Με το ίδιο παράπονο στα μάτια

Η ώρα ήταν περασμένες τρεις. Οι τελευταίοι πελάτες ετοιμάζονταν να φύγουν. Οι σερβιτόροι μάζευαν τα τραπέζια. Εκείνος καθόταν σε μια σκοτεινή γωνιά πίσω από ένα σύννεφο καπνού. Σηκώθηκε αργά και βγήκε έξω. Στάθηκε στη μέση του δρόμου κι έριξε γύρω του μια ματιά γεμάτη παράπονο. Γιατί φοβήθηκε να ζήσει; Αυτό το ερώτημα δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Φοβήθηκε να ονειρευτεί, φοβήθηκε να διεκδικήσει, φοβήθηκε να αγαπήσει. Έτσι, κατέληξε απλώς να επιβιώνει και η ζωή να περνάει από δίπλα του. Περπάτησε για ώρα, ώσπου έφτασε σε μια πλατεία. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι και παρατηρούσε τους λιγοστούς περαστικούς. Το ντύσιμό τους, το περπάτημά τους, τα μάτια τους. Τις δυο τελευταίες μέρες είχε αρχίσει να παρατηρεί τα πάντα γύρω του. Ενώ πριν περπατούσε πάντα ευθεία, σκυφτός, χωρίς να δίνει σημασία σε ό,τι γινόταν δίπλα του, τώρα είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα. Ήθελε να βλέπει και να εξετάζει προσεκτικά οτιδήποτε υπήρχε γύρω του. Απ’ το περιστέρι που περνούσε από μπροστά του μέχρι τα σύννεφα που αλλάζουν σχήμα κι απ’ το ερωτευμένο ζευγάρι μέχρι τα κίτρινα φύλλα στο πεζοδρόμιο. Πίστευε πως όλα αυτά συνέθεταν κάτι πολύ μεγάλο που του ήταν ουσιαστικά άγνωστο. Αυτό το κάτι ήταν η ζωή. Αν κι ο ίδιος παρατηρούσε προσεκτικά τους περαστικούς, εκείνοι δεν έδειχναν να αντιλαμβάνονται την παρουσία του. Μόνο κάποια στιγμή που αφαιρέθηκε, ένιωσε δυο μεγάλα γαλανά μάτια να καρφώνονται πάνω του. Όταν τα αναζήτησε με το βλέμμα του είδε μια γυναικεία φιγούρα να απομακρύνεται.

Η ώρα πέρασε κι άρχισε να ξημερώνει. Έστρεψε όλη την προσοχή του στον ήλιο που ανέβαινε στον ουρανό. Η κίνηση στους δρόμους είχε αρχίσει να πυκνώνει, τα μαγαζιά άνοιγαν σιγά σιγά. Μπήκε σε ένα καφενείο και κάθισε δίπλα σε μια παρέα. Ήθελε να είναι κοντά στους άλλους, να ακούει με προσοχή αυτά που λένε, να παρατηρεί τις αλλαγές στις εκφράσεις των προσώπων τους, να αφουγκράζεται τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους. Όλα αυτά που άκουγε, άλλοτε ήταν αδύνατο να τον αγγίξουν γιατί δεν μπορούσε να δει πέρα απ’ τον μικρόκοσμό του. Τώρα οι χαρές των άλλων ήταν και δικές του, το ίδιο και οι λύπες. Ήταν όμως αργά. Η σκέψη του σκοτείνιασε. Έπρεπε να φύγει. Έφυγε απ’ το καφενείο χωρίς να τον προσέξει κανείς.

Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του, ήρθε για πρωτη φορά αντιμέτωπος με τη δυστυχία που υπάρχει στον κόσμο. Εικόνες που κάποτε τις έβλεπε στην τηλεόραση κι άλλαζε δύσπιστος κανάλι, τώρα τις έβλεπε να ζωντανεύουν μπροστά του. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι υπάρχει δυστυχία, γιατί θα έπρεπε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που σκεφτόταν και ζούσε ή νόμιζε ότι ζούσε. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί ποιοι ευθύνονται για τη δυστυχία, πώς μπορεί να εκλείψει και τι θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος για αυτό. Θα έπρεπε να σταματήσει να θεωρεί τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου και να ακούσει τους άλλους, να σταθεί δίπλα τους, να τους δώσει το χέρι του. Ένιωσε τον πόνο να τον λυγίζει. Ο πόνος γινόταν ακόμη μεγαλύτερος όταν αναλογιζόταν ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να βοηθήσει. Όπως και να ‘χει, ήταν καταδικασμένος να είναι θεατής της ζωής.

Μετά από πολλές ώρες τα βήματά του τον οδήγησαν στη γειτονιά του. Έξω απ’ το σπίτι του βρισκόταν ένα ασθενοφόρο με αναμμένο φάρο. Μπήκε στο σπίτι του απ’ την ανοιχτή πόρτα. Στον καναπέ του σαλονιού, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, βρισκόταν το άψυχο σώμα του. Στα μάτια του υπήρχε η ίδια απορία, που ήταν μαζί και παράπονο, που βασάνιζε την ψυχή του. Γιατί φοβήθηκε να ζήσει;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s