Εκεί που βασιλεύει ο θάνατος

Σηκώθηκε πολύ νωρίς. Έτσι κι αλλιώς δεν κατάφερε να κλείσει μάτι όλη νύχτα. Ξυρίστηκε και φόρεσε τα καλά του. Περίμενε. Πολλά χρόνια περίμενε αυτή τη στιγμή. Τώρα που είχαν απομείνει μόνο δυο ώρες μέχρι να έρθει, αυτές οι ώρες του φαίνονταν βουνό. Και για πρώτη φορά ένιωθε φόβο για αυτή τη στιγμή. Φόβο ότι μπορεί να ήταν για αυτόν ξένος. Προσπαθούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Όλα αυτά που ήθελε να του πει τόσα χρόνια έπρεπε να συμπυκνωθούν σε λίγες φράσεις. Θα τον ρωτούσε πώς πάει το σχολείο, αν έχει φίλους, πώς τα περνάει. Όταν έσπαγε ο πάγος θα μπορούσε να μιλήσει όπως ένιωθε. Θα του έλεγε για το πόσο πολύ του έχει λείψει, για τα βράδια που έμεινε άγρυπνος κοιτώντας τη φωτογραφία του, θα του έλεγε ότι αισθάνεται μισός μακριά του. Η ώρα είχε φτάσει. Σηκώθηκε αργά και διένυσε τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν απ’ την πολυαναμενόμενη στιγμή με βαριά βήματα σαν μελλοθάνατος.

Τον είδε επιτέλους μπροστά του. Ανάμεσά τους υπήρχαν δέκα χρόνια απουσίας του ενός απ’ τη ζωή του άλλου. Δέκα χρόνια σιωπής. Το τζάμι που τους χώριζε γιγάντωνε στα μάτια του αυτό το χρονικό διάστημα, μετέτρεπε αυτά τα χρόνια σε σκοτεινούς και παγωμένους αιώνες· ένα ασήκωτο φορτίο στις πλάτες του.

-Μεγάλωσες, είπε σοβαρά.

Μια συνηθισμένη λέξη που λένε οι γονείς στα παιδιά τους όταν έχουν να τα δουν πολύ καιρό. Μια φράση που δείχνει περηφάνια, καμάρι, χαρά. Στα δικά του χείλη δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά. Ήταν παράπονο. Ένα παράπονο προς αυτούς που του στέρησαν τόσα χρόνια τον γιο του. Δεν κατάφερε να πει άλλη λέξη. Όλα αυτά που ήθελε να πει προσέκρουαν πάνω στο τζάμι και γίνονταν κομμάτια. Ήταν απ’ τα λόγια που η απόσταση τα κάνει να μοιάζουν γυμνά κι άψυχα. Απ’ τα λόγια που είναι πολύ ανθρώπινα για να υπακούσουν σε απάνθρωπους κανονισμούς· που ψιθυρίζονται στο αυτί σαν παιδικά μυστικά· που για να ανέβουν στα χείλη χρειάζονται μια μεγάλη αγκαλιά να τα προστατεύει· που η ζεστασιά τους κάνει τα δέκα χρόνια απουσίας και σιωπής να μοιάζουν με μια στιγμή λύπης στη διάρκεια μιας ευτυχισμένης ζωής και τα δάκρυα με μερικές σταγόνες βροχής σε μια γαλήνια θάλασσα.

Κάποια στιγμή ο μικρός ακούμπησε το χέρι του στο τζάμι. Σχεδόν αντανακλαστικά μιμήθηκε την πράξη του. Τα χέρια τους απείχαν ελάχιστα εκατοστά. Εκατοστά που φάνταζαν χιλιόμετρα. Ένα κομμάτι τζάμι τα εμπόδιζε να ενωθούν. Η χειρότερη μορφή βίας που είχε νιώσει ποτέ.

-Τέλος χρόνου, είπε μια φωνή σε αυστηρό τόνο.

Ένιωσε ένα χέρι να τον τραβάει βίαια. Έμεινε με το χέρι κολλημένο στο τζάμι να κοιτάζει την απορία στα μάτια του παιδιού και τα σφιγμένα του δόντια που συγκρατούσαν τα δάκρυά του. Ήταν φιλότιμος ο μικρός και δεν ήθελε να του κάνει τέτοιο πικρό δώρο. Τον έσυραν στο κελί του και του επέβαλλαν πειθαρχική ποινή για παραβίαση του κανονισμού. Το πρωί τον βρήκαν παγωμένο με τη φωτογραφία του μικρού στα χέρια. Πίσω του άφησε ένα ανεξόφλητο χρέος. Μια αγκαλιά κι ένα φιλί που δεν πρόλαβε να δώσει στον γιο του. Κι ένα σημάδι σε ένα τζάμι να θυμίζει πως εκεί που λείπει η ανθρωπιά βασιλεύει ο θάνατος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s