Οι γροθιές του Μήτσου και η καταδίκη της βίας

Ήταν μια ζεστή ανοιξιάτικη μέρα. Ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας, του οποίου το όνομα δεν έχει καμία σημασία αλλά για την οικονομία της αφήγησης ας ονομάσουμε Μήτσο, έπινε τον πρωινό καφέ του. Απολάμβανε το ήσυχο πρωινό ανυποψίαστος για ό,τι θα επακολουθούσε, όταν ένας σωματώδης άντρας με άγρια χαρακτηριστικά έσπασε την πόρτα και εισέβαλλε βίαια στο σπίτι του. Αφού ο σωματώδης αυτός άντρας, ο μπράβος δηλαδή, μούγκρισε κάτι για σωτηρία της πατρίδας, άρπαξε όλα τα τιμαλφή του σπιτιού και αφού δήλωσε ότι το σπίτι πλέον του ανήκει, έβγαλε σπρώχνοντας τον Μήτσο έξω. Άρχισε να τον χτυπάει με μανία με γροθιές, κλωτσιές και όλα τα πρόσφορα μέσα. Στο μεταξύ τον στόλιζε με ό,τι βρισιά και προσβολή μπορεί να φανταστεί κανείς. Κάθε φορά που ο Μήτσος διαμαρτυρόταν, ο μπράβος τον χτυπούσε με ακόμη μεγαλύτερη λύσσα. Απέναντι απ’ το σπίτι, σ’ ένα ουζερί, καθόταν μια μεγάλη παρέα. Την παρέα αποτελούσαν τρεις πολιτικοί, ένας επιχειρηματίας αρκετοί δημοσιογράφοι, δυο τρεις διανοούμενοι, ένας δικαστής και ένας αστυνομικός. Τα μέλη λοιπόν αυτής της παρέας παρακολουθούσαν ατάραχα όσα διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια τους και συνέχιζαν με όρεξη το φαγοπότι. Για να περάσει η ώρα σχολιίαζαν τα τεκταινόμενα.

Ο ένας πολιτικός έλεγε ότι αυτό που παθαίνει ο Μήτσος του αξίζει, γιατί είναι τεμπέλης και διεφθαρμένος. Ο δεύτερος έλεγε ότι αυτό που συμβαίνει είναι λυπηρό, αλλά αναπόφευκτο και ότι έτσι αποτρέπεται η καταστροφή. Ο τρίτος διαμαρτυρόταν γιατί το μαγαζί δεν είχε σολωμό και έλεγε ότι δεν μπορεί να τρώει γαύρο και σαρδέλα γιατί ξεφτιλίζεται. Ο επιχειρηματίας έλεγε ότι τα χτυπήματα δεν είναι αρκετά δυνατά και ότι χρειάζονται δραστικές λύσεις. Οι δημοσιογράφοι έδειχναν να συμπονούν τον Μήτσο για αυτό που του συνέβαινε, αλλά μιλούσαν σαν αυτός που τον χτυπούσε να ήταν αόρατος. Γρήγορα όμως κουράστηκαν να ασχολούνται με τον Μήτσο και αποφάσισαν να ασχοληθούν με πιο σοβαρά για αυτούς θέματα, όπως την προσπάθεια ενός απ’ τους πολιτικούς της παρέας να καταβροχθίσει ολόκληρο πιάτο με μεζέδες, με μια μπουκιά. Οι διανοούμενοι έλεγαν ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ότι ο Μήτσος έχασε το σπίτι του και χτυπιέται ανελέητα, αλλά η κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις και η αναζήτηση ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Ο δικαστής παρέμεινε σιωπηλός γιατί είχε πέσει με τα μούτρα στους μεζέδες και δεν κατάλαβε τίποτα. Ο αστυνομικός δήλωσε αναρμόδιος να επέμβει. Ο σερβιτόρος κατήγγειλε τους τραμπουκισμούς του μπράβου, αλλά όλη η παρέα με ένα στόμα του απάντησε ότι είναι λαϊκιστής και ότι αντί να γκρινιάζει καλό θα ήταν να κάνει καμιά δουλειά.

Ο Μήτσος φαινόταν εντελώς εξουθενωμένος και ο μπράβος είχε κουραστεί να τον χτυπάει. Τότε ο Μήτσος μάζεψε όλες του τις δυνάμεις, σηκώθηκε όρθιος, στάθηκε απέναντι στον βασανιστή του και τον χτύπησε με δυο γροθιές στο πρόσωπο. Δεν ήταν καν μια πράξη εκδίκησης, που κι αυτή θα ήταν δικαιολογημένη. Ήταν αυτοάμυνα. Ο μπράβος ξαφνιάστηκε βέβαια, αλλά οι δυο γροθιές δεν του προξένησαν όπως ήταν φυσικό κάποια σοβαρή ζημιά. Ξαφνικά η παρέα συνήλθε απ’ τον λήθαργο. Οι πολιτικοί καταδίκασαν ομόφωνα τη βία του φουκαρά Μήτσου και δήλωσαν αποφασισμένοι να την πατάξουν. Ο επιχειρηματίας εξέφρασε την ανησυχία του. Οι δημοσιογράφοι αφού τον αποκάλεσαν ανθρωπόμορφο κτήνος, αιμοσταγές κάθαρμα, εγκληματία, τρομοκράτη, δολοφόνο και εχθρό της δημοκρατίας, δήλωσαν συγκλονισμένοι απ’ το στυγερό του έγκλημα. Οι διανοούμενοι άρχισαν ανήσυχοι να κάνουν αναλύσεις για τη βία στη σύγχρονη κοινωνία. Ο αστυνομικός, αφού τον φιλοδώρησε πρώτα με μερικές κλωτσιές για να μάθει να είναι βίαιος, τον συνέλαβε. Ο δικαστής τον είχε ήδη τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. Ο σερβιτόρος προσπάθησε να τον υπερασπιστεί, αλλά σύσσωμη η παρέα τον απείλησε ότι θα έχει κακά ξεμπερδέματα και απαίτησαν να καταδικάσει τη βία.

Η ώρα είχε περάσει και η παρέα έπρεπε να αποχωρήσει. Είπαν στον σερβιτόρο να στείλει το λογαριασμό στον Μήτσο. Ο επιχειρηματίας φεύγοντας είπε στον μπράβο ότι έκανε καλή δουλειά και του έδωσε αυτά που είχαν συμφωνήσει. Μερικοί γείτονες που τόση ώρα παρακολουθούσαν απαθείς το σακάτεμα του Μήτσου, όταν αυτός υπερασπίστηκε τον εαυτό του, τον κοίταξαν με αποτροπιασμό και κλείστηκαν φοβισμένοι στα σπίτια τους. Η παραπάνω ιστορία είναι φανταστική, ωστόσο οποιαδήποτε ομοιότητά της με την πραγματικότητα δεν είναι τυχαία, αλλά αναπόφευκτη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s