Δυο μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι

Ανήσυχη νύχτα. Πρωινό ξύπνημα με δυσκολία. Μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια. Βήχας. Πίνω δυο τρεις γουλιές καφέ βιαστικά και βγαίνω έξω. Κρύο. Κλείνω το παλτό και βάζω τα χέρια στις τσέπες. Ο ήλιος κρυμμένος από γκρίζα και μαύρα σύννεφα. Μάλλον το πάει για βροχή. Στη στάση του λεωφορείου ο κόσμος έχει χάσει την υπομονή του. Κίνηση, συνωστισμός, καυσαέριο, θόρυβος. Κοιτάζω έξω. Πότε πότε λίγο χρώμα διακόπτει το γκρίζο. Το λεωφορείο φτάνει ασθμαίνοντας στο τέρμα. Σταματάω να διαβάσω τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Αρχίζει να βρέχει. Στέκομαι κάτω από ένα υπόστεγο. Ένα μικρό ποτάμι σχηματίζεται στον δρόμο. Το ακολουθώ με το βλέμμα μου και αναρωτιέμαι πού θα καταλήξει. Η βροχή κοπάζει. Κοιτάζω το ρολόι μου. Μεσημέριασε κι ακόμα δεν έχω κάνει τίποτα. Αρχίζω να τρέχω. Άγχος, εκενευρισμός, ανυπομονησία. Ουρές, αναμονή, παράπονα, φωνές. Τελειώνω μετά από ώρα. Κάνω να φύγω. Γυρίζω να ρίξω μια τελευταία ματιά. Κουρασμένα βλέμματα. Χαιρετάω σιγά και φεύγω.

Η μέρα προχωράει. Προσπαθώ να βάλω τα πράγματα σε μια τάξη. Δεν βαριέσαι; Ό,τι προλάβω. Κι αύριο μέρα είναι. Επιβραδύνω τον ρυθμό μου. Δεν χρειάζεται πια να τρέχω. Σταματάω σε ένα καφενείο. Πίνω γρήγορα τον καφέ. Κάτι με τραβάει να φύγω. Ίσως η μοναξιά, ίσως ο καταθλιπτικός διάκοσμος. Καθώς φεύγω το στομάχι μου μού θυμίζει ότι το ψυγείο είναι άδειο. Μπαίνω σε ένα σούπερ μάρκετ. Περιφέρομαι για ώρα άσκοπα. Τελικά αποφασίζω βιαστικά για να ξεμπερδεύω. Βάζω μερικά πράγματα στο καλάθι και κατευθύνομαι προς το ταμείο. Πάω στη στάση να πάρω το λεωφορείο της επιστροφής. Η κίνηση στους δρόμους έχει αραιώσει. Τα ρολά στα μαγαζιά κατεβαίνουν. Σκοτεινιάζει. Κοιτάζω πάλι έξω απ’ το παράθυρο. Τα ίδια πράγματα όταν βραδιάσει μοιάζουν διαφορετικά. Φτάνω στο σπίτι. Λέω μια κουβέντα ίσα ίσα για να ακουστεί η φωνή μου, να σπάσει η σιωπή που επικρατεί μονίμως. Κάθομαι να ξεκουραστώ και να ηρεμήσω. Η ώρα έχει περάσει, ο θόρυβος έχει καταλαγιάσει. Άλλη μια μέρα τέλειωσε.

Βγαίνω έξω στον δρόμο. Στέκομαι ακίνητος και κοιτάζω τον ουρανό. Στήνω αυτί και προσπαθώ να αφουγκραστώ το αύριο. Βλέπω δυο μάτια να λάμπουν στο σκοτάδι. Πλησιάζω για να δω καλύτερα. Είναι μια γάτα που στέκεται δίπλα σε έναν κάδο απορριμμάτων. Σκέφτομαι όλη αυτή τη μυθολογία που υπάρχει γύρω απ’ τις γάτες. Τεμπέλες, εγωίστριες, πονηρές, αναίσθητες, δειλές. Κατοικίδια που δεν έχουν και μεγάλη χρησιμότητα. Ένα απ’ τα διακοσμητικά του σπιτιού. Φέρνω στο μυαλό μια εικόνα που πολλοί δεν έχουν δει ποτέ ή δεν θυμούνται. Μια γάτα με σηκωμένη τη ράχη, με τα νύχια της έτοιμα για επίθεση, να καρφώνει με το βλέμμα της κάποιον που απειλούσε τα παιδιά της. Και σ’ αυτό το βλέμμα δεν υπήρχε ίχνος φόβου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s