόνο που είχαν για να θυμούνται τον πατέρα τους ήταν ένα ψυχρό στρατιωτικό έγγραφο. Στις πλατείες δεν υπήρχαν χαρτόκουτα που έκρυβαν μέσα κυνηγημένους ανθρώπους. Στους τοίχους δεν υπήρχαν σημάδια από σφαίρες, αλλά μόνο παιδικές ζωγραφιές: καραβάκια που αρμενίζουν στο πέλαγος και δάση με πολύχρωμα δέντρα. Δεν υπήρχαν άψυχα κορμιά που περιμένουν να αναγνωριστούν απ’ τους δικούς τους, για να ησυχάσουν οι ψυχές που τα είχαν εγκαταλείψει.

Οι άνθρωποι που όταν άκουγαν τον ήχο των αεροπλάνων έτρεχαν να κρυφτούν στα καταφύγια, τώρα ακούγοντας αυτόν τον ήχο ονειρεύονταν ταξίδια σε τόπους μακρινούς. Δεν υπήρχαν πόλεις χωρισμένες στα δύο. Η φωτιά και οι εκκωφαντικοί κρότοι δεν είχαν θέση στα νυχτερινά όνειρα. Ο φόβος δεν σερνόταν στους έρημους δρόμους κατεστραμμένων πόλεων και οι άνθρωποι κοιτάζονταν στα μάτια. Όλοι οι αδικοχαμένοι συγγενείς που βλέπανε στις φωτογραφίες κάθονταν σε ένα μεγάλο γιορτινό τραπέζι. Δεν υπήρχαν γκρεμισμένα σπίτια, καμμένα χωριά, νάρκες και συρματοπλέγματα. Τα όπλα ήταν στα μουσεία και ο πόλεμος σχήμα λόγου.

Άνοιξαν πάλι τα μάτια κι επανήλθαν στον πραγματικό κόσμο. Μετά από χρόνια ξαναήρθαν στο μυαλό τους αυτές οι εικόνες. Έμαθαν ότι είναι από μια άγνωστη μακρινή χώρα. Για να φτάσει κανείς εκεί, πρέπει να περπατήσει χιλιάδες χιλιόμετρα. Ο δρόμος είναι δύσβατος κι επικίνδυνος. Όσοι ξεκίνησαν για εκεί δεν γύρισαν ποτέ. Άλλοι έφτασαν, άλλοι δεν πρόλαβαν να φτάσουν. Άλλοι τους είπαν αφελείς, άλλοι αεροβάτες. Είναι που χρειάζεται ψυχή για να ονειρευτεί κανείς καινούργιους κόσμους.