Εξορισμένος ουρανός

Έβρεχε. Σηκώθηκε αξημέρωτα και πήρε τους δρόμους. Χωρίς καφέ και χωρίς τσιγάρο. Τα είχε κόψει εδώ και καιρό, μαζί με όλες τις συνήθειες της παλιάς της ζωής. Ένα όνειρο την ανάγκασε να σηκωθεί άρον άρον. Στεκόταν λέει δίπλα στο παράθυρο, απέναντι απ’ το κρεβάτι, και την κοιτούσε θλιμμένος. Ξύπνησε με υγρά μάτια.

Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Στάθηκε κάτω από ένα υπόστεγο. Άνοιξε το πορτοφόλι και κοίταξε τη φωτογραφία του. “Χτες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα” μονολόγησε. Ύστερα συνέχισε να περπατάει στον λασπωμένο δρόμο μέχρι που η βροχή έγινε ψιχάλισμα. Με το πρώτο φως σταμάτησε να πάρει μια ανάσα. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. Τα σύννεφα έκρυβαν τον ήλιο. Είχε ξεχάσει πώς είναι η πρωινή λιακάδα. Έτσι κι αλλιώς όλες τις μέρες τις έβλεπε συννεφιασμένες, ακόμη και αν δεν ήταν. Μετά τη σύντομη στάση ξαναπήρε τον δρόμο της. Στο μεταξύ το όνειρο δεν έλεγε να φύγει απ’ το μυαλό της. Πάλευε με τις τύψεις και τη ντροπή. Σκεφτόταν την πείνα της και τα δυο παιδικά στόματα που περίμεναν στο σπίτι. Ωστόσο οι τύψεις και η ντροπή δεν έλεγαν να φύγουν. Όταν συναντούσε κάποιον γνωστό άλλαζε δρόμο. Δεν άντεχε να βλέπει στα μάτια τους τη λύπηση. Αριστερά και δεξιά του δρόμου διάχυτη δυστυχία κι από πάνω ένας ουρανός να πλακώνει την καρδιά σαν θάνατος. Ο δρόμος γινόταν όλο και πιο ανηφορικός. Ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν, αλλά δεν σταμάτησε.

Όλη της η ζωή ήταν ένας ατέλειωτος δρόμος και ένας ασταμάτητος αγώνας ενάντια στον φόβο. Σε όλη της τη ζωή ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Γεμάτος όνειρα που στοιχειώναν το μυαλό της κι εφιάλτες. Ο καθαρός ουρανός έμοιαζε να έχει εξοριστεί απ’ τα όνειρά της και τον δρόμο της. Η πίκρα στα μάτια της δεν την άφηνε να τον δει. Η ζωή στη σκέψη της ήταν μια ευθεία γκρίζα γραμμή. Το χτες, το σήμερα και το αύριο ήταν αποχρώσεις του γκρι. Όταν οι άλλοι γυρνούν στο χτες για να αντέξουν το σήμερα και να ονειρευτούν το αύριο, εκείνη ένιωθε το χτες σαν μαχαιριά και το αύριο σαν απειλή. Και τώρα έπρεπε να αποχωριστεί ένα κομμάτι απ’ το χτες για να επιβιώσει σήμερα. Όσο για το αύριο, δεν είχε πια περιθώρια για όνειρα. Μόνο να ελπίσει μπορούσε. Όχι ότι θα είναι καλύτερο, αλλά ότι θα εξακολουθεί να επιβιώνει. Αυτή η ευθεία γκρίζα γραμμή, που στα μάτια της ήταν η ζωή, ήταν μια πληγή που ποτέ δεν έκλεινε. Τα χέρια της πήγαιναν ασυναίσθητα σ’ αυτήν και όσο την ψηλάφιζαν, τόσο γινόταν πιο βαθιά και προκαλούσε περισσότερο πόνο.

Σταμάτησε για τελευταία φορά πριν φτάσει στον προορισμό της. Έβγαλε τη βέρα απ’ το δάχτυλο και αφού την κράτησε για λίγο στη χούφτα, την έβαλε στην τσέπη του παλτού της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια. Όταν τα άνοιξε πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε. Όμως το όνειρο δεν έλεγε να φύγει απ’ το μυαλό της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s