Ξημέρωμα Δευτέρας

Έκλεισε την τηλεόραση και πήγε με το κεφάλι γεμάτο ψέματα για ύπνο. Το πρωί είχε συνέντευξη για δουλειά. Όχι δηλαδή ότι είχε ελπίδες, αλλά έτσι για να αισθάνεται ότι κάτι κάνει. Ξάπλωσε, έκλεισε το φως, αλλά ο ύπνος δεν έλεγε να έρθει. Ήταν κι εκείνος ο λογαριασμός που είχε λήξει πριν από μια βδομάδα. Ήταν και τα τρία νοίκια που παρέμεναν απλήρωτα. Ήταν και το περιφρονητικό βλέμμα του ταμία στο σούπερ μάρκετ, κάθε φορά που διαπίστωνε ότι δεν του φτάνουν τα χρήματα κι αναγκαζόταν να αφήσει κάτι στην άκρη. Ήταν και η ντροπή που ένιωσε όταν ζήτησε απ’ τον περιπτερά να του δώσει ένα πακέτο τσιγάρα βερεσέ. Ήταν και η αμηχανία που ένιωθε όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολείται αυτή την περίοδο κι αν βρήκε καμιά δουλειά. Ήταν κι ο φόβος κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο ότι θα ήταν για κακό. Ήταν κι εκείνος ο πονοκέφαλος που τον γυρόφερνε απ’ το απόγευμα. Κάθε τόσο σηκωνόταν, κάπνιζε νευρικά ένα τσιγάρο και ξαναέπεφτε στο κρεβάτι.

Κόντευε να ξημερώσει. Στην απέναντι πολυκατοικία έφεγγε ένα φως σε κάποιο παράθυρο. Δεν ήταν ο μόνος που δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Υπήρχαν κι άλλοι που τους κρατούσε ξύπνιους η ίδια αγωνία. Ίσως ο άγνωστος του απέναντι διαμερίσματος είχε κι εκείνος απλήρωτους λογαριασμούς κι απλήρωτα νοίκια. Ίσως αντιμετώπιζε κι εκείνος το περιφρονητικό βλέμμα του ταμία στο σούπερ μάρκετ. Ίσως ένιωθε κι εκείνος ντροπή για κάποιο βερεσέ. Ίσως ένιωθε την ίδια αμηχανία όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολείται αυτή την περίοδο κι αν βρήκε καμιά δουλειά και τον ίδιο φόβο όταν χτυπούσε το τηλέφωνο. Ίσως τον γυρόφερνε κι εκείνον πονοκέφαλος. Την άλλη μέρα ίσως ήταν και οι δυο τους υποψήφιοι για την ίδια θέση εργασίας. Ίσως βρίσκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο να διεκδικούν μαζί τη ζωή τους. Ίσως και να μάλωναν για κάποιον ασήμαντο λόγο, προσπαθώντας να ξορκίσουν τη φτώχεια τους. Οι τοίχοι που περικλείουν τις ζωές μας μεγεθύνουν αυτά που μας χωρίζουν και κρύβουν αυτά που μας ενώνουν.

Οι γκρίζοι τοίχοι των πολυκατοικιών κρύβουν πίσω τους φόβους, αγωνίες και πολύ πόνο. Τα βράδια που όλοι κοιμούνται κάποιες ψυχές, που ο πόνος δεν τις αφήνει να ησυχάσουν, αφήνουν ένα φως ανοιχτό για να δείξουν ότι υπάρχουν. Κι ο πόνος τους άλλες φορές ξεσπάει σε φωνές και σε κλάματα, άλλες φορές μένει βουβός. Το πρωί σέρνεται στους δρόμους, απαρατήρητος απ’ τους πολλούς, κρυμμένος κάτω απ’ τον θόρυβο της πόλης. Το φως που έμεινε ανοιχτό όλο το βράδυ φαντάζει σαν αμυδρή ανάμνηση, σαν τα όνειρα που βλέπουμε λίγο πριν ξυπνήσουμε. Μόνο οι μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα κουρασμένα μάτια μαρτυρούν την ανήσυχη νύχτα. Ο πόνος παραμένει κρυμμένος πίσω από τυπικές καλημέρες και περιμένει να πέσει το σκοτάδι για να φανερωθεί. Κάθε μέρα και πιο μεγάλος. Κάθε μέρα και πιο βαρύς. Μέχρι να γίνει τόσο βαρύς που κανένας πια δεν θα μπορούσε να τον αντέξει. Μέχρι τη στιγμή που πια το μόνο όνειρο όσων αγρυπνούν είναι να γίνουν ο εφιάλτης αυτών που σκότωσαν τα όνειρά τους. Τότε είναι που ο πόνος μπορεί να γίνει δύναμη, τόσο μεγάλη που κάνει τα αδύνατα να φαίνονται δυνατά.

Για να ησυχάσει το μυαλό του και να μπορέσει επιτέλους να κοιμηθεί, έπρεπε να σκεφτεί κάτι που να του δίνει ελπίδα, έστω κι αν ήταν κάτι που κάποιοι θα ονόμαζαν ουτοπία. Σκέφτηκε λοιπόν ότι θα έρθει μια μέρα που ο πόνος του θα συναντήσει τον πόνο των άλλων, θα βγάλει φτερά και θα γίνει ένας αετός με ανυπότακτη καρδιά που θα διαλύσει τα σύννεφα και θα πετάξει ίσια στον ήλιο. Και τότε θα σηκωθεί ένας αέρας που θα διώξει για πάντα όλα αυτά που γεννούν πόνο. Χαμογέλασε, γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s