Θέα στην άνοιξη

Τα παλιά στρατιωτάκια που βρέθηκαν στο πατάρι γέμιζαν τις τελευταίες μέρες τις άδειες ώρες τους. Μια γραμμή από κιμωλία στο πάτωμα παρίστανε τα σύνορα. Πολεμικές ιαχές, διαταγές, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις, σκοτωμοί, τραυματισμοί και βολές πυροβόλων τάραζαν την ησυχία του σαλονιού. Ώσπου κουράστηκαν να παίζουν με σοβαρά πράγματα. Έσβησαν τη γραμμή στο πάτωμα. Έβγαλαν τις στολές απ’ τους στρατιώτες τους για να μην ξεχωρίζουν. Τους σκόρπισαν σε όλα τα σημεία που λίγο πριν ήταν πεδίο μάχης.

Δεν ήταν πια αναλώσιμο υλικό αλλά άνθρωποι. Με ανάγκες, με επιθυμίες και συναισθήματα. Έκλεισαν τα μάτια και προσπάθησαν να φανταστούν τον κόσμο διαφορετικό. Για λίγες στιγμές ο παππούς τους δεν είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, αλλά ήταν ακόμη μαζί τους και τους έλεγε ιστορίες της νιότης του τα βράδια. Τον αδελφό τους δεν τον είχαν βρει ένα παγωμένο πρωί με μια σφαίρα στην καρδιά σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο, αλλά ήταν κοντά τους και τους πήγαινε κάθε Κυριακή στο λούνα παρκ. Η γιαγιά τους δεν φοβόταν να μιλήσει τη γλώσσα της. Δεν υπήρχαν άνθρωποι που περπατούσαν κυνηγημένοι μέρες ολόκληρες, ψάχνοντας έναν τόπο να ριζώσουν. Τα παιδιά που αντί να πηγαίνουν σχολείο έτρεχαν πεινασμένα να γλιτώσουν απ’ τις βόμβες, ήταν ένας εφιάλτης απ’ τον οποίον είχαν ξυπνήσει. Δεν υπήρχαν μάνες που περίμεναν μια ζωή απάντηση σε ένα κιτρινισμένο γράμμα. Δεν υπήρχαν παιδιά που το μόνο που είχαν για να θυμούνται τον πατέρα τους ήταν ένα ψυχρό στρατιωτικό έγγραφο. Στις πλατείες δεν υπήρχαν χαρτόκουτα που έκρυβαν μέσα κυνηγημένους ανθρώπους. Στους τοίχους δεν υπήρχαν σημάδια από σφαίρες, αλλά μόνο παιδικές ζωγραφιές: καραβάκια που αρμενίζουν στο πέλαγος και δάση με πολύχρωμα δέντρα. Δεν υπήρχαν άψυχα κορμιά που περιμένουν να αναγνωριστούν απ’ τους δικούς τους, για να ησυχάσουν οι ψυχές που τα είχαν εγκαταλείψει.

Οι άνθρωποι που όταν άκουγαν τον ήχο των αεροπλάνων έτρεχαν να κρυφτούν στα καταφύγια, τώρα ακούγοντας αυτόν τον ήχο ονειρεύονταν ταξίδια σε τόπους μακρινούς. Δεν υπήρχαν πόλεις χωρισμένες στα δύο. Η φωτιά και οι εκκωφαντικοί κρότοι δεν είχαν θέση στα νυχτερινά όνειρα. Ο φόβος δεν σερνόταν στους έρημους δρόμους κατεστραμμένων πόλεων και οι άνθρωποι κοιτάζονταν στα μάτια. Όλοι οι αδικοχαμένοι συγγενείς που βλέπανε στις φωτογραφίες κάθονταν σε ένα μεγάλο γιορτινό τραπέζι. Δεν υπήρχαν γκρεμισμένα σπίτια, καμμένα χωριά, νάρκες και συρματοπλέγματα. Τα όπλα ήταν στα μουσεία και ο πόλεμος σχήμα λόγου.

Άνοιξαν πάλι τα μάτια κι επανήλθαν στον πραγματικό κόσμο. Μετά από χρόνια ξαναήρθαν στο μυαλό τους αυτές οι εικόνες. Έμαθαν ότι είναι από μια άγνωστη μακρινή χώρα. Για να φτάσει κανείς εκεί, πρέπει να περπατήσει χιλιάδες χιλιόμετρα. Ο δρόμος είναι δύσβατος κι επικίνδυνος. Όσοι ξεκίνησαν για εκεί δεν γύρισαν ποτέ. Άλλοι έφτασαν, άλλοι δεν πρόλαβαν να φτάσουν. Άλλοι τους είπαν αφελείς, άλλοι αεροβάτες. Είναι που χρειάζεται ψυχή για να ονειρευτεί κανείς καινούργιους κόσμους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s