Πρύμνη

Ήταν ένα από κείνα τα συννεφιασμένα μεσημέρια που ναρκώνουν τις σκέψεις και κάνουν τα βήματα νωχελικά. Μερικές δεκάδες μέτρα μπροστά του ήταν το λιμάνι. Όταν ήταν παιδί ονειρευόταν μια μέρα να γίνει πουλί. Ένα μεσημέρι όταν όλοι κοιμούνταν, θα άνοιγε το παράθυρο, θα έβγαζε φτερά και θα πετούσε. Από ψηλά όσα κρατούσαν την καρδιά του φυλακισμένη θα έμοιαζαν ασήμαντα. Μεγαλώνοντας ξέχασε πολλά απ’ την παιδική του ηλικία, αλλά τα όνειρα ήταν πάντα ζωντανά στη μνήμη του. Τα θυμόταν το ίδιο φυσικά όπως θυμάται κανείς το όνομά του. Όταν έγινε είκοσι χρονών του χάρισαν ένα βιβλίο με ποιήματα που μιλούσαν για μεγάλα και μακρινά ταξίδια, άγνωστες χώρες, εξωτικά λιμάνια, ανεξερεύνητες θάλασσες και μυθικά πλάσματα. Όταν ένιωθε ότι πνιγόταν έκλεινε για λίγο τα μάτια και έφερνε στο μυαλό του το παιδικό του όνειρο. Εκείνο που γινόταν πουλί και πετούσε. Έπαιρνε το βιβλίο με τα ποιήματα στεκόταν δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και διάβαζε δυνατά. Τότε έπαιρνε μερικές βαθιές ανάσες και γέμιζαν τα πνευμόνια του οξυγόνο. Τα χρόνια πέρασαν. Τα όνειρα πήραν τη θέση της ζωής και των ανθρώπων. Ζούσε μόνος σε έναν κόσμο φτιαγμένο απ’ τα υλικά των ονείρων. Μπήκε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και αγόρασε ένα εισιτήριο για το επόμενο πλοίο. Ανέβηκε στο καράβι, κατευθύνθηκε στην πρύμνη και βγήκε στο κατάστρωμα. Όταν βγήκαν στα ανοιχτά ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Δίπλα του βρήκαν ένα βιβλίο με ποιήματα. Κάποιοι ονειροπόλοι την ώρα που έφευγε είδαν τη σκιά ενός γλάρου στο κατάστρωμα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s