Αμπαλάζ

Η φωνή του πνίγηκε από έναν ξερό βήχα. Πέταξε μια βρισιά, χτύπησε την πόρτα πίσω του και βγήκε έξω. Να τριγυρίσει για ώρες στους δρόμους, να ακούσει φωνές, να δει άγνωστα πρόσωπα, να γίνει ένα με το πλήθος. Να βρει μια ασήμαντη αφορμή να ξεσπάσει για να ξεχάσει. Να χαθεί μέσα στον κόσμο, μήπως και νιώσει πιο ελαφρύ το βάρος που του πλάκωνε το στήθος. Το βράδυ να γυρίσει κατάκοπος στο σπίτι και να πάει κατευθείαν για ύπνο. Να αποφύγει τις ενοχλητικές ερωτήσεις. Τις προάλλες τον ρώτησε η κόρη του τι θα της φέρει ο Άγιος Βασίλης. Σκέφτηκε να απαντήσει ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης ή ότι μισεί τους φτωχούς. Τελικά δεν απάντησε. Την έστειλε για ύπνο με τη δικαιολογία ότι είναι αργά κι έμεινε να κοιτάει τον τοίχο απέναντί του.

Προσπερνούσε τις στολισμένες βιτρίνες παραπατώντας ανάμεσα σε ανθρώπους φορτωμένους με πακέτα. Ο θόρυβος των γιορτινών δρόμων δεν ήταν αρκετός για να σκεπάσει τις φωνές που άκουγε μέσα του. Όλες αυτές τις φωνές που έλεγαν ότι είναι άχρηστος που δεν κατάφερε να βρει μια σταθερή δουλειά στα σαράντα του χρόνια, ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το παιδί του, ότι δεν έχει καταφέρει τίποτα στη ζωή του. Το χειρότερο όμως δεν ήταν όλα αυτά που λέγονταν εις βάρος του, όσο κι αν τον πονούσαν. Ήταν ότι κόντευε να τα πιστέψει κι ο ίδιος. Ήταν ότι ντρεπόταν για τη δυστυχία του κι αισθανόταν υπεύθυνος για αυτή. Ήταν ακόμα ότι ένιωθε να είναι βάρος για τους ανθρώπους που αγαπάει. Ήταν ότι ενώ τους ήθελε δίπλα του όσο ποτέ άλλοτε, με τη στάση του τους απομάκρυνε χωρίς να το καταλαβαίνει. Κι όταν καμιά φορά προσπαθούσε να τους μιλήσει ανοιχτά για το πόσο πολύ τους χρειαζόταν, το έκανε με έναν τρόπο εντελώς αδέξιο.

Συνέχισε την περιπλάνησή του για πολλές ώρες και δεν σταμάτησε παρά την κούραση και τον πόνο στα πόδια. Πότε πότε το βλέμμα του τραβούσαν τα γιορτινά φώτα και τα στολίδια. Ο χριστουγεννιάτικος στολισμός ήταν το περιτύλιγμα της πόλης που κάτω απ’ τα φανταχτερά του χρώματα έκρυβε την πραγματική της εικόνα. Η φτώχεια και η εξαθλίωση που υπήρχαν στους δρόμους της έμεναν στη σκιά μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές. Μόνο κάποιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις θύμιζαν ότι για κάποιους ανθρώπους η ζωή δεν ήταν ποτέ γενναιόδωρη.

Έφτασε στο σπίτι αργά. Κοντοστάθηκε για λίγο έξω απ’ την πόρτα. Μπήκε μέσα και κάθισε σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Κάπνισε ένα τσιγάρο για να κατασταλάξουν μέσα του εικόνες και σκέψεις. Κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Ξεντύθηκε αθόρυβα και ξάπλωσε. Ένιωσε το χέρι της γυναίκας του να τον αγκαλιάζει. Πλησίασε το σώμα του στο δικό της. Απ’ τα μισάνοιχτα παντζούρια έμπαινε στο δωμάτιο το πρώτο πρωινό φως. Έμειναν έτσι μέχρι που ξημέρωσε. Η μέρα που ξεκινούσε τους έβρισκε μαζί.

Το οδόφραγμα των αγγέλων

Χάραμα. Χλωμά φώτα. Υγρή άσφαλτος. Συννεφιασμένος ουρανός. Ψιλόβροχο κι ένας παγωμένος αέρας. Ταξίδια ως τις πύλες του Άδη και πάλι πίσω. Περιπλανήσεις του νου σε ερήμους και παγωμένες στέπες. Τα βλέφαρα έτοιμα να κλείσουν. Ναρκωμένες σκέψεις. Κλειστή στροφή. Ένα φρενάρισμα σαν πνιχτή κραυγή κι ο ήχος της σύγκρουσης. Αίμα. Σιωπή. Μοναξιά. Τα φώτα του ασθενοφόρου. Όλο το σώμα μια ανοιχτή πληγή. Αναπνέει βαριά και με δυσκολία. Ο χτύπος της καρδιάς του είναι αδύναμος. Τα είκοσι χρόνια του τον βαραίνουν σαν αιώνας. Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ένα κρύο δωμάτιο. Νυχτερινή βάρδια. Σιωπή. Μοναξιά. Πόνος. Δουλειά, σπίτι κι αντίστροφα. Και το σπίτι άδειο. Και είκοσι χρόνια, στα οποία είχε επενδύσει όλη της την αγάπη, να στοιχειώνουν για πάντα τη ζωή της. Μια ευθεία γραμμή στην οθόνη του καρδιογράφου και ξαφνικά ξέχασε να αγαπάει. Κουρασμένα βήματα κι ένα μυαλό που ποτέ δεν ησυχάζει. Μια ευθεία γραμμή στην άσφαλτο και μετά σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που κλείνει μέσα του τους δαίμονες που τον κυνηγούσαν μια ζωή.

Οι ακτίνες του ήλιου φωτίζουν το δωμάτιο. Δυο αθώα μάτια κι έμαθε πάλι να αγαπάει. Δυο αθώα μάτια στο πρόσωπο ενός λαβωμένου αγγέλου. Ένα χάδι κι επανήλθε στη ζωή. Ένα χαμόγελο και γνώρισε την πραγματική ζωή. Και την αγάπησε. Μαζί μ’ αυτή ό,τι αξίζει να ζει για πάντα. Και αποφάσισε να τα κρατήσει ψηλά. Η ζωή είναι πολύ ακριβή για να χαραμίζεται. Η σιωπή έγινε μουσική. Το σκοτάδι έγινε θάλασσα, γη, ουρανός, ζωή. Και ένας άγγελος με βασανισμένο πρόσωπο και φωτεινά μάτια. Οι πληγές θα κλείσουν. Πάντα κλείνουν όταν δεν είσαι μόνος. Και οι δαίμονες φύγαν μακριά. Και το σπίτι γέμισε ελπίδα και φως. Η γραμμή έγινε κύκλος που στα όριά του ο θάνατος εναλλάσσεται με τη ζωή. Η απώλεια αγαπημένων ανθρώπων ποτέ δεν αναπληρώνεται. Όμως μόνο η αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους μπορεί να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη τους. Κάποτε μπορεί να δούμε στα μάτια των άλλων κάτι απ’ τη ματιά τους. Και τους νιώθουμε πάλι για λίγο κοντά μας. Αυτό το λίγο είναι αρκετό για να ζήσουμε με την ελπίδα ότι κάποτε θα τους ανταμώσουμε.

Σούρουπο. Ένα δωμάτιο που το ζεσταίνουν δυο φωτεινό μάτια. Καθαρός ουρανός. Η αγάπη που στερήθηκε μια ζωή, κλεισμένη σε μια ανθοδέσμη, ένα φιλί κι ένα χαμόγελο. Η αγάπη που για χρόνια δεν έβρισκε τον δρόμο της, που βρισκόταν φυλακισμένη σε μια σκοτεινή γωνιά της καρδιάς της, ελευθερώθηκε για να συναντήσει δυο αγγελικά μάτια. Θα είναι πάντα δίπλα τους άγρυπνος φρουρός και θα φροντίζει αυτά τα μάτια να δακρύζουν μόνο από ευτυχία και να κλείνουν μόνο για να ονειρευτούν. Μια γραμμή. Τα σύνορα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Εκεί που κατοικούν οι άγγελοι. Σε ένα οδόφραγμα μπροστά στην πόρτα του θανάτου για να προστατεύουν όσους αγαπούν τη ζωή.

Εκεί που βασιλεύει ο θάνατος

Σηκώθηκε πολύ νωρίς. Έτσι κι αλλιώς δεν κατάφερε να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Ξυρίστηκε και φόρεσε τα καλά του. Περίμενε. Πολλά χρόνια περίμενε αυτή τη στιγμή. Τώρα που είχαν απομείνει μόνο δυο ώρες μέχρι να έρθει, αυτές οι ώρες του φαίνονταν βουνό. Και για πρώτη φορά ένιωθε φόβο για αυτή τη στιγμή. Φόβο ότι μπορεί να ήταν για αυτόν ξένος. Προσπαθούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Όλα αυτά που ήθελε να του πει τόσα χρόνια έπρεπε να συμπυκνωθούν σε λίγες φράσεις. Θα τον ρωτούσε πώς πάει το σχολείο, αν έχει φίλους, πώς τα περνάει. Όταν έσπαγε ο πάγος θα μπορούσε να μιλήσει όπως ένιωθε. Θα του έλεγε για το πόσο πολύ του έχει λείψει, για τα βράδια που έμεινε άγρυπνος κοιτώντας τη φωτογραφία του, θα του έλεγε ότι αισθάνεται μισός μακριά του. Η ώρα είχε φτάσει. Σηκώθηκε αργά και διένυσε τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν απ’ την πολυαναμενόμενη στιγμή με βαριά βήματα σαν μελλοθάνατος.

Τον είδε επιτέλους μπροστά του. Ανάμεσά τους υπήρχαν δέκα χρόνια απουσίας του ενός απ’ τη ζωή του άλλου. Δέκα χρόνια σιωπής. Το τζάμι που τους χώριζε γιγάντωνε στα μάτια του αυτό το χρονικό διάστημα, μετέτρεπε αυτά τα χρόνια σε σκοτεινούς και παγωμένους αιώνες· ένα ασήκωτο φορτίο στις πλάτες του.

-Μεγάλωσες, είπε σοβαρά.

Μια συνηθισμένη λέξη που λένε οι γονείς στα παιδιά τους όταν έχουν να τα δουν πολύ καιρό. Μια φράση που δείχνει περηφάνια, καμάρι, χαρά. Στα δικά του χείλη δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά. Ήταν παράπονο. Ένα παράπονο προς αυτούς που του στέρησαν τόσα χρόνια τον γιο του. Δεν κατάφερε να πει άλλη λέξη. Όλα αυτά που ήθελε να πει προσέκρουαν πάνω στο τζάμι και γίνονταν κομμάτια. Ήταν απ’ τα λόγια που η απόσταση τα κάνει να μοιάζουν γυμνά κι άψυχα. Απ’ τα λόγια που είναι πολύ ανθρώπινα για να υπακούσουν σε απάνθρωπους κανονισμούς· που ψιθυρίζονται στο αυτί σαν παιδικά μυστικά· που για να ανέβουν στα χείλη χρειάζονται μια μεγάλη αγκαλιά να τα προστατεύει· που η ζεστασιά τους κάνει τα δέκα χρόνια απουσίας και σιωπής να μοιάζουν με μια στιγμή λύπης στη διάρκεια μιας ευτυχισμένης ζωής και τα δάκρυα με μερικές σταγόνες βροχής σε μια γαλήνια θάλασσα.

Κάποια στιγμή ο μικρός ακούμπησε το χέρι του στο τζάμι. Σχεδόν αντανακλαστικά μιμήθηκε την πράξη του. Τα χέρια τους απείχαν ελάχιστα εκατοστά. Εκατοστά που φάνταζαν χιλιόμετρα. Ένα κομμάτι τζάμι τα εμπόδιζε να ενωθούν. Η χειρότερη μορφή βίας που είχε νιώσει ποτέ.

-Τέλος χρόνου, είπε μια φωνή σε αυστηρό τόνο.

Ένιωσε ένα χέρι να τον τραβάει βίαια. Έμεινε με το χέρι κολλημένο στο τζάμι να κοιτάζει την απορία στα μάτια του παιδιού και τα σφιγμένα του δόντια που συγκρατούσαν τα δάκρυά του. Ήταν φιλότιμος ο μικρός και δεν ήθελε να του κάνει τέτοιο πικρό δώρο. Τον έσυραν στο κελί του και του επέβαλλαν πειθαρχική ποινή για παραβίαση του κανονισμού. Το πρωί τον βρήκαν παγωμένο με τη φωτογραφία του μικρού στα χέρια. Πίσω του άφησε ένα ανεξόφλητο χρέος. Μια αγκαλιά κι ένα φιλί που δεν πρόλαβε να δώσει στον γιο του. Κι ένα σημάδι σε ένα τζάμι να θυμίζει πως εκεί που λείπει η ανθρωπιά βασιλεύει ο θάνατος.

Όταν δυο χέρια σμίγουν

Μίσος. Το μόνο που είχε νιώσει. Το μόνο που μπορούσε να νιώσει. Το μόνο που ένιωθε κάθε στιγμή της ζωής του. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Μίσος. Στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά. Μίσος για όλους. Για τα ζευγαράκια που νομίζουν ότι ο κόσμος τους ανήκει. Για τους υπαλλήλους με το υπεροπτικό ύφος. Για τα παιδιά που χαλάνε τον κόσμο απ’ τη φασαρία. Για τους διπλανούς του στο λεωφορείο. Για τους μπροστινούς του στην ουρά του ταχυδρομείου. Για τους απέναντι. Για τους από πάνω. Για τους από κάτω.

Ό,τι παίρνεις δίνεις. Και όταν το φαρμάκι που παίρνεις καθημερινά έχει δηλητηριάσει κάθε κομμάτι της ψυχής σου, αυτού που τέλος πάντων ονομάζουμε ψυχή, δεν σου περισσεύει καλοσύνη για κανέναν. Όσο του πριόνιζαν τα φτερά, όσο τον έσπρωχναν όλο και πιο χαμηλά, να μη βλέπει φως, τόσο μεγάλωνε το μίσος του. Ώσπου στο τέλος κάλυψε όλη την καρδιά του. Τα βράδια σκέπαζε το κεφάλι με την κουβέρτα κι έκλαιγε σιωπηλά. Κανείς δεν τον είχε δει να κλαίει. Αυτή ήταν η δική του μικρή νίκη. Ένα μικρό κομμάτι περηφάνιας. Ώσπου τα δάκρυα στέρεψαν. Όση αγανάκτηση, όση πίκρα, όσο μίσος κι αν ένιωθε, του ήταν αδύνατο πια να κλάψει. Περιέφερε το μίσος του στον κόσμο και προσπαθούσε να κρατηθεί όρθιος. Μόνος εναντίον όλων.

Εκείνη τη μέρα είχε τα γενέθλιά του. Έτσι έκανε έναν μικρό απολογισμό. Το τηλέφωνο για ακόμη μια φορά δεν χτύπησε. Η μέρα που ήρθε στον κόσμο ήταν κάτι που κανείς δεν θυμόταν. Τουλάχιστον ήταν ζωντανός. Σωματικά, γιατί ψυχικά είχε πεθάνει χρόνια πριν. Προτιμούσε να μη θυμάται τι μεσολάβησε απ’ τα προηγούμενα γενέθλια. Ένας ακόμη χρόνος εξορίας απ’ τη ζωή. Θα ήταν καλύτερα λοιπόν να τριγύριζε για μερικές ώρες άσκοπα στους δρόμους της πόλης, για να μη θυμάται αυτά που τον έκαναν να μισεί. Άνοιξε την πόρτα, βγήκε βιαστικά στο διάδρομο και την άφησε να κλείσει πίσω του. Είδε το κοριτσάκι του διπλανού διαμερίσματος να τον πλησιάζει με γρήγορα βήματα.

-Μοιάζετε με τον πατέρα μου, του είπε χαμογελώντας.

Την κοίταξε άγρια. Ε, όχι να κοροϊδεύουν τη μοναξιά του και τα πιτσιρίκια.

-Αλήθεια, επέμεινε η μικρή σχεδόν απολογητικά.

-Δεν τον έχω δει ποτέ, απάντησε μετανιώνοντας για τον απότομο τρόπο του.

-Σκοτώθηκε στον πόλεμο. Στην πατρίδα μου γίνεται πόλεμος, του είπε σιγά, σαν να φοβόταν μην την ακούσουν.

Τον πήρε απ’ το χέρι. Ένιωσε πάλι την καρδιά του να χτυπάει, πάνω που είχε πιστέψει ότι δεν έχει πια καρδιά. Η ζωή του ξεκινούσε απ’ την αρχή. Το σημείο μηδέν. Ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι στις αναμνήσεις του. Απαξίωση, χλευασμός, ειρωνεία, προσβολές. Κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε τα χέρια του προς το μέρος του, έκανε από ένστικτο ένα βήμα πίσω. Ήξερε ότι ο κόσμος είναι ζούγκλα και ο άνθρωπος το μεγαλύτερο θηρίο. Γιατί οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει ήταν θηρία. Ό,τι καλό θυμόταν αμυδρά απ’ τη ζωή του -ένα χαμόγελο, ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα- δεν τον αφορούσε. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι αυτά τα πράγματα ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο, ξένο, μακρινό. Ο δικός του ήταν πολύ μικρός για να τα χωρέσει. Τώρα ένας άλλος άνθρωπος στεκόταν δίπλα του. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι, για να του μάθει πράγματα που δεν είχε φανταστεί ότι υπάρχουν. Αληθινά, ανθρώπινα. Από ανθρώπους αληθινούς. Έμαθε ότι υπάρχουν κι αυτοί, εκτός απ’ τα θηρία. Μέσα σε μια στιγμή γνώρισε έννοιες που υπήρχαν γι’ αυτόν μόνο στα λεξικά, χωρίς αληθινό αντίκρισμα. Αλληλεγγύη, σεβασμός, αποδοχή. Ένιωσε ξαφνικά να ψηλώνει, μέχρι που έφτασε στο ύψος που του έπρεπε. Κατέκτησε τη θέση που του είχαν στερήσει. Άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους. Ίσος μεταξύ ίσων. Από εκεί ο κόσμος φαινόταν καλύτερος.

Ένα ποτάμι άρχισε να κυλάει απ’ την καρδιά του, ώσπου έφτασε στα μάτια του. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Δεν ήταν τα δάκρυα που ήξερε μέχρι τότε. Ήταν γιατί αισθανόταν κάτι πρωτόγνωρο, που δεν μπορούσε να το εκφράσει με λόγια. Αυτό το ποτάμι ήταν πολύ δυνατό. Μπορούσε να παρασύρει κάθε ασχήμια, κάθε μικρότητα. Ό,τι κάνει τον άνθρωπο να γίνεται θηρίο. Θυμήθηκε ότι στο σχολείο είχε μάθει ότι άνθρωπος σημαίνει “άνω θρώσκων”. Αυτός δηλαδή που κοιτάει ψηλά, προς τον ουρανό. Στην πόλη που ζούσε δύσκολα έβλεπε κανείς ουρανό. Όμως το βράδυ θα έκανε μια προσπάθεια. Ίσως έβλεπε τα ξεχασμένα του όνειρα να ζωντανεύουν ανάμεσα στ’ αστέρια. Ίσως μετριάζοντας το μίσος του για τους άλλους, μάθαινε να αγαπάει τον εαυτό του.

Θέα στην άνοιξη

Τα παλιά στρατιωτάκια που βρέθηκαν στο πατάρι γέμιζαν τις τελευταίες μέρες τις άδειες ώρες τους. Μια γραμμή από κιμωλία στο πάτωμα παρίστανε τα σύνορα. Πολεμικές ιαχές, διαταγές, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις, σκοτωμοί, τραυματισμοί και βολές πυροβόλων τάραζαν την ησυχία του σαλονιού. Ώσπου κουράστηκαν να παίζουν με σοβαρά πράγματα. Έσβησαν τη γραμμή στο πάτωμα. Έβγαλαν τις στολές απ’ τους στρατιώτες τους για να μην ξεχωρίζουν. Τους σκόρπισαν σε όλα τα σημεία που λίγο πριν ήταν πεδίο μάχης.

Δεν ήταν πια αναλώσιμο υλικό αλλά άνθρωποι. Με ανάγκες, με επιθυμίες και συναισθήματα. Έκλεισαν τα μάτια και προσπάθησαν να φανταστούν τον κόσμο διαφορετικό. Για λίγες στιγμές ο παππούς τους δεν είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, αλλά ήταν ακόμη μαζί τους και τους έλεγε ιστορίες της νιότης του τα βράδια. Τον αδελφό τους δεν τον είχαν βρει ένα παγωμένο πρωί με μια σφαίρα στην καρδιά σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο, αλλά ήταν κοντά τους και τους πήγαινε κάθε Κυριακή στο λούνα παρκ. Η γιαγιά τους δεν φοβόταν να μιλήσει τη γλώσσα της. Δεν υπήρχαν άνθρωποι που περπατούσαν κυνηγημένοι μέρες ολόκληρες, ψάχνοντας έναν τόπο να ριζώσουν. Τα παιδιά που αντί να πηγαίνουν σχολείο έτρεχαν πεινασμένα να γλιτώσουν απ’ τις βόμβες, ήταν ένας εφιάλτης απ’ τον οποίον είχαν ξυπνήσει. Δεν υπήρχαν μάνες που περίμεναν μια ζωή απάντηση σε ένα κιτρινισμένο γράμμα. Δεν υπήρχαν παιδιά που το μόνο που είχαν για να θυμούνται τον πατέρα τους ήταν ένα ψυχρό στρατιωτικό έγγραφο. Στις πλατείες δεν υπήρχαν χαρτόκουτα που έκρυβαν μέσα κυνηγημένους ανθρώπους. Στους τοίχους δεν υπήρχαν σημάδια από σφαίρες, αλλά μόνο παιδικές ζωγραφιές: καραβάκια που αρμενίζουν στο πέλαγος και δάση με πολύχρωμα δέντρα. Δεν υπήρχαν άψυχα κορμιά που περιμένουν να αναγνωριστούν απ’ τους δικούς τους, για να ησυχάσουν οι ψυχές που τα είχαν εγκαταλείψει.

Οι άνθρωποι που όταν άκουγαν τον ήχο των αεροπλάνων έτρεχαν να κρυφτούν στα καταφύγια, τώρα ακούγοντας αυτόν τον ήχο ονειρεύονταν ταξίδια σε τόπους μακρινούς. Δεν υπήρχαν πόλεις χωρισμένες στα δύο. Η φωτιά και οι εκκωφαντικοί κρότοι δεν είχαν θέση στα νυχτερινά όνειρα. Ο φόβος δεν σερνόταν στους έρημους δρόμους κατεστραμμένων πόλεων και οι άνθρωποι κοιτάζονταν στα μάτια. Όλοι οι αδικοχαμένοι συγγενείς που βλέπανε στις φωτογραφίες κάθονταν σε ένα μεγάλο γιορτινό τραπέζι. Δεν υπήρχαν γκρεμισμένα σπίτια, καμμένα χωριά, νάρκες και συρματοπλέγματα. Τα όπλα ήταν στα μουσεία και ο πόλεμος σχήμα λόγου.

Άνοιξαν πάλι τα μάτια κι επανήλθαν στον πραγματικό κόσμο. Μετά από χρόνια ξαναήρθαν στο μυαλό τους αυτές οι εικόνες. Έμαθαν ότι είναι από μια άγνωστη μακρινή χώρα. Για να φτάσει κανείς εκεί, πρέπει να περπατήσει χιλιάδες χιλιόμετρα. Ο δρόμος είναι δύσβατος κι επικίνδυνος. Όσοι ξεκίνησαν για εκεί δεν γύρισαν ποτέ. Άλλοι έφτασαν, άλλοι δεν πρόλαβαν να φτάσουν. Άλλοι τους είπαν αφελείς, άλλοι αεροβάτες. Είναι που χρειάζεται ψυχή για να ονειρευτεί κανείς καινούργιους κόσμους.

Ελεύθερος συνεργάτης

Προσπαθούσε αγουροξυπνημένος να δέσει τη γραβάτα. Τόσο καιρό στην εταιρεία και δεν είχε μάθει ακόμη. Έτσι γίνεται όταν μισείς αυτό που κάνεις. Δούλευε σαν ελεύθερος συνεργάτης σε μια μεγάλη εκδοτική εταιρεία. Γύριζε τις γειτονιές της Αθήνας με έναν χαρτοφύλακα στο χέρι κι ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη και προσπαθούσε να πουλήσει εγκυκλοπαίδειες και ιατρικούς οδηγούς.

Εκείνη τη μέρα δεν είχε πουλήσει τίποτα. Μάλλον δεν έπειθε πια. Πλησίαζε μεσημέρι. Στάθηκε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ένας ένοικος βγήκε βιαστικά κι άφησε την πόρτα να κλείσει αργά πίσω του. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μπήκε μέσα. Ανέβηκε τα σκαλιά κι έφτασε στο ισόγειο. Χτύπησε ένα κουδούνι τυχαία.

-Καλημέρα σας, ψέλλισε ξεψυχισμένα μόλις είδε την πόρτα να ανοίγει.

Ξαφνικά η γλώσσα του δέθηκε κόμπος, ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ίσως γιατί ο άνθρωπος που αντίκρισε δεν τον αντιμετώπισε με την καχυποψία που είχε συνηθίσει. Ίσως γιατί το βλέμμα του έδειχνε ότι είχε πολλές μέρες να μιλήσει με άνθρωπο. Ίσως γιατί του θύμισε τον εαυτό του.

-Πέρνα μέσα, απάντησε κάνοντάς του χώρο να περάσει.

-Μήπως ενοχλώ; Μήπως σας διακόπτω απ’ το φαγητό; ρώτησε διστακτικά.

-Δεν πειράζει, τόσα χρόνια μόνος μου τρώω, απάντησε με παράπονο σαν να μιλούσε σε κάποιον παλιό του φίλο που τον είχε ξεχάσει.

Του έβαλε σ’ ένα πιάτο μια μερίδα απ’ το λιτό του γεύμα. Πήρε ένα ποτήρι και το γέμισε με κρασί.

-Ένα…. Να πάνε τα φαρμάκια κάτω, είπε σχεδόν παρακλητικά προσπαθώντας να κάμψει τις αντιρρήσεις που διέκρινε στα μάτια του.

Όταν πίνεις μόνος, είναι φορές που το κρασί σε πικραίνει σαν δηλητήριο. Αποφάσισε να μην του χαλάσει το χατίρι. Το βλέμμα του σταμάτησε στη φωτογραφία μιας γυναίκας.

-Η συχωρεμένη η γυναίκα μου, είπε διαβάζοντας τη σκέψη του.

Συνέχισαν να τρώνε αμίλητοι. Είχαν ξεσυνηθίσει να μιλάνε. Μόνο όταν συναντιόνταν τα βλέμματά τους έρχονταν στα χείλη τους κάτι κοινότοπες κουβέντες, απ’ αυτές που λένε οι άνθρωποι όταν δεν έχουν να πουν κάτι σημαντικό.

-Αν επιτρέπεται, πότε…; ρώτησε ξαφνικά για να σπάσει τη σιωπή και ασυναίσθητα έσφιξε τα χείλη σαν να το μετάνιωσε.

-Πριν δεκαπέντε χρόνια. Ιατρικό λάθος, απάντησε χαμηλόφωνα.

Η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά του. Τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα.

-Αν σε ξαναφέρει ο δρόμος σου προς τα ‘δω, μη διστάσεις, είπε αποχαιρετώντας τον.

Χαμογέλασε αχνά και κόλλησε το δάχτυλό του στο κουδούνι του διπλανού διαμερίσματος.

Η Αλίκη στους δρόμους

Η Αλίκη στο σπίτι. Με έναν βίαιο πατέρα και μια αδιάφορη μάνα. Η Αλίκη με μελανιές στο πρόσωπο απ’ τα χτυπήματα και κόκκινα μάτια απ’ το κλάμα. Η Αλίκη κουλουριασμένη στο κρεβάτι. Η Αλίκη με το βλέμμα στο κενό. Η Αλίκη ονειρεύεται. Η Αλίκη σχεδιάζει τη φυγή της. Μια μέρα στάθηκε στη μέση του σαλονιού και φώναξε δυνατά:“Ένα βράδυ θα καβαλήσω ένα αστέρι και θα φύγω μακριά”. Την άλλη μέρα, αξημέρωτα ακόμα, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε για πάντα απ’ το σπίτι.

Η Αλίκη στους δρόμους. Να περιπλανιέται γυρεύοντας στέγη, φαγητό, αγάπη, μέλλον. Η Αλίκη ελπίζει στην καλοσύνη των ανθρώπων. Η Αλίκη γνωρίζει τη ζωή. Η Αλίκη σε λάθος δρόμους. Κάποιοι είπαν ότι την είδαν στην Ομόνοια να ζητάει χρήματα απ’ τους περαστικούς, με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια και σημάδια στα χέρια. Κάποιοι άλλοι είπαν ότι την είδαν στις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα να περιμένει πελάτη τρέμοντας απ’ το κρύο. Η Αλίκη κουράστηκε. Η Αλίκη προσπαθεί να ξεφύγει απ’ την κατάρα της δυστυχίας. Η Αλίκη θέλει να κοιμηθεί κι όταν ξυπνήσει να είναι όλα ένα κακό όνειρο. Η Αλίκη προσπαθεί να σταθεί όρθια. Η Αλίκη απελπίζεται. Η Αλίκη σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Η Αλίκη νεκρή από υπερβολική δόση ηρωίνης. Η Αλίκη τρεις μέρες παγωμένη ανάμεσα σε σωρούς από σκουπίδια. Κάποιοι είπαν ότι ο θάνατός της δεν ήταν τυχαίος. Ότι ήθελε να πεθάνει και διάλεξε να το κάνει με έναν τρόπο πολύ ήσυχο, γιατί την είχε κουράσει η φασαρία. Κάποιοι άλλοι είπαν ότι καβάλησε ένα αστέρι και ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το φως. Ίσως εξαρτάται απ’ το πώς βλέπει κανείς τα πράγματα. Πάντως από τότε κανείς δεν την ξαναείδε.

Η Αλίκη έφυγε όπως ήρθε. Φοβισμένη και μόνη. Και με την ελπίδα ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει καλοσύνη. Σίγουρα υπάρχει. Μόνο που κάποιοι άνθρωποι φεύγουν νωρίς, πριν προλάβουν να τη γνωρίσουν. Η παρουσία της Αλίκης στοίχειωσε το σπίτι των παιδικών κι εφηβικών της χρόνων και τους αφιλόξενους δρόμους της ενήλικης ζωής της. Η σύντομη ζωή της χώρεσε όλη την απόγνωση και την απελπισία των κολασμένων των αθηναϊκών γκέτο. Το χαμόγελό της δεν το είδε κανείς. Είναι πολλοί οι δρόμοι και πολλά τα σπίτια που κρύβουν κάποια Αλίκη. Κάποια Αλίκη με μελανιές στο πρόσωπο απ’ τα χτυπήματα και κόκκινα μάτια απ’ το κλάμα. Κάποια Αλίκη που ονειρεύεται κι ετοιμάζει τη φυγή της. Κάποια Αλίκη που ελπίζει στην καλοσύνη των ανθρώπων. Κάποια Αλίκη που προσπαθεί να ξεφύγει απ’ την κατάρα της δυστυχίας και να σταθεί όρθια. Κάποια Αλίκη που απελπίζεται. Κάποια Αλίκη που θα φύγει νωρίς, πριν προλάβει να γνωρίσει την καλοσύνη των ανθρώπων. Είναι και κάτι αστέρια πολύ μοναχικά που περιμένουν κάποια Αλίκη για να ταξιδέψουν μαζί προς το φως.