Στο χρώμα της τέφρας

Ήταν, λέει, χειμώνας. Κόντευε μεσημέρι και βρισκόταν στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης. Δίπλα του έβλεπε πεινασμένα παιδιά με κόκκινα μάτια απ’ το κλάμα. Παρακάτω κάποιοι έψαχναν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου άνθρωποι απελπισμένοι πηδούσαν απ’ τα μπαλκόνια. Σε μια γωνιά κάποιοι άλλοι είχαν ανάψει φωτιά για να ζεσταθούν. Μάνες με μωρά στην αγκαλιά παρακαλούσαν για λίγο ψωμί. Από παντού ακούγονταν κραυγές απελπισίας και κατάρες. Προχωρώντας πιο κάτω είδε ένα πολυτελές αυτοκίνητο. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ένας άντρας με ακριβό κοστούμι. Τα μάτια του ήταν άδεια. Παρακολοθούσε αυτά που συνέβαιναν γύρω του με ένα σαδιστικό χαμόγελο. Όταν μια οργισμένη ομάδα ανθρώπων αντιλήφθηκε την παρουσία του κι όρμησε κατά πάνω του, ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα και το αυτοκίνητο χάθηκε πίσω από ένα σύννεφο σκόνης. Έξω από ένα κτίριο, στα σκαλιά, καθόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Ήταν σκυφτός. Σε μια στιγμή σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε στα μάτια και ψέλλισε κάτι ακατανόητο. Στο βλέμμα του συμπύκνωνε όλη τη δυστυχία και όλο τον πόνο που έβλεπε γύρω του.

Ξύπνησε. Έμεινε για λίγα λεπτά στο κρεβάτι κοιτώντας γύρω του. Σηκώθηκε νυσταγμένος. Έφτιαξε καφέ κι άναψε τσιγάρο. Ετοιμάστηκε κι έφυγε βιαστικά. Στο λεωφορείο συνάντησε τους ίδιους ανθρώπους που συναντούσε κάθε μέρα. Ήταν το ίδιο αμίλητοι και το ίδιο σκεφτικοί. Τα χείλη τους ήταν σφιγμένα όπως κάθε μέρα. Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο και προχώρησε με γρήγορα βήματα. Όμως κάτι στη στάση του είχε τραβήξει την προσοχή. Γύρισε και κοίταξε πίσω του. Ήταν ένας άστεγος με μακριά μαλλιά και γένια. Όταν κοίταξε προσεκτικά τα μάτια του, θυμήθηκε τον εφιάλτη της προηγούμενης νύχτας. Στη δουλειά όλοι μιλούσαν για την επίθεση εναντίον του υπουργείου. “Γεια στα χέρια τους” και τέτοια. Και όλο χαμόγελα. Παρακολουθούσε τη συζήτηση σιωπηλός. Το απόγευμα όταν σχόλασε, βλέποντας τον συνωστισμό που υπήρχε στη στάση, αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι με τα πόδια.

Σε κάθε βήμα του διαπίστωνε πως όλα αυτά που είχε δει στον ύπνο του δεν απείχαν καθόλου απ’ την πραγματικότητα. Όσο προχωρούσε, τόσο ο εφιάλτης ζωντάνευε. Άκουγε ιστορίες για απολύσεις και εξώσεις, για μετανάστευση, για σπίτια χωρίς ρεύμα και θέρμανση. Και όλοι αναζητούσαν μια ριζική λύση. Στα καφενεία και στα πηγαδάκια μιλούσαν για κρεμάλες και όπλα. Τα πρωτοσέλιδα των περισσότερων εφημερίδων έγραφαν για τις επιτυχίες της κυβέρνησης και την ανάπτυξη που θα έρθει. Ήταν άνοιξη. Τουλάχιστον σύμφωνα με το ημερολόγιο. Οι μέρες ήταν ηλιόλουστες και ζεστές, ωστόσο όλα γύρω του θύμιζαν χειμώνα. Τον χειμώνα που έβλεπε στον ύπνο του. Η πραγματικότητα έμοιαζε με σκηνικό θεάτρου στο χρώμα της τέφρας. Παντού σφιγμένα χείλη, πνιγμένα δάκυα και οι επιγραφές των ενεχυροδανειστηρίων να αναβοσβήνουν. Απ’ το βάθος ακουγόταν η σειρήνα ενός περιπολικού. Κι όμως, αν σήκωνε κανείς το κεφάλι, μπορούσε να δει ένα χελιδόνι που πετούσε προς τη φωλιά του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s