Τα μεσημέρια του Αυγούστου

Τα μεσημέρια του Αυγούστου ποτέ δεν κοιμόταν. Κατέβαινε στην παραλία κι αφού άφηνε τα πράγματά της σε μια ήσυχη γωνιά, έμπαινε στη θάλασσα. Κολυμπούσε μέχρι να φτάσει στα βαθιά. Όσο βαθιά χρειαζόταν ώστε να είναι μόνη. Τότε άρχιζε τα παράπονα. Για τη ζωή της που χαραμίστηκε, για τα ταξίδια που δεν έκανε και για τον γιο της που τον έχασε πριν προλάβει να τον δει να μεγαλώνει. Άρχιζε να κλαίει και τα κύματα σαν ένα στοργικό χέρι έπαιρναν τα δάκρυά της μακριά. Τα μάτια της κοκκίνιζαν απ’ το κλάμα και το θαλασσινό νερό. Ύστερα η θάλασσα ηρεμούσε και ηρεμούσε κι εκείνη. Η αναπνοή της ξανάβρισκε τον ρυθμό της και τα μάτια της συνέρχονταν απ’ το κλάμα. Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσουν τα πνευμόνια της θαλασσινό αέρα και η καρδιά της πλημμύριζε από ευγνωμοσύνη για τη θάλασσα που της στεκόταν σαν μάνα. Ύστερα έβγαινε στην ακτή κι επέστρεφε στο άδειο σπίτι της. Ωστόσο η ηρεμία δεν κρατούσε πολύ. Ένιωθε το σπίτι να στενεύει και τους τοίχους να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο έτοιμοι να την συνθλίψουν. Είχε τόσα να πει, θα μπορούσε να μιλάει ώρες ατέλειωτες, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Γιατί σε κανέναν άλλο δεν μιλούσε. Ήταν εκείνα τα κοινότοπα λόγια παρηγοριάς που κανείς δεν εννοούσε και η δυσφορία που έβλεπε στα μάτια των συνομιλητών της, όσες φορές είχε μιλήσει για τη ζωή της, που την έκαναν πλέον να σιωπά μπροστά στους ανθρώπους. Τα βράδια έπεφτε αργά για ύπνο και μέχρι να ξημερώσει πάλευε με τα σκεπάσματα.

Όταν πνιγόταν και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, σκεφτόταν τη θάλασσα που τόσα χρόνια την άκουγε με υπομονή και την παρηγορούσε. Όταν θα έφτανε η ώρα να αφήσει πίσω της τον κόσμο μας, η θάλασσα θα ήταν εκεί κοντά της. Θα κοιμόταν στην αγκαλιά της. Θα παραδινόταν σε έναν ύπνο βαθύ, ήρεμο κι αιώνιο. Και ύστερα θα την έπαιρνε η θάλασσα να την ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου. Θα ήταν ένα ζεστό αυγουστιάτικο μεσημέρι με λαμπερό ήλιο. Το καλοκαίρι πέρασε. Ήρθε ο χειμώνας, πέρασε κι αυτός και μετά ήρθε κι άλλο καλοκαίρι Μέσα της υπήρχαν αυτά που τη βασάνιζαν και η θάλασσα που θα την ταξίδευε μακριά τους.

Ένα αυγουστιάτικο πρωί ένιωσε ότι είχε έρθει πια η ώρα. Όταν έφτασε το μεσημέρι, ήταν όπως το είχε ονειρευτεί. Ζεστό και ήσυχο, με έναν λαμπερό ήλιο να σκορπάει το φως του. Κατέβηκε στην παραλία, μπήκε στη θάλασσα κι ανοίχτηκε στα βαθιά. Τόσο βαθιά, ώστε να είναι μόνη με τη θάλασσα. Αυτή τη φορά δεν έκανε παράπονα, ούτε έκλαψε. Μόνο περίμενε να έρθει ο ύπνος. Βαθύς, ήρεμος κι αιώνιος. Και ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Τότε άρχισε να ταξιδεύει. Στην άκρη του κόσμου δεν πρόλαβε να φτάσει. Τη βρήκαν την επόμενη μέρα να επιπλέει στα ανοιχτά. Στα χείλη της μπορούσε κανείς να διακρίνει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Η όψη της ήταν ήρεμη και γαλήνια. Ήταν η όψη που έχουν οι άνθρωποι όταν αφήνουν πίσω όλα αυτά που τους βασανίζουν και ταξιδεύουν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s