Για τη θεατρική παράσταση «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων»

Πριν λίγο καιρό διάβασα στο διαδίκτυο μια ανακοίνωση απ’ τη θεατρική ομάδα «πείρα(γ)μα». Η ομάδα αναζητούσε εθελοντές για τη θεατρική παράσταση «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων». Το θεατρικό έργο αναφέρεται στην εκτέλεση απ’ τους ναζί διακοσίων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και ειδικότερα στη ζωή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και βασίζεται στο ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημα του Σπύρου Τζόκα.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909. Το 1922 ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα ως πρόσφυγας και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Σε νεαρή ηλικία οργανώθηκε στο Κ.Κ.Ε. και συμμετείχε ενεργά στους εργατικούς αγώνες της εποχής αν και ο ίδιος είχε μια αρκετά καλοπληρωμένη δουλειά. Συνελήφθη το 1936 και εξορίστηκε στον Άη Στράτη, στη συνέχεια φυλακίστηκε σε διάφορες φυλακές για να καταλήξει στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και από κει στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών διατάχθηκε απ’ τους κατακτητές σαν αντίποινα για την εκτέλεση απ’ τον Ε.Λ.Α.Σ. λίγες μέρες πριν την Πρωτομαγιά του 1944 του στρατιωτικού διοικητή Πελοποννήσου και των συνοδών του στους Μολάους Λακωνίας. Ο τόπος και ο χρόνος της εκτέλεσης δεν επιλέχθηκαν τυχαία. Η Καισαριανή ήταν ανταρτομάνα και η Πρωτομαγιά είναι η μέρα της εργατικής τάξης. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης είχε την ευκαιρία να σώσει τη ζωή του. Επειδή γνώριζε γερμανικά εκτελούσε χρέη διερμηνέα στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Όταν επιλέχθηκαν οι διακόσιοι κρατούμενοι για την εκτέλεση ο διοικητής του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ διαπίστωσε ότι ανάμεσά τους βρισκόταν και εκείνος. Επειδή δεν υπήρχε κάποιος άλλος κατάλληλος για διερμηνέας ο Φίσερ του πρότεινε να εκτελεστεί κάποιος άλλος στη θέση του. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε λέγοντας ότι αγαπάει τη ζωή και αγωνίζεται για αυτή αλλά δεν δέχεται να πεθάνει κάποιος σύντροφός του για να ζήσει ο ίδιος και θεώρησε την πρόταση του Φίσερ προσβλητική.

Διαβάζοντας λοιπόν αυτή την ανακοίνωση θεώρησα ότι ήταν μια ευκαιρία να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων που θυσίασαν τη ζωή τους για να είμαστε σήμερα ελεύθεροι και έτσι δήλωσα συμμετοχή. Σε λίγες μέρες συναντηθήκαμε στο Σκοπευτήριο για την πρώτη πρόβα. Πάνω από εκατό άνθρωποι συνεργαστήκαμε αρμονικά και το αποτέλεσμα δικαίωσε τους κόπους μας. Η παράσταση είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και την παρακολούθησαν πάνω από χίλιοι θεατές.

Η σκηνοθεσία και η διασκευή του έργου ήταν της Αγγελικής Κασσόλα. Τον διοικητή του στρατοπέδου Χαϊδαρίου ερμήνευσε ο Γεράσιμος Γεννατάς, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ο Γιάννης Καρούνης και τη σύντροφό του Χαρά Λιουδάκη η Ειρήνη Μελά. Δεκάδες εθελοντές και εθελόντριες, ανάμεσά τους συγγενείς των πεσόντων, ερμήνευσαν τους εκτελεσμένους κομμουνιστές και τις συγγενείς τους. Τραγούδησαν η Φωτεινή Βελεσιώτου, η Νατάσα Παπαδοπούλου – Τζαβέλλα και η Κατερίνα Κατσίγιαννη. Η σκηνοθεσία και όλες οι ερμηνείες ήταν εξαιρετικές ενώ πολύτιμη ήταν η συμβολή της Μαρίας Μανάβη, της Ευτυχίας – Μαρίας Ροδοπούλου και της Αιμιλίας Κούβελα.

Η εμπειρία που αποκόμισα απ’ τη συμμετοχή μου σ’ αυτή την προσπάθεια ήταν συγκλονιστική. Θα κουβαλάω για πάντα μέσα μου το σπαρακτικό τραγούδι με τίτλο «Μάνα η πέτρα βαριά» για τους εκτελεσμένους που τραγούδησε ο Διονύσης Χριστακόπουλος, γιος του εκτελεσμένου κομμουνιστή Διομήδη Χριστακόπουλου, την εκπληκτική ερμηνεία του «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» απ’ τη Φωτεινή Βελεσιώτου (είμαι σίγουρος πως αν την άκουγε ο Γιάννης Ρίτσος θα ήταν περήφανος), την πομπή με τις μαυροφορεμένες γυναίκες, το βροντερό «παρών» από εκατοντάδες στόματα στο άκουσμα του τελευταίου ονόματος που ακούστηκε σε όλη την Καισαριανή, τις ιαχές «αθάνατοι», τις υψωμένες γροθιές και τα συνθήματα των θεατών.

Υ.Γ. Το χώμα της Καισαριανής όπως και όλης της Ελλάδας είναι ποτισμένο απ’ το αίμα χιλιάδων αγωνιστών, μελών του Ε.Α.Μ., του Ε.Λ.Α.Σ. και του Κ.Κ.Ε. Χωρίς τη θυσία αυτών των ανθρώπων η μοίρα του ελληνικού λαού θα ήταν πολύ διαφορετική. Όσες προσπάθειες κι αν κάνουν κάποιοι μοιράζοντας «ιστορικά» βιβλία που δεν αξίζουν ούτε το μελάνι που ξοδεύτηκαν για να γραφτούν, με σκοπό να συκοφαντήσουν την ιστορία της εαμικής εθνικής αντίστασης δεν πρόκειται να καταφέρουν τίποτα. Τις αθλιότητες που αναπαράγουν δεν τις πίστεψε ο λαός ούτε στις συνθήκες της πιο άγριας τρομοκρατίας γιατί ξέρει πολύ καλά ποιοι πολέμησαν τους κατακτητές και ποιοι συνεργάστηκαν μαζί τους. Τα «ιστορικά» τους πονήματα λοιπόν σύντομα θα καταλήξουν εκεί που είναι η θέση τους: στα σκουπίδια.

Advertisements

Μαύρη θάλασσα

Και ξαφνικά η θάλασσα βάφτηκε μαύρη για να ταιριάξει με το κλίμα της εποχής. Μέσα σε λίγες ώρες προκλήθηκε μια τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή και θα χρειαστούν χρόνια για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειές της. Δεν ήταν η «κακιά στιγμή» όπως συνηθίζεται να λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα. Όταν σαπιοκάραβα που θα έπρεπε προ πολλού να έχουν γίνει παλιοσίδερα ταξιδεύουν στη θάλασσα, είναι ζήτημα χρόνου να βυθιστούν σκορπώντας τον όλεθρο. Πέρα απ’ τις ευθύνες της πλοιοκτήτριας εταιρείας, τις πολιτικές ευθύνες και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις αυτό που μένει είναι η ευκολία με την οποία καταστρέφουν οι οικονομικά ισχυροί απ’ τις θάλασσες και τα δάση μέχρι ανθρώπινες ζωές αρκεί να δουν τα κέρδη τους να αυξάνονται, αλλά και η αποξένωση απ’ τον κόσμο που τους περιβάλλει, αφού καταστρέφουν τον πλανήτη σαν να μη ζουν οι ίδιοι σ’ αυτόν.

Η πετρελαιοκηλίδα που μόλυνε τον Σαρωνικό δεν προκάλεσε ζημιά μόνο στην αλιεία και τον τουρισμό αλλά επηρέασε γενικότερα τις ζωές μας. Η υποβάθμιση που επέφερε στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της Αττικής έχει και μια άλλη, ταξική, διάσταση. Οι κοντινές παραλίες ήταν για τους κατοίκους της Αθήνας και του Πειραιά που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε διακοπές η μοναδική διέξοδος για να κάνουν ένα μπάνιο και να ξεφύγουν λίγο απ’ την καθημερινότητα. Και οι φωνές αυτών των ανθρώπων που πονάνε πραγματικά τη θάλασσα δεν ακούστηκαν καθόλου.

Μετά από κάθε οικολογική καταστροφή ακούμε για τον άνθρωπο που με την απληστία του καταστρέφει το περιβάλλον. Δεν είναι ο άνθρωπος γενικά και αόριστα που καταστρέφει το περιβάλλον, αλλά συγκεκριμένοι άνθρωποι που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Ο πιο εύκολος τρόπος για να απαλλάξεις κάποιον απ’ τις ευθύνες του είναι να τις μοιράσεις σε όλους τους υπόλοιπους.

Ψηφιακό μίσος

Το μίσος είναι ένα συναίσθημα που υπάρχει σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Άλλοτε εκδηλώνεται με λόγια και πράξεις και άλλοτε μένει κρυφό. Σαν ανθρώπινο συναίσθημα λοιπόν το μίσος δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ το διαδίκτυο. Λόγω μάλιστα της ανωνυμίας που κυριαρχεί σ’ αυτό και της ασφάλειας που αισθάνονται οι χρήστες του πίσω απ’ την οθόνη του υπολογιστή τους, καθίσταται προνομιακό πεδίο έκφρασης μίσους. Το να μισεί κάποιος συνανθρώπους του λόγω της καταγωγής τους, της θρησκείας τους ή της ομάδας που υποστηρίζουν είναι κάτι αποτρόπαιο, το οποίο όμως μπορεί εύκολα να εξηγηθεί και να αποδοθεί στην έλλειψη παιδείας, στο οικογενειακό περιβάλλον και σε άλλους παράγοντες. Όπως επίσης το να μισεί κάποιος αυτούς που του κατέστρεψαν τη ζωή ή δράστες εγκλημάτων με αθώα θύματα είναι κάτι που άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μπορεί εύκολα να δικαιολογηθεί.

Αυτό όμως που προκαλεί μεγάλη έκπληξη στους ανυποψίαστους επισκέπτες του αχανούς σύμπαντος του διαδικτύου είναι ότι το μίσος που βλέπουν να μοιράζεται απλόχερα είναι κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εντελώς αναίτιο. Κύριοι αποδέκτες του διαδικτυακού μίσους είναι άνθρωποι που είτε δεν έχουν κάνει τίποτα μεμπτό, είτε ακόμα κι αν έχουν κάνει είναι εντελώς δυσανάλογο με το μίσος που δέχονται. Παίκτες τηλεπαιχνιδιών, παρουσιαστές τηλεοπτικών επομπών, μουσικοί που δημοσιεύουν βίντεο με τραγούδια τους, κωμικοί που δημοσιεύουν χιουμοριστικά βίντεο γίνονται αποδέκτες ενός ασύλληπτα χυδαίου υβρεολογίου ανάμεικτου με κατάρες. Προσπαθώντας να κατανοήσω αυτό το φαινόμενο το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω όταν σαν παιδί πήγα για πρώτη φορά, με έναν μεγαλύτερο φίλο μου, στο γήπεδο. Εκεί ακούγοντας τις βρισιές των οπαδών ακόμα και για τους παίκτες της δικής τους ομάδας ρώτησα τον φίλο μου γιατί συμβαίνει αυτό. Η απάντησή του ήταν: «Όταν όλη τη βδομάδα είσαι με το μάλιστα κάπου πρέπει να ξεσπάσεις». Στην προκειμένη περίπτωση οι ποδοσφαιριστές ήταν ο εύκολος στόχος της καταπιεσμένης οργής των οπαδών.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Αυτοί που βρίζουν, για παράδειγμα, κάποιον παίκτη ενός reality και εύχονται να πάθει καρκίνο, στην πραγματικότητα δεν μισούν τον αποδέκτη των βρισιών αλλά τη ζωή τους. Όσα λένε εναντίον μιας τηλεπερσόνας ή ενός μουσικού είναι όσα θα ήθελαν να πουν στο αφεντικό τους, στον προϊστάμενό τους, στους καθηγητές τους ή στον σπιτονοικοκύρη τους. Αισθανόμενοι αδύναμοι να αντιδράσουν στην καταπίεση που βιώνουν καθημερινά ξεσπούν βρίζοντας ανθρώπους που δεν τους έχουν κάνει τίποτα. Μεγάλο ρόλο παίζει και η ψευδαίσθηση που έχουν πολλοί άνθρωποι πως όσα γράφονται στο διαδίκτυο δεν έχουν κανέναν αντίκτυπο. Βρίζουν τα αγαπημένα πρόσωπα κάποιου σαν να αλλάζουν κανάλι στην τηλεόραση, χωρίς να νιώθουν ότι κάνουν κάτι κακό. Το χειρότερο είναι ότι το να μοιράζουν βρισιές και κατάρες το θεωρούν αυτονόητο δικαίωμά τους. Ταυτίζουν τον λεκτικό τραμπουκισμό με την ελευθερία έκφρασης. Πρόκειται για ανθρώπους δυστυχισμένους που η μόνη τους ευχαρίστηση είναι να προσβάλλουν αναίτια τους άλλους μέσα απ’ την ασφάλεια του σπιτιού τους και πολύ συχνά κρυμμένοι πίσω απ’ την ανωνυμία. Και είναι ακριβώς η απόσταση και η ανωνυμία που τους δίνει το θράσος να παριστάνουν τους νταήδες. Είναι σίγουρο πως αν είχαν μπροστά τους τους ανθρώπους που βρίζουν διαδικτυακά δεν θα τολμούσαν να πουν λέξη. Όπως δεν τολμούν να πουν λέξη για τις αιτίες της οργής τους.

Δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι εξοικοιωμένο με αυτή την αθλιότητα και τη θεωρεί απόλυτα φυσιολογική. Συχνά ακούμε εκφράσεις του τύπου: «Όταν εκτίθεσαι πρέπει να δέχεσαι και την κριτική» όπου κριτική εννοούν το υβρεολόγιο χαμαιτυπείου. Και δεν θα μου έκανε καθόλου εντύπωση αν άνθρωποι που λούζουν με βρισιές κάποιον επειδή δεν τους αρέσει μια φωτογραφία που ανέβασε, σε περίπτωση που αυτοκτονήσει κάποια έφηβη επειδή δεν μπορεί να αντέξει τον διαδικτυακό τραμπουκισμό αποτίουν φόρο τιμής στη μνήμη της και ξιφουλκούν ενάντια στο bullying. Δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε ιστολόγια με μεγάλη επισκεψιμότητα όπου μεγάλο ποσοστό της ύλης τους είναι σατιρικά κείμενα που τα δημοσιεύουν ως πραγματικές ειδήσεις και κουτσομπολιά. Εκεί κάτω από βίντεο με τίτλους όπως: «Ο ηλίθιος της χρονιάς» θα δείτε δακρύβρεχτα άρθρα για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Περί νοσταλγίας

Πολύ συχνά οι άνθρωποι νοσταλγούν το παρελθόν. Στην πραγματικότητα αυτό που νοσταλγούν δεν είναι μια συγκεκριμένη εποχή για παράδειγμα η δεκαετία του ’60 ή του ’70 αλλά τα νιάτα τους και τα παιδικά τους χρόνια. Μαζί με τη νοσταλγία συνήθως έρχεται και ο εξωραϊσμός του παρελθόντος ίσως γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να θυμούνται ό,τι τους κάνει να αισθάνονται ευχάριστα. Έτσι, πολλές φορές θα ακούσουμε για το πόσο ωραία ήταν η Αθήνα παλιότερα με λιγότερες πολυκατοικίες και περισσότερο πράσινο, όμως σχεδόν ποτέ δεν θα ακούσουμε ότι παλιότερα οι δημόσιες συγκοινωνίες ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση σε σχέση με σήμερα και ότι για να πάει κάποιος απ’ τη μια περιοχή της Αθήνας στην άλλη έπρεπε να κάνει ολόκληρο ταξίδι. Στο πλαίσιο λοιπόν της ωραιοποίησης του παρελθόντος εκφράζεται και η άποψη ότι παλιότερα υπήρχε περισσότερη αγνότητα και τιμιότητα απ’ ό,τι σήμερα. Ότι υπήρχε αθωότητα που τώρα πια έχει χαθεί. Και παρόλο που θα μπορούσε μια τέτοια άποψη να είναι συζητήσιμη, ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται με εκφράσεις του τύπου «Παλιά οι άνθρωποι ήταν τίμιοι και αγνοί, τώρα κοιτάνε όλοι να σε κλέψουν» την καθιστά πολύ προβληματική. Πέρα απ’ την αφέλεια και τον ρατσισμό που κρύβει μια τέτοια άποψη που θεωρεί ότι οι ανθρώπινες αρετές συναντώνται σε συγκεκριμένες εποχές σαν να είναι κάποια μόδα, δείχνει και παντελή άγνοια της πραγματικότητας. Εκτός απ’ το ότι παραγνωρίζει κάτι αυτονόητο ότι δηλαδή σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο υπάρχουν καλοί και κακοί, τίμιοι και άτιμοι, αγνοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι, δείχνει να αγνοεί ότι σε εποχές που υποτίθεται άνθιζαν η αγνότητα και η τιμιότητα και όλοι ήταν αθώοι υπήρχαν και σκάνδαλα και εγκλήματα και ένα πολύ πλούσιο αστυνομικό δελτίο, αλλά και φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού όπου κάποιοι επιτήδειοι πλούτισαν αγοράζοντας σπίτια για έναν τενεκέ λάδι.

Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε κάποια κοινωνικά φαινόμενα που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν καθημερινά και σήμερα αν δεν έχουν εκλείψει παντελώς, όταν εκδηλώνονται προκαλούν αποτροπιασμό. Αυτά τα φαινόμενα δείχνουν ότι οι εποχές που κάποιοι νοσταλγούν κάθε άλλο παρά αθώες ήταν. Μέχρι πριν περίπου τριάντα χρόνια λοιπόν πολλά παιδιά ξυλοκοπούνταν ανελέητα απ’ τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Ο ξυλοδαρμός ανυπεράσπιστων παιδιών εκτός από καθημερινό φαινόμενο με σχεδόν καθολική αποδοχή ήταν και μέθοδος σωφρονισμού. Η παροιμία «Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο» εκφράζει εύγλωττα και ξεδιάντροπα τις αντιλήψεις περασμένων εποχών γύρω απ’ τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αλλά τα παιδιά δεν ήταν τα μόνα που υπέφεραν από τέτοιες συμπεριφορές. Σε αυτές τις «αγνές» και «αθώες» εποχές στις οποίες αναφέρομαι οι ψυχικά ασθενείς (ο περίφημος «τρελός του χωριού» ή «τρελός της γειτονιάς») τραμπουκίζονταν και εξευτελίζονταν καθημερινά χωρίς κανένα λόγο, έτσι απλώς για να περνάει η ώρα. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμία ουσιαστική κρατική μέριμνα για αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν τους προστάτευε κανείς αλλά ακόμα και οι οικογένειές τους ντρέπονταν για αυτούς. Μαζί με όλα αυτά μια πολύ δημοφιλής διασκέδαση για τα παιδιά περασμένων εποχών ήταν ο βασανισμός και η θανάτωση δύστυχων ζώων. Γάτες, σκυλιά και πουλιά που είχαν την ατυχία να βρεθούν στον δρόμο βαριεστημένων παιδιών και εφήβων κυνηγιούνταν με πέτρες, κλωτσούνταν και θανατώνονταν σαν να ήταν άψυχα αντικείμενα. Οι πρωταγωνιστές αυτής της φρίκης μάλιστα επαίρονταν για τα «κατορθώματά» τους. Η νεοελληνική λογοτεχνία βρίθει από τέτοιες αναφορές.

Για να μη μακρηγορήσω δεν θα αναφερθώ στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση που υφίσταντο πολλοί άνθρωποι λόγω επαγγέλματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, προσωπικών επιλογών ή κάποιας ασθένειας. Όσα ήδη αναφέρθηκαν πιστεύω πως είναι αρκετά ενδεικτικά. Επίσης δεν θα αναφερθώ σε ακόμα παλιότερες εποχές που οι καταδικασμένοι σε θάνατο εκτελούνταν δημόσια και πλήθος κόσμου παρακολουθούσε ανθρώπους να πεθαίνουν σαν να ήταν θεατρική παράσταση, ιθαγενείς απ’ τις αποικίες των μεγάλων δυνάμεων παρουσιάζονταν σαν εκθέματα σε θεματικά πάρκα όπως τα ζώα στους ζωολογικούς κήπους ή πωλούνταν ως σκλάβοι. Η γνώμη μου είναι ότι παλιότερα υπήρχε πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα και λιγότερη ανθρωπιά σε σχέση με σήμερα. Λόγω των πολέμων, της παιδικής θνησιμότητας αλλά και θανάτου από αρρώστιες που σήμερα είναι ιάσιμες, οι άνθρωποι ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι με τον θάνατο ενώ η μεγαλύτερη εξαθλίωση που υπήρχε ευνοούσε φαινόμενα όπως η παιδική εργασία. Επίσης το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού ήταν πολύ χαμηλότερο και σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούσαν η αμάθεια και ο σκοταδισμός. Απ’ την άλλη λόγω βλακωδών κοινωνικών αντιλήψεων ήταν πολύ δύσκολο να εκφραστούν συναισθήματα καθ’ όλα αγνά και ανθρώπινα. Όσο για την τιμιότητα ας σκεφτούμε σε εποχές που ο αναλφαβητισμός έκανε θραύση πόσοι άνθρωποι γίνονταν θύματα επιτήδειων και έχαναν την περιουσία τους. Αν κάτι έχουμε να ζηλέψουμε από παλιότερες εποχές αυτό σίγουρα δεν είναι η αθωότητα.

Οι εναπομείναντες

Αυτή την εποχή αδειάζουν οι πόλεις και γεμίζουν οι παραλίες. Ακούμε συνεχώς ευχές για «Καλό καλοκαίρι» και «Καλές διακοπές» και τα βράδια επικρατεί ησυχία. Οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν και πολλά καταστήματα κλείνουν για λίγες εβδομάδες. Είναι η εποχή που όσοι έχουν τη δυνατότητα πηγαίνουν κάπου να ξεκουραστούν και να ξεφύγουν απ’ τα προβλήματα της καθημερινότητας. Επιστρέφοντας απ’ τις διακοπές θα έχουν ανακτήσει δυνάμεις και θα έχουν κάτι ευχάριστο να θυμούνται τον χειμώνα. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που αυτή την περίοδο δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή τους. Το μόνο διαφορετικό είναι τα κουνούπια και η ανυπόφορη ζέστη. Συνεχίζουν να περιμένουν το λεωφορείο, να αναζητούν λύσεις σε αμέτρητα προβλήματα, να τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους, να αγωνιούν για το αύριο. Περνάει το καλοκαίρι χωρίς να έχουν πάρει ανάσα. Οι διακοπές για αυτούς τους ανθρώπους είναι μια μακρινή ανάμνηση. Παραμένουν στην πόλη και περιμένουν να έρθει το φθινόπωρο για να δροσίσει λίγο ο καιρός.

Το καλοκαίρι όντας μια μεταβατική περίοδος είναι φορτωμένο με ελπίδες και προσδοκίες. Κάθε φθινόπωρο είναι και μια καινούργια αρχή. Είναι η εποχή που ανταμείβονται κόποι και θυσίες, εκπληρώνονται όνειρα, επιτυγχάνονται στόχοι. Καμιά φορά χρησιμεύει και σαν δικαιολογία για την αναβλητικότητα και την απραξία. Άλλες φορές πάλι λόγω ματαιώσεων, απογοητεύσεων και διαψεύσεων το φθινόπωρο μοιάζει μια εποχή σαν όλες τις άλλες. Που δεν ελπίζεις τίποτα, φοβάσαι πολλά και αισθάνεσαι όλο και λιγότερο ελεύθερος. Που δεν σηματοδοτεί τίποτα παρά μόνο ένα ακόμα χαμένο καλοκαίρι. Και για να επιστρέψουμε στο καλοκαίρι αυτό που για κάποιους είναι χαλάρωση και ξεγνοιασιά για κάποιους άλλους είναι η άσφαλτος που καίει, τα τσιμέντα που βράζουν και ο θόρυβος του ανεμιστήρα. Και πικρία. Και περισσότερη μοναξιά. Μεγαλώσαμε. Κάποτε το καλοκαίρι μετρούσαμε τα μπάνια που έχουμε κάνει και τα παγωτά που έχουμε φάει. Τώρα μετράμε τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν και τις δόσεις της εφορίας.

Η γυναίκα του Καίσαρα

Συχνά ακούμε ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Για πολλούς αυτό θεωρειται αυταπόδεικτη αλήθεια που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει. Επίσης συμπληρωματικά με την παραπάνω άποψη λέγεται ότι πρέπει να σεβόμαστε τις αποφάσεις της. Το παράλογο εδώ είναι ότι άνθρωποι που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τη Δημοκρατία θεωρούν έναν κρατικό θεσμό υπεράνω κριτικής. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποδίδεται στη Δικαιοσύνη είναι η αμεροληψία, με τη γνωστή φράση «Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή». Το ότι η Δικαιοσύνη είναι τυφλή είναι εν μέρει σωστό. Σε πολλές περιπτώσεις η Δικαιοσύνη είναι όχι μόνο τυφλή αλλά και κουφή. Όταν ο Γιάννης Καυκάς μεταφέρθηκε ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο απ’ τα χτυπήματα αστυνομικών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, όταν ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος έχασε την ακοή του από χειροβομβίδα κρότου – λάμψης, όταν διαδηλωτής έχασε το μάτι του από δακρυγόνο στη διαδήλωση για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν βασανίστηκαν οι συλληφθέντες της αντιφασιστικής μοτοπορείας στον Άγιο Παντελεήμονα η Δικαιοσύνη δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα. Οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των εγκλημάτων κυκλοφορούν ανάμεσά μας συνεχίζοντας την εγκληματική τους δράση. Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, όχι μόνο δεν κλήθηκαν καν να δώσουν εξηγήσεις, αλλά δεν μάθαμε ούτε τα ονόματά τους.

Η Δικαιοσύνη λοιπόν όπως λέγεται είναι ανεξάρτητη. Για την οικονομία της συζήτησης ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε μια ταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι και η Δικαιοσύνη ταξική και ας εξετάσουμε μόνο κάποια γεγονότα των τελευταίων ετών. Ας μιλήσουμε δηλαδή για τη Δικαιοσύνη με βάση αυτά που βλέπουμε, γιατί σύμφωνα με την παροιμία η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια αλλά και να φαίνεται. Με μια γρήγορη ματιά βλέπουμε ότι η Δικαιοσύνη είναι εξαιρετικά επιεικής με αυτούς που κατέκλεψαν δημόσιο χρήμα ενώ απ’ την άλλη εξαντλεί την αυστηρότητά της σε διαδηλωτές και ανθρώπους που υπερασπίζονται τον τόπο τους απ’ την καταστροφή, όπως στις Σκουριές. Επίσης μια σειρά αποφάσεών της είναι ευνοϊκές για τους εργοδότες την ίδια στιγμή που απεργίες κηρύσσονται παράνομες. Την ίδια επιείκεια που δείχνει η Δικαιοσύνη στους καταχραστές δημοσίου χρήματος δείχνει και απέναντι σε αστυνομικούς και ακροδεξιούς. Ανεξάρτητα απ’ τις κατηγορίες οι παραπάνω τις περισσότερες φορές τη γλυτώνουν με μερικούς μήνες με αναστολή, όταν δεν αθωώνονται. Και αυτό τη στιγμή που έχουν προφυλακιστεί άνθρωποι που απλώς περνούσαν από κάποιο σημείο που γίνονταν συγκρούσεις και η εμφάνισή τους δεν άρεσε στους αστυνομικούς ή απλώς έκαναν συλλήψεις στον σωρό. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Μάριου Ζέρβα και του Θοδωρή Ηλιόπουλου, τελευταίου κρατούμενου του Δεκέμβρη που αποφυλακίστηκε μετά από πολυήμερη απεργία πείνας.

Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η Δικαιοσύνη θυμίζει κυριολεκτικά καφκικό εφιάλτη. Ο Τάσος Θεοφίλου καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη για τη ληστεία στην Πάρο και τη δολοφονία του Δημήτρη Μίχα με μοναδικό στοιχείο δείγμα D.N.A. του σε ένα καπέλο το οποίο δεν υπήρχε στην πρώτη έκθεση ευρημάτων. Μάταια πάσχιζαν ο ίδιος, οι συνήγοροί του και πλήθος επιστημόνων να αποδείξουν το αυτονόητο: Ότι δηλαδή ένα δείγμα D.N.A. σε κινητό αντικείμενο δεν συνιστά στοιχείο. Δεν τον αναγνώρισε κανένας μάρτυρας, ενώ την ίδια στιγμή δεκάδες μάρτυρες βεβαίωναν ότι ήταν μαζί του στην Αθήνα τη μέρα της ληστείας. Δεν υπήρχε κανένα απολύτως στοιχείο, καμία απόδειξη, ούτε καν ένδειξη και παρά ταύτα καταδικάστηκε και πέρασε άδικα πέντε χρόνια απ’ τη ζωή του στη φυλακή μέχρι να αθωωθεί σε δεύτερο βαθμό. Το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται στην περίπτωση της Ηριάννας και του Περικλή. Και οι δυο καταδικάστηκαν σε δεκατρία χρόνια φυλακή για συμμετοχή στη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς με μοναδικό στοιχείο μισό δείγμα D.N.A. τους. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς στοιχεία, χωρίς αποδείξεις. Ενάντια σε κάθε έννοια δικαίου και λογικής. Όπως βλέπουμε λοιπόν με βάση τα γεγονότα η Δικαιοσύνη δεν είναι, ούτε φαίνεται ανεξάρτητη. Αντίθετα μια Δικαιοσύνη που καταστρέφει ανθρώπινες ζωές με το έτσι θέλω είναι ασύδοτη και θύματα της ασυδοσίας της μπορούμε να είμαστε όλοι. Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή μας αφορά όλους, γιατί όταν ποινικοποιούνται οι προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις και αθώοι άνθρωποι φυλακίζονται χωρίς στοιχεία κανείς δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος.

Ο παντογνώστης

Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου που οι περισσότεροι είχαμε την ατυχία να γνωρίσουμε στον εργασιακό μας χώρο ή σε κάποιο φιλικό κύκλο. Είναι αυτός που ξέρει ελάχιστα και νομίζει ότι ξέρει τα πάντα. Πάντοτε έχει κάποιον ξάδελφο ή κάποιον φίλο που έχει κάποια πολύ σπουδαία θέση στην τάδε ή στη δείνα εταιρεία, σε κάποια υπηρεσία ή οργανισμό και ξέρει από πρώτο χέρι όλα τα σκοτεινά μυστικά και όσα όλοι οι υπόλοιποι αγνοούν. Τα καθήκοντα που έχει ο περιβόητος ξάδελφος ή φίλος είναι πάντα ασαφή πάντως η θέση του είναι πολύ σπουδαία. Μιλάει με απόλυτη βεβαιότητα για το βιοτικό επίπεδο, τους μισθούς, τα ενοίκια και το εκπαιδευτικό σύστημα χωρών που δεν ξέρει καν πού βρίσκονται. Δεν έχει περάσει ούτε απ’ έξω από ελληνικό πανεπιστήμιο και τη Γερμανία την έχει δει μόνο στον χάρτη, ξέρει όμως ότι τα γερμανικά πανεπιστήμια είναι καλύτερα απ’ τα ελληνικά. Το σύμπλεγμα ραγιαδισμού απ’ το οποίο διακατέχεται τον κάνει να πιστεύει ότι στις άλλες χώρες τα πάντα είναι καλύτερα.

Είναι ζήτημα αν έχει πάει δυο φορές όλες κι όλες στη ζωή του στο θέατρο αλλά ξέρει ότι στον χώρο του θεάτρου υπάρχουν κυκλώματα, ξέρει επίσης πώς λειτουργούν και ποιοι συμμετέχουν σ’ αυτά. Δεν διαβάζει λογοτεχνία ξέρει όμως με βεβαιότητα ότι τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει εμφανιστεί κανένας αξιόλογος συγγραφέας. Όπως ξέρει ότι τα λογοτεχνικά βραβεία απονέμονται με αδιαφανή τρόπο και οι συγγραφείς που έχουν τιμηθεί με κάποιο βραβείο δεν το αξίζουν. Ξέρει ακόμα ότι ο κόσμος δεν διαβάζει και αν κάποιος του μιλήσει για τους εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους που υπάρχουν στην Ελλάδα, τα δεκάδες λογοτεχνικά περιοδικά, τις εκθέσεις βιβλίου, τις λογοτεχνικές ιστοσελίδες, τα φεστιβάλ και bazaar βιβλίου που προσελκύουν πλήθος κόσμου θα απαντήσει ότι κάποτε διάβασε μια έρευνα σύμφωνα με την οποία ο κόσμος δεν διαβάζει. Δεν έχει καμία σχέση με τον κινηματογράφο ξέρει όμως ότι οι μεγάλοι σκηνοθέτες δεν αξίζουν και ότι τους προώθησε κάποιο κύκλωμα. Και δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να εξοργιστεί ή να κλάψει απ’ τα γέλια όταν πιάνει στο στόμα του διεθνώς καταξιωμένους σκηνοθέτες που σπουδαίοι ομότεχνοί τους υποκλίνονται μπροστά στο ταλέντο τους.

Ξέρει ότι όλοι οι δικηγόροι είναι απατεώνες γιατί κάποτε χρειάστηκε νομικές υπηρεσίες και ο δικηγόρος στον οποίο απευθύνθηκε ζήτησε να πληρωθεί για τη δουλειά του. Ξέρει ότι οι γιατροί είναι όλοι χασάπηδες και πήραν το πτυχίο τους με μέσο γιατί κάπου, κάποτε άκουσε ότι η θεία κάποιου μπήκε στο νοσοκομείο για εγχείρηση ρουτίνας και πέθανε. Γενικά πιστεύει ότι όλοι οι επιστήμονες είναι υποταγμένοι σε μεγάλα συμφέροντα και όποιος απ’ αυτούς τολμήσει να σπάσει την ομερτά βρίσκεται νεκρός. Δεν έχει αγωνιστεί ποτέ, ξέρει όμως ότι οι αγώνες είναι μάταιοι και όσοι αγωνίζονται εξαργυρώνουν τους αγώνες τους. Αν αναφέρει κάποιος μια νικηφόρα απεργία, για παράδειγμα, θα ρωτήσει με δυσπιστία “Πότε έγινε αυτό;” και αφού βεβαιωθεί ότι είναι αλήθεια θα αρχίσει τις ιστορίες για αγρίους ή θα πει “Κι εγώ γιατί δεν το άκουσα;” επιρρίπτοντας στους άλλους την ευθύνη για τη δική του άγνοια. Ενώ αν του μιλήσουν για χιλιάδες ανθρώπους που έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους με αξιοπρέπεια και δεν πρόδωσαν ούτε εξαργύρωσαν τους αγώνες τους, θα καταφύγει σε κάποιο συνωμοσιολογικό σενάριο.

Αμφισβητεί με θράσος όσους έχουν ασχοληθεί για χρόνια με κάποιο αντικείμενο και αφού στριμωχτεί λέει “Αυτή είναι η άποψή μου” νομίζοντας ότι αυτό είναι άλλοθι για την κάθε ανοησία. Όταν θέλει να κάνει τους άλλους να νιώσουν ενοχές για τα δικά του ελαττώματα μιλάει σε πρώτο πληθυντικό. Όταν δε βρίσκεται σε κρίση μισανθρωπίας ξεστομίζει γκεμπελίστικες αθλιότητες του τύπου “Έχουμε τη λαμογιά στο αίμα μας” με αφορμή κάποια είδηση απ’ το αστυνομικό δελτίο. Όταν κάποιος αισθανθεί προσβεβλημένος και του ζητήσει τον λόγο, σαν θρασύδειλος που είναι καταφεύγει σε ανοησίες του τύπου “Γενικά μιλάω, μην το παίρνεις προσωπικά”. Προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τσιτάτα που αλίευσε από δω κι από κει τα οποία πάντα αποδίδει σε λάθος πρόσωπο. Παριστάνει τον βαθιά σκεπτόμενο άνθρωπο αναμασώντας χιλιοειπωμένα κλσέ του τύπου “Η παιδεία μας πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο” ενώ ποτέ δεν υποστηρίζει αυτά που λέει με επιχειρήματα. Είναι πολύ δειλός για να ζητήσει συγγνώμη και πολύ μικροπρεπής για να παραδεχτεί το λάθος του, αλλά αρκετά θρασύς για να απαξιώσει ανθρώπους που θεωρούνται αυθεντίες στον τομέα τους. Ποτέ δεν θα πει καλή κουβέντα για άνθρωπο και τις επιτυχίες των άλλων τις αποδίδει στην τύχη ή σε κάποια σκοτεινά κέντρα που προωθούν τους δικούς τους και κλείνουν τις πόρτες στους πραγματικά άξιους. Όταν μιλάει πονάνε τα αυτιά μας απ’ τα εκφραστικά και συντακτικά λάθη που κάνει αλλά χαρακτηρίζει τους άλλους αμόρφωτους.

Ο παντογνώστης φυσικά έχει άποψη και για την κρίση. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είναι λίγο μπερδεμένος. Απ’ τη μία πιστεύει ότι υπεύθυνοι για την κρίση είναι οι ξένοι που μας ζηλεύουν για τον πολιτισμό μας, αλλά απ’ την άλλη πιστεύει ότι η οικονομική κρίση είναι αποτελέσμα της πολιτισμικής κρίσης που μας ταλανίζει εδώ και δεκαετίες. Έτσι, υποστηρίζει πότε τη μία πότε την άλλη άποψη ανάλογα με τη διάθεσή του. Κάνει αυθαίρετες γενικεύσεις και όταν η πραγματικοτητα δεν τον βολεύει επινοεί επί τόπου μια ιστορία που υποτίθεται πως υποστηρίζει την άποψή του. Μεμψιμοιρεί και μιλάει ισοπεδωτικά και για αυτόν τα πράγματα είναι πάντα “άσπρο” ή “μαύρο” σαν να μην υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις.

Όταν οι άλλοι αρνούνται να δεχτούν τις ασυναρτησίες του σαν απόλυτη αλήθεια τούς κατηγορεί ότι δεν σέβονται τη γνώμη του. Ενίοτε μπορεί να γίνει διασκεδαστικός, επειδή όμως αυτό είναι σπάνιο συνήθως οι γύρω του ξεκινούν μεταξύ τους συζητήσεις για άλλα θέματα και τον αφήνουν να αγορεύει μόνος του. Όντας εριστικός, αγενής και επηρμένος πολλές φορές απομονώνεται και τότε μονολογεί συνεχώς για την κακία των ανθρώπων. Γιατί όπως προανέφερα για τον παντογνώστη όλα είναι “άσπρο” ή “μαύρο” οπότε εφόσον δεν αναγνωρίζετα η μεγαλοφυΐα του, όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί.

Τα ψέματα του Απρίλη

Ζούμε μες στο ψέμα. Απ’ τη στιγμή που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Όσοι αναλαμβάνουν να μας γνωρίσουν τον κόσμο που μας περιβάλλει και να μας προετοιμάσουν για να γίνουμε μέλη της κοινωνίας, μας λένε ψέματα, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα. Οι γονείς μας αναγκάζονται να μας πουν ψέματα για να μας προστατεύσουν απ’ την αλήθεια που είναι πολύ σκληρή για τα παιδιά. Οι δάσκαλοι στα σχολεία μας λένε ψέματα, έτσι ώστε όταν μεγαλώσουμε να νομίζουμε το ψέμα για αλήθεια. Οι μεγάλοι μας λένε ψέματα γιατί μπερδεύουν την αθωότητα με την αφέλεια ή γιατί έχουν ξεχάσει ότι και οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε παιδιά. Τα παραμύθια μας λένε ψέματα, μόνο που κάτω απ’ αυτά τα ψέματα κάποιες φορές κρύβονται αλήθειες που αν φανερωθούν γίνονται επικίνδυνες.

Όταν μεγαλώνουμε εξακολουθούμε να ζούμε μες στο ψέμα. Αυτοί που μας κυβερνούν μας λένε ψέματα, γιατί η εξουσία τους στηρίζεται στο ψέμα. Αυτοί που μας ενημερώνουν μας λένε ψέματα, γιατί στηρίζουν την εξουσία που στηρίζεται στο ψέμα. Οι εργοδότες μας λένε ψέματα, γιατί οι εργαζόμενοι που ξέρουν την αλήθεια αντιδρούν στην αδικία. Αυτοί που μας εκπροσωπούν μας λένε ψέματα, γιατί αν έλεγαν την αλήθεια δεν θα χρειαζόμασταν εκπροσώπους. Αυτοί που μας ψυχαγωγούν μας λένε ψέματα, γιατί τα ψέματα αποκοιμίζουν και όταν είναι χαριτωμένα μοιάζουν πολύ αληθινά. Αυτοί που μας νουθετούν μας λένε ψέματα, γιατί φοβούνται την αλήθεια. Αυτοί που έχουν ταχθεί να μας προστατεύουν μας λένε ψέματα, γιατί οι άνθρωποι που ξέρουν την αλήθεια δεν χρειάζονται προστασία. Αυτοί που μας αγαπούν μας λένε ψέματα, γιατί η αγάπη έχει τους δικούς της νόμους που αψηφούν την αλήθεια. Αυτοί που μας μισούν μας λένε ψέματα, γιατί το μίσος τυφλώνει και τα μάτια βλέπουν μόνο όσα θέλουν να δουν. Αυτοί που μας πληγώνουν μας λένε ψέματα για να μας πονέσουν περισσότερο. Αυτοί που μας παρηγορούν μας λένε ψέματα γιατί η αλήθεια δεν επουλώνει πληγές.

Μπροστά σε τόσα ψέματα, τα ψέματα της Πρωταπριλιάς μοιάζουν πολύ αθώα. Τόσο που δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε απ’ τα ψέματα που μας παρουσιάζουν για αλήθεια. Πολλές φορές είναι πιο πιστευτά απ’ τα ψέματα που ακούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Άλλες φορές είναι όνειρα, ευχές και επιθυμίες που μεταμορφώνονται σε ψέματα χάριν του πρωταπριλιάτικου εθίμου. Είναι σαν κι αυτά που μας λένε οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας για να μας παρηγορήσουν και να μας προστατεύσουν. Όπως και να ‘χει είναι ψέματα ανώδυνα, ανάμνηση μιας χαμένης αθωότητας παλιότερων εποχών. Αν αφεθούμε στη γοητεία των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων μπορεί και να γίνουμε πιο δύσπιστοι απέναντι στα άλλα ψέματα, σε αυτά δηλαδή που μας κρατάνε στο σκοτάδι και καθορίζουν τη ζωή μας. Επιστρέφοντας για λίγο νοερά στην αγνότητα και την απλότητα των παιδικών μας χρόνων, ίσως διακρίνουμε θαμμένη κάτω από τόνους προπαγάνδας, συκοφαντίας και φλυαρίας την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια, που είναι πολύτιμη γιατί είναι σπάνια, για να βρεθεί χρειάζεται ανοιχτά μάτια, καθαρό μυαλό και καθαρή καρδιά. Όσο και να την κρύβουν μπορούμε να την ανακαλύψουμε αν διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας.

Από ξένο τόπο

Τις τελευταίες εβδομάδες στο λιμάνι του Πειραιά έχει γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος. Ένα κόσμος ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Η τραγωδία των προσφύγων έχει φέρει ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης στους χώρους που φιλοξενούνται πρόσφυγες με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν όπως μπορούν. Η προσφορά σε τρόφιμα και ρούχα από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και ηλικίας έχει ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Οι πρώτες εικόνες που αντικρίζει κανείς όταν έρχεται για πρώτη φορά είναι πρωτόγνωρες. Πρόσφυγες στοιβαγμένοι στους κλειστούς χώρους του λιμανιού και σε σκηνές και εθελοντές να τρέχουν ασταμάτητα. Τα πρώτα συναισθήματα είναι αντιφατικά. Θλίψη για τον Γολγοθά αυτών των ανθρώπων αλλά και χαρά και αισιοδοξία γιατί κανείς δεν είναι μόνος του. Οτιδήποτε κι αν χρειαστεί κάποιος πρόσφυγας οι εθελοντές θα κάνουν ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να βοηθήσουν. Μαζί μ’ αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα γεννιούνται και τα πρώτα ερωτήματα. Πώς μπορεί να χωρέσει ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου σε μια βαλίτσα; Πώς χωράει τόσος πόνος μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα; Πού βρίσκουν τη δύναμη να χαμογελάνε;

Ο χρόνος συμπυκνώνεται. Όσα δεν έχει ζήσει κανείς μια ζωή τα ζει εδώ σε λίγες ώρες. Μέσα σε μερικές μέρες γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους που αν δεν τους είχα γνωρίσει από κοντά δεν θα πίστευα ότι υπάρχουν. Που μου φέρθηκαν με απέραντη καλοσύνη, σαν αδελφικοί φίλοι, αν και είχαμε γνωριστεί λίγες ώρες πριν. Που για αυτούς η αλληλεγγύη σε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη είναι αυτονόητη. Και έρχεται κάποια στιγμή που τα δικά σου προβλήματα σού φαίνονται μικρά. Γυρίζεις στο σπίτι και αγωνιάς. Για το αν θα βρεθεί σκηνή για τον πρόσφυγα που η μητέρα του είναι άρρωστη. Για το αν θα βρεθεί καρότσι για την οικογένεια με το μωρό. Οι ανάγκες δεν σταματούν ποτέ, όπως δεν σταματάει ποτέ και ο αγώνας για την κάλυψή τους. Όμως ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά από ένα παιδί σε κάνουν να ξεχνάς την κούραση. Και στο τέλος της μέρας αυτά που έχεις πάρει είναι περισσότερα απ’ αυτά που έχεις δώσει. Η ευγνωμοσύνη που βλέπεις στα μάτια ανθρώπων που έχεις βοηθήσει έστω και λίγο είναι κάτι που δεν ξεπληρώνεται με τίποτα. Η αγάπη που έχεις πάρει είναι τόση που στην ερώτηση αν θα είσαι και την επόμενη μέρα εκεί η απάντηση είναι αυτονόητη.

Σε κάποια απ’ τις δραστηριότητες για τα παιδιά τα προσφυγόπουλα έχουν μαζευτεί γύρω από κάποιον που παίζει με το ακορντεόν έναν μικρασιάτικο σκοπό: “Από ξένο τόπο κι από αλαργινό ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ”. Από ξένο τόπο φαίνεται να είναι και όλοι αυτοί οι μισάνθρωποι που εκτοξεύουν λάσπη και χολή εναντίον κατατρεγμένων ανθρώπων γιατί ξαφνικά ξέχασαν τι σημαίνει προσφυγιά. Που χαίρονται όταν πνίγονται παιδιά. Που μέσα στην ανοησία τους νομίζουν ότι οι πρόσφυγες ευθύνονται για τα προβλήματά τους. Από ξένο τόπο, στον οποίο απουσιάζει κάθε ανθρώπινη αξία, μοιάζουν να είναι κι αυτοί που αποφασίζουν για τις τύχες όλων μας. Αντιμετωπίζουν με σαδιστική αναλγησία την προσφυγική τραγωδία αρνούμενοι να κάνουν έστω και τα στοιχειώδη για να ανακουφίσουν τον πόνο αυτών των ανθρώπων, τον πόνο που οι ίδιοι προκάλεσαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους.

Μνήμη Θόδωρου Αγγελόπουλου

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια απ’ τον αιφνίδιο θάνατο του κορυφαίου κινηματογραφιστή Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συνδυάζοντας το αστείρευτο ταλέντο του με μια σπάνια ευαισθησία και την ευφυΐα του με μια ευρύτατη μόρφωση, πρόσφερε στον παγκόσμιο κινηματογράφο μια σειρά από αριστουργήματα αλλάζοντάς τον για πάντα. Στις Μέρες του ’36, που γυρίστηκαν το 1972, για να στηλιτεύσει τη δικτατορία των συνταγματαρχών γύρισε πίσω σε μια προηγούμενη δικτατορία, αυτή του Μεταξά, για να αφηγηθεί μια σειρά γεγονότων που ξεκινούν απ’ τη δολοφονία ενός συνδικαλιστή. Στον Θίασο οι ήρωες της αρχαίας τραγωδίας γίνονται πρωταγωνιστές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Απ’ τον πόλεμο του ’40 στη Μικρασιατική καταστροφή κι από εκεί στα πέτρινα μετεμφυλιακά χρόνια οι πρωταγωνιστές του Θιάσου περιοδεύουν στην Ελλάδα αφηγούμενοι αλλά και ζώντας τη σύγχρονη τραγωδία. Στην ταινία Οι κυνηγοί μια παρέα μεγαλοαστών που έχει πάει για κυνήγι πολλά χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, ανακαλύπτει το πτώμα ενός αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού και κυριεύεται από πανικό. Το πτώμα του αντάρτη συμβολίζει το φάντασμα της επανάστασης που τρομοκρατεί την αστική τάξη δεκαετίες μετά την ήττα. Στον Μεγαλέξαντρο ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κάνει κριτική στον σοσιαλισμό, όπως αυτός εφαρμόστηκε σε μια σειρά από χώρες, χρησιμοποιώντας μια προσωπικότητα της αρχαιότητας, όχι όμως στην ιστορική αλλά στη μυθική της διάσταση. Στο Βλέμμα του Οδυσσέα ένας σύγχρονος Οδυσσέας περιπλανιέται στα ταραγμένα Βαλκάνια απ’ τις αρχές του εικοστού αιώνα ως τις μέρες μας. Σε άλλες ταινίες του όπως το Ταξίδι στα Κύθηρα και το Λιβάδι που δακρύζει επικεντρώνεται σε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε μικρή ιστορία, στην ιστορία δηλαδή των ηρώων του, με φόντο τη μεγάλη ιστορία, δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα. Στην ταινία Μια αιωνιότητα και μια μέρα καταπιάνεται με θέματα όπως η αγωνία του θανάτου ενώ ταινίες όπως η Αναπαράσταση, που ήταν και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, και Τοπίο στην ομίχλη είχαν σαν αφορμή πραγματικά γεγονότα τα οποία πληροφορήθηκε απ’ τις εφημερίδες και τα διαπραγματεύτηκε σκηνοθετικά μέσα απ’ τη δική του ιδιαίτερη ματιά.

Ανεξάρτητα όμως απ’ τη θεματολογία κάθε ταινία του θέτει ερωτήματα, προβληματίζει, προκαλεί συναισθήματα. Στο επίκεντρο κάθε ταινίας του βρίσκεται ο άνθρωπος. Απ’ την Εκπομπή μέχρι τη Σκόνη του χρόνου ο άνθρωπος αναμετράται με τα πάθη του, τη μοίρα του, την ιστορία και τον θάνατο, περιπλανώμενος στον τόπο και στον χρόνο. Όσα αποτελούν το σύμπαν των ταινιών του, απ’ το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, είναι δοσμένα με απλό και ταυτόχρονα αριστουργηματικό τρόπο. Αυτή η ιδιαίτερη ματιά του που αναφέρθηκε και παραπάνω, το βλέμμα του ποιητή όπως έγραφε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης σε ένα βιβλίο του για τον Αγγελόπουλο, ξεχώρισε απ’ την αρχή και άφησε το στίγμα της στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος παρά το ότι κέρδισε από πολύ νωρίς την αναγνώριση δεν πρόδωσε ποτέ το όραμά του. Παρέμεινε ένας ακούραστος εργάτης της τέχνης του. Ακόμα και ο θάνατός του, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της τελευταίας του ταινίας, ήταν σε πλήρη συμφωνία με τη ζωή του. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος πέθανε όπως έζησε: Υπηρετώντας τον κινηματογράφο. Το πλούσιο έργο του θα εμπνέει για πάντα τις νέες γενιές κινηματογραφιστών.