Τα άχαρα καλοκαίρια

Άγνωστος τόπος κι εσύ ξένος. Ένας ψυχρός αέρας και μια ασταμάτητη ψιλή βροχή. Άγνωστοι άνθρωποι, άγνωστη γλώσσα. Δυο τρεις κουβέντες ίσα ίσα για να παραγγείλεις έναν καφέ και να αγοράσεις τσιγάρα. Μετράς τις δυνάμεις σου. Όταν με τον καιρό ξεκαθαρίζουν όλα γύρω σου, διαπιστώνεις ότι για τους άλλους δεν είσαι πια αυτό που πίστευες μια ζωή. Είσαι ένα σύνολο από στερεότυπα και προκαταλήψεις που έχουν δημιουργήσει για σένα ερήμην σου. Πρέπει να κάνεις μεγάλη προσπάθεια για να αποδείξεις όσα μέχρι τώρα θεωρούσες αυτονόητα. Κι έρχονται κάτι στιγμές που νιώθεις πως αν σε πιάσουν απ’ τη μύτη θα σκάσεις. Έχεις τόσα να πεις και δεν υπάρχει κανένας να σε ακούσει. Και τότε είναι που θυμάσαι δυο δακρυσμένα μάτια στο αεροδρόμιο. Κι έρχονται κάτι άλλες στιγμές που ξυπνάς και βγαίνεις έξω βιαστικά να τηλεφωνήσεις γιατί είδες ένα άσχημο όνειρο. Όταν μαθαίνεις ότι είναι όλα καλά ησυχάζεις, μέχρι το επόμενο άσχημο όνειρο, μέχρι το επόμενο άσχημο προαίσθημα.

Και κάποτε διαπιστώνεις ότι κανείς δεν μπορεί να σε καταλάβει, όχι γιατί δεν μιλάτε την ίδια γλώσσα, αλλά γιατί κανείς δεν μπορεί να έρθει στη θέση σου. Είσαι παντού ξένος. Και οι φίλοι που δεν βλέπεις πια έρχονται και σε βρίσκουν στα όνειρά σου. Και ξυπνάς με κεφαλι βαρύ κι όλη μέρα δεν σου παίρνουν κουβέντα. Κοιτάς στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Αλλά η μεγάλη αλλαγή έχει γίνει μέσα σου. Κάνεις χώρο να χωρέσει ό,τι αγαπάς για να μπορέσεις να σταθείς όρθιος. Μετράς τα χρόνια που έχασες. Την κάθε άνοιξη που περίμενες για καιρό και τους χειμώνες που έμοιαζαν ατέλειωτοι. Και τα άχαρα καλοκαίρια. Και το κάθε φθινόπωρο που έμοιαζε με μια νέα αρχή. Ώσπου ένα φθινόπωρο διαπιστώνεις ότι ο τόπος που προσπάθησες να νιώσεις δικό σου, είναι πολύ μικρός για να σε χωρέσει. Θυμίζει φυλακή με θεόρατους άσπρους τοίχους. Κάθε φορά που προσπαθείς να προχωρήσεις χτυπάς πάνω σε κάποιον τοίχο και γεμίζεις πληγές.

Μετά είναι κι όλα αυτά τα μικρά καθημερινά πράγματα που κάνουν τα βήματά σου όλο και πιο βαριά. Οι απλήρωτοι λογαριασμοί, το στενάχωρο σπίτι που δεν λέει να ζεσταθεί με τίποτα, τα απλήρωτα νοίκια, αυτός ο επίμονος βήχας που σε ανησυχεί, οι εφιάλτες. Και είναι και τα άλλα, τα πιο μεγάλα που σε κρατάνε άυπνο. Τα χρόνια που περνάνε, η μοναξιά, τα λάθη, οι απογοητεύσεις. Ώσπου να αποφασίσεις πως το ταξίδι τέλειωσε, γιατί δεν έχει πια να σου δώσει τίποτα άλλο. Κι ό,τι σου ‘χει δώσει μέχρι τώρα προσπαθείς να το ξεχάσεις. Ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου και γυρνάς εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Προσπαθείς σιγά σιγά να ξαναβρείς τον εαυτό σου. Έρχεται μια μέρα που αυτό το ταξίδι είναι πια μια μακρινή ανάμνηση. Καμιά φορά κάποιες στιγμές απ’ το ταξίδι έρχονται στην επιφάνεια. Όπως μερικές φορές παρατηρείς τυχαία κάποια σημάδια από παιδικά τραύματα στα γόνατα. Τότε μένεις για λίγο σκεφτικός, χαμογελάς πικρά και συνεχίζεις. Το μυαλό σου βρίσκεται ήδη στα επόμενα ταξίδια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s