Αμπαλάζ

Η φωνή του πνίγηκε από έναν ξερό βήχα. Πέταξε μια βρισιά, χτύπησε την πόρτα πίσω του και βγήκε έξω. Να τριγυρίσει για ώρες στους δρόμους, να ακούσει φωνές, να δει άγνωστα πρόσωπα, να γίνει ένα με το πλήθος. Να βρει μια ασήμαντη αφορμή να ξεσπάσει για να ξεχάσει. Να χαθεί μέσα στον κόσμο, μήπως και νιώσει πιο ελαφρύ το βάρος που του πλάκωνε το στήθος. Το βράδυ να γυρίσει κατάκοπος στο σπίτι και να πάει κατευθείαν για ύπνο. Να αποφύγει τις ενοχλητικές ερωτήσεις. Τις προάλλες τον ρώτησε η κόρη του τι θα της φέρει ο Άγιος Βασίλης. Σκέφτηκε να απαντήσει ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης ή ότι μισεί τους φτωχούς. Τελικά δεν απάντησε. Την έστειλε για ύπνο με τη δικαιολογία ότι είναι αργά κι έμεινε να κοιτάει τον τοίχο απέναντί του.

Προσπερνούσε τις στολισμένες βιτρίνες παραπατώντας ανάμεσα σε ανθρώπους φορτωμένους με πακέτα. Ο θόρυβος των γιορτινών δρόμων δεν ήταν αρκετός για να σκεπάσει τις φωνές που άκουγε μέσα του. Όλες αυτές τις φωνές που έλεγαν ότι είναι άχρηστος που δεν κατάφερε να βρει μια σταθερή δουλειά στα σαράντα του χρόνια, ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το παιδί του, ότι δεν έχει καταφέρει τίποτα στη ζωή του. Το χειρότερο όμως δεν ήταν όλα αυτά που λέγονταν εις βάρος του, όσο κι αν τον πονούσαν. Ήταν ότι κόντευε να τα πιστέψει κι ο ίδιος. Ήταν ότι ντρεπόταν για τη δυστυχία του κι αισθανόταν υπεύθυνος για αυτή. Ήταν ακόμα ότι ένιωθε να είναι βάρος για τους ανθρώπους που αγαπάει. Ήταν ότι ενώ τους ήθελε δίπλα του όσο ποτέ άλλοτε, με τη στάση του τους απομάκρυνε χωρίς να το καταλαβαίνει. Κι όταν καμιά φορά προσπαθούσε να τους μιλήσει ανοιχτά για το πόσο πολύ τους χρειαζόταν, το έκανε με έναν τρόπο εντελώς αδέξιο.

Συνέχισε την περιπλάνησή του για πολλές ώρες και δεν σταμάτησε παρά την κούραση και τον πόνο στα πόδια. Πότε πότε το βλέμμα του τραβούσαν τα γιορτινά φώτα και τα στολίδια. Ο χριστουγεννιάτικος στολισμός ήταν το περιτύλιγμα της πόλης που κάτω απ’ τα φανταχτερά του χρώματα έκρυβε την πραγματική της εικόνα. Η φτώχεια και η εξαθλίωση που υπήρχαν στους δρόμους της έμεναν στη σκιά μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές. Μόνο κάποιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις θύμιζαν ότι για κάποιους ανθρώπους η ζωή δεν ήταν ποτέ γενναιόδωρη.

Έφτασε στο σπίτι αργά. Κοντοστάθηκε για λίγο έξω απ’ την πόρτα. Μπήκε μέσα και κάθισε σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Κάπνισε ένα τσιγάρο για να κατασταλάξουν μέσα του εικόνες και σκέψεις. Κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Ξεντύθηκε αθόρυβα και ξάπλωσε. Ένιωσε το χέρι της γυναίκας του να τον αγκαλιάζει. Πλησίασε το σώμα του στο δικό της. Απ’ τα μισάνοιχτα παντζούρια έμπαινε στο δωμάτιο το πρώτο πρωινό φως. Έμειναν έτσι μέχρι που ξημέρωσε. Η μέρα που ξεκινούσε τους έβρισκε μαζί.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s